
![]() |


Ενάτη φθίνοντος Βοηδρομιώνος
Αθηνάς
οικιακά
θυόμενα
Έλευσις
(Δήμητρος)
πλημοχόαι
(Ελευσίνια
Μυστήρια)

ΟΓΔΟΗ ΗΜΕΡΑ ΕΛΕΥΣΙΝΙΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ : 22η ΒΟΗΔΡΟΜΙΩΝΟΣ. (Πλημοχόεs).
Η τελευταία ημέρα των μυστών στην Ελευσίνα είναι αφιερωμένη κυρίωs σε χοές και ιεροτελεστίεs. O Αθήναιοs μας πληροφορεί ότι στη διάρκεια αυτής της μέρας κάθε μύστηs γεμίζει με υγρό δύο ειδικά αγγεία γνωστά ως πλημοχόεs, και τοποθετώντας τα αντίκρυ στη δύση και στην ανατολή αντίστοιχα, τα αναποδογυρίζει και πραγματοποιεί χοή αδειάζοντας έτσι το περιεχόμενό τους στη γη. Ταυτόχρονα επαναλαμβάνει μια τελετουργική φράση. Από το αγγείο και την ιεροτελεστία n ημέρα αυτή είναι γνωστή ως Πλημοχόες. Φυσικά αυτή n ιεροτελεστία δεν κρατούσε τόσο ώστε να καλύψει όλο το χρόνο των μυστών και ίσως θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι n ημέρα περvoύσε με εορταστικές εκδηλώσεις. Ισως αυτή τη μέρα οι μύστες αφιερώνουν στιs θεές τα καινούργια ενδύματα που φορούσαν κατά τον εορτασμό. Ορισμένοι τα έπαιρναν στην οικία τους και τα χρησιμοποιούσαν ως σπάργανα για τα νήπια που επρόκειτο να γεννηθούν.
Γ.Ε.ΜΥΛΩΝΑΣ
Σχετικὰ μὲ τὴν σημερινή ἡμέρα καὶ τα σκεύη τῶν μυστῶν:
― πλημοχόη σκεῦος κεραμεοῦν βεμβικῶδες ἑδραῖον ἡσυχῇ ὃ κοτυλίσκον ἔνιοι προσαγορεύουσιν, ὥς φησι Πάμφιλος. χρῶνται δὲ αὐτῷ ἐν Ἐλευσῖνι τῇ τελευταίᾳ τῶν μυστηρίων ἡμέρᾳ, ἣν καὶ ἀπ᾽ αὐτοῦ προσαγορεύουσι Πλημοχόας: ἐν ᾗ δύο πλημοχόας πληρώσαντες τὴν μὲν πρὸς ἀνατολάς, τὴν δὲ πρὸς δύσιν ἀνιστάμενοι ἀνατρέπουσίν, ἐπιλέγοντες ῥῆσιν μυστικήν.ΑΘΗΝΑΙΟΣ 11.496α
― Κοτυλίσκος . ΗΣΥΧΙΟΣ
― Κρατηρίσκος ὧ χρῶνται οἱ μύσται. ΗΣΥΧΙΟΣ.
― Πλημοχόη.τῆ ὑστεραία ἡμέρα τῶν μυστηρίων κοτυλίσκους πληροῦσιν, οὕς καλοῦσι Πλημοχόας. ΗΣΥΧΙΟΣ
― ἀλλὰ καὶ οἴνου ἄν είη ἀγγεῖον ἡ ὑδρία, ἥν καὶ φενακνίδα ἄν τις εἴπει καὶ φιδακνίδα. . . τάχα δὲ καὶ Πλμχόην. ἔστι δὲ κεραμεοῦν ἀγγεῖον, οὐκ ἔχον ὀξὺν τὸν πυθμένα ἀλλὰ ἑδραῖόν τε καὶ στάσιμον, ὧ χρῶνται τῆ τελευταία τῶν μυστηρίων, ἥν ἀπἀύτοῦ καλοῦσι Πλημοχόην. ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ 10.20.74
Ἀπὸ αὐτὲς τὶς καταθέσεις βγαίνει τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ σημερινὴ ἡμέρα ἦταν ἡ τελευταία τῶν Ἐλευσινίων Μστηρίων. Πῆρε τὸ ὄνομα της ἀπὸ τὴ χρήση τοῦ σκεῦους μὲ τὸ συγκεκριμένο σχῆμα, καὶ ὀνομαζόταν Πλημοχόη.
Ἡ λέξη ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ «πλήμη» (γράφεται καὶ πλήμμη) καὶ τὸ «χέω».Τὸ «πλήμη» εἶναι ἡ ἀπλούστερη μορφὴ τοῦ «πλήσμη» ὡς «πλῆμα», ποὺ τὸ συναντοῦμε στὸν ΗΣΥΧΙΟ, ὡς «πλήρωμα» ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς πληρότητος ἤ τοῦ κορεσμοῦ (καὶ τέτοιες λέξεις ὅπως πλημμυρὶς ἤ πλημμύρα, τέτοια πληρότητα ὅπως αὐτὴ τοῦ ρέοντος, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὑποχώρηση, τῆς παλίρροιας, μαζὶ μὲ τὸ «χέω» δηλαδὴ , χύνω , θὰ πρέπει νὰ γίνονταν μὲ τὴν ἱδέα τῆς πληρότητος ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ «πλήμη» καὶ αὐτῆς τῆς κένωσης ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ «χέω».Θὰ πρέπει νὰ εἶχαν ὡς συνέπεια τόσο τὴν πράξη τῆς πλήρωσης ὅσο καὶ τὴν πράξη τῆς κένωσης.Τὴν πλήρωση πρῶτα καὶ μετὰ τὴν κένωση, ὅπως ἀκριβῶς ἐμφανίζεται ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια , στὸ θραῦσμα τοῦ Πειρίθους τοῦ Εὐριπίδου.
― ἵνα πλημοχόας τάσδ’εἰς χθόνιονχάσμ’εὐφήμως προχέωμεν. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΠΕΙΡΙΘΟΥΣ ἀποσπ. 595
Φαίνεται ἐπίσης ἀπὸ τὶς τελευταίες μαρτυρίες, ὅτι αὐτὴ ἡ πράξη τῆς πλήρωσης καὶ τῆς κένωσης μὲ τὰ συγκεκριμένα σκεύη, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσαν τὸ διακριτικὸ τῆς τελετῆς τῆς ἡμέρας, συνοδευόταν καὶ ἀπὸ μία «ρῆσις μυστικὴ». Ὁ Ἀθηναίος δὲν μᾶς μαρτυρεῖ αὐτὴ τὴν μυστικὴ ρῆσις καὶ τὴν παράλειψη αὐτὴ μᾶς τὴν παρέχει ὁ Πρόκλος στὰ σχόλια του στὸν Τίμαιο, ὁ ὁποίος ἀναφέρεται σὲ μία μορφὴ μυητικῶν λέξεων ποὺ χρησιμοποιοῦσαν σὲ μυστικιστικὲς τελετὲς, ὅπως μὲ τὶς Πλημοχόες , τῆς πλήρωσης καὶ τῆς κένωσης :
― καὶ ἔοικε διὰ ταῦτα καὶ οὐρανῶ τούτω ( οἱ ὁρατοὶ οὐρανοί) καὶ γῆ προσήκειν ὁ γάμος, ὡς ἐκείνον οὐρανὸν καὶ γῆν ἐκείνην ἐνεικονιζομένοις, ὅς δὴ καὶ οἱ θεσμοί τῶν Ἀθηναίων εἰδότες προσέταττον οὐρανῶ καὶ γῆ προτελεῖν τούς γάμους. Εἰς δὲ τούτους βλέποντες καὶ ἐν τοῖς Ἐλευσινίοις ἱεροῖς, εἰς μὲν τὸν οὐρανὸν ἀναβλέψαντες ἐβόων υ[ἱ]ὲ καταβλέψαντες δὲ εἰς τὴν γῆν [το]κύ[ι]ε, διὰ τούτων ὡς πατρὸς καὶ μητρὸς τὴν γένεσιν εἶναι πάντες (πάντων) γινώσκοντες. ΠΡΟΚΛΟΣ σχ.ΤΙΜΑΙΟΣ 5.293γ΄
Στὶς μυητικὲς λέξεις , στὰ γράμματα μέσα παρενθέσεις υ(ἱ)ε καὶ (το)κύ(ί)ε ἔχει διαπιστωθεῖ ἀλοίωση καὶ διαφθορά ἡ ὁποία διεπρᾶχθει σὲ μεταγενέστερη ἐποχὴ ὅταν ἀποκαλύφθηκε κατὰ τὴν συντήρηση τοῦ ἔργου «Φιλοσοφούμενα» ἀπὸ τὸν Ὠριγένη.
― ὕε , κύε Αὐτὲς ἤταν οἱ λέξεις ὅπως ἀποδειχθηκε καὶ ἀπὸ ἕνα θραῦσμα τοῦ Ἰππόλυτου:
― Τοῦτο φησίν, ἐστὶ τὸ μέγα ἄρρητον Ἐλευσινίων μυστήριον ὕε, κύε… ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ ΑΙΡ.5.7.34
ἀλλὰ καὶ ἀπὸ Ἀττικὲς ἐπιγραφές :
― ὁ Πὰν ὁ Μήν, χαίρετε νύνφαι καλαί. ὕε κύε ὑπέρχυε. ΑΤΤΙΚΗ ΕΠΙΓΡΑΦΗ IG II² 4876
Δὲν ὑπἀρχει ἄμεση μαρτυρία ποὺ νὰ συνδέει αὐτὴ τὴν μυστικιστικὴ μυητικὴ μορφὴ λέξεων μὲ τὴν μυστικιστικὴ τελετὴ τῶν πλημοχοῶν.Ἡ λέξη -ὕε, ἀποδίδεται ὡς «σύ διέβρεξε»Καὶ ἡ λέξη «κύε», ἀποδίδεται ὡς «σύ κύησε»
Ἡ πρώτη ἀπευθύνεται στὸν πατέρα οὐρανὸ καὶ δεύτερη στὴ μητέρα γῆ.
Ὑπάρχει ἕνα πολὺ γνωστὸ θραῦσμα τοῦ Εὐριπίδου ὅπου θὰ λέγαμε ὅτι ὅταν τὸ ἔγραφε εἶχε τὴν ματιὰ του στὴν μυστικιστικὴ τελετὴ τῶν Πλημοχοῶν :
― Ἐρᾶ μὲν ὄμβρου γαῖ, ὅταν ξηρὸν πέδονἀκαρπον αὐχμῶ νοτίδος ἐνδεῶς ἔχη,ἐρᾶ δ’ὁ σεμνὸς οὐρανὸς πληρούμενοςὄμβρου πεσεῖν εἰς γαῖαν, Ἀφροδίτης ὕπο.ὅταν δὲ συμμιχθῆτον εὶς ταὐτον δύο,τἰκτουσιν ἡμῖν πάντα κἀκτρέφουσ’ἅμα, ὅθεν βρὀτειον ζῆ τε θάλλει γένος. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ σωζ. ἀποσπ.

































