ΑΧΑΡΝΑΙ: ΘΕΟΙ, ΛΑΤΡΕΙΕΣ, ΙΕΡΑ

ΑΧΑΡΝΑΙ – ΘΕΟΙ, ΤΟΠΙΚΕΣ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑ 

ΑΧΑΡΝΑΙ: Ο πάτριος δήμος των Αχαρνών βρίσκεται νότια της Πάρνηθος (όρος Πάρνης), στη μεγάλη και εύφορη πεδιάδα που εκτείνεται δυτικά από τη Δεκέλεια έως τα Άνω Λιόσια. Οι Αχαρνές ανήκουν στη φυλή Οινηΐς, την έκτη φυλή των Αθηναίων,  και, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (2, 19), είναι στην πάτρια Ελλάδα ο πιο πυκνοκατοικημένος δήμος της Αττικής. 

Οι δήμοι της Οινηΐδος Φυλής είναι οι εξής:

Άρμα, επί της Πάρνηθος και παρά την Φυλήν.

Θρία και Θριώ, στο Θριάσιον πεδίο και διπλα στον Ασπρόπυργο Ελευσίνος.

Λουσιά και Λουσία, άγνωστη η τοποθεσία του.

Πτελέα, παρά τον Ιλισό ποταμό και τον Ηριδανό

Αχαρναί, το κατόπιν Μαινίδι ή Μαινίδιον, σήμερα Μενίδι.

Ιπποταμάδαι, περί τον Ποδονίφτη (Σουρμελής).

Μίλητος, το σημερινό Μίλεσι του Ωρωπού.

Τυρμίδαι και Τυρμείδαι, παρά τον δήμο Χολλίδαι, στην πεδιάδα των Αθηνών

Επικηφισιά, στις όχθες των πηγών του Κηφισού ποταμού.

Λακιάδαι, περί τον ΆγιοΣάββα της Ιεράς οδού, ονομάζεται και Λακιά ο Δήμος.

Περιθοίδαι, βρίσκεται στην Επακρία.

Φυλή, επί της Πάρνηθος, πέραν της σημερινής Χασιάς, Φυλής ήδη μετονομασθείς.

Παραδόξως, στις Αχαρνές μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί κανένα ίχνος του σχετικού προγονικού οικισμού. Σύμφωνα με πρόσφατα ευρήματα, τα ερείπια του πρέπει να αναζητηθούν στο νότιο άκρο του χωριού Μενίδι, το οποίο βρίσκεται στην απόσταση 60 σταδίων, ή 11 χλμ., από την Αθήνα, όπως αναφέρεται από τον Θουκυδίδη (2, 21). Στην περιοχή αυτή, βρέθηκαν γλυπτά και επιγραφές ενσωματωμένες σε παλαιές οικίες και χριστιανικά θρησκευτικά οικοδομήματα , τα οποία προέρχονται από τους αρχαίους δήμους των προγόνων. Στο  σύγχρονο έτος 1980, κατά τη διάρκεια ανασκαφών της 2ης Εφορείας Αρχαιοτήτων Αττικής, ένας γεωμετρικός τάφος, ο πρώτος του είδους του στην περιοχή, καθώς και ένας κλασικός τάφος, ανακαλύφθηκαν βόρεια του χωριού. 

Στο έτος 1879, το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ίδρυμα έφερε στην επιφάνεια έναν μυκηναϊκό θολωτό τάφο με πολυάριθμα κτερίσματα στη Λυκότρυπα, 3,5 χλμ. νότια του Μενιδίου. Η κεραμική χρονολογείται στην Υστεροελλαδική III Β περίοδο (1300 έως το 1200 προ κοινής χρονολόγησης). Μερικές εξαιρέσεις μπορεί να χρονολογούνται από την Υστεροελλαδική III A2 (1380-1300 π.κ.χ). Ο τάφος είναι από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους θολωτούς τάφους που έχουν ανακαλυφθεί στην Αττική μέχρι σήμερα (Εικ. 2-3).  

EIK. 2: Κάτοψη και τομή του μυκηναϊκού τάφου στη Λυκότρυπα κοντά στο Μενίδι. 

ΕΙΚ. 3: Είσοδος στον μυκηναϊκό τάφο (δεξιά σήμερα). Πάνω από το υπέρθυρο (αριστερά), οριζόντιες πλάκες και κοιλότητες για ανάγλυφο. 

Στοιχεία λατρείας κατά την Αρχαϊκή και Κλασική περίοδο βρέθηκαν στον δρόμο μήκους 26,52 μ. Ένας μυκηναϊκός οικισμός, στον οποίο πρέπει να ανήκει και αυτός ο τάφος, βρίσκεται λίγο λιγότερο από 1 χλμ. νοτιοανατολικά του τάφου. Εκεί βρέθηκαν κεραμικά Νεολιθικής, Πρωτοελλαδικής και Υστεροελλαδικής III, καθώς και Κλασικής περιόδου. 

Ο Παυσανίας (1.31.6) αναφέρει τους δήμους και σημειώνει ότι οι Αχαρνείς λατρεύουν τους θεούς Απόλλωνα ΑγυιέαΗρακλήΑθηνά Υγίεια και Αθηνά Ιππία, καθώς και τον Διόνυσο Μελπομένο (θρηνόμενο) και Διόνυσο Κισσό. Δύο επιγραφές που βρέθηκαν στο Μενίδι δείχνουν επίσης ότι ο θεός Άρης και η Αθηνά Αρεία μοιράζονται ένα ιερό στις Αχαρνές.  

Αυτές οι επιγραφές, που τώρα φυλάσσονται στη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή στην Αθήνα, δημοσιοποιήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1932. Δυστυχώς, οι κάτοικοι του χωριού εκείνη την εποχή δεν αποκάλυψαν πότε, και κυρίως πού, ανακαλύφθηκαν. Οι πληροφορίες της εύρεσης θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν να εντοπίσουμε το ιερό με τον ναό του Άρεως και της Αθηνάς Αρείας, καθώς η άριστη κατάσταση διατήρησης των επιγραφών υποδηλώνει ότι πρέπει να βρέθηκαν επί του πεδίου του ναού. Μία επιγραφή η οποία χρονολογείται στο τρίτο τέταρτο του 4ου αιώνα π.κ.χ. Η πρώτη επιγραφή, που χρονολογείται στον 4ο αιώνα π.Χ., φέρει ανάγλυφες παραστάσεις του Άρεως και της Αθηνάς Αρείας στο άνω μέρος της και αφηγείται την ανέγερση ενός βωμού προς τιμήν αυτών των δύο θεών (Εικ. 4).  

ΕΙΚ. 4: 4 Ο Άρης και η Αθηνά Αρεία στο πάνω μέρος επιγραφής από το Μενίδι. 3ο τέταρτο του 4ου αιώνα π.κ.χ. 0,73 x 0,44 μ. 

Η δεύτερη, κάπως παλαιότερη επιγραφή, είναι ένα διάταγμα σχετικά με τον όρκο των εφήβων, τον οποίο συνέταξε ο ιερέας του Άρεως και της Αθηνάς Αρείας, επιστέφεται από ανάγλυφο σε σχήμα αετώματος με τα όπλα ενός οπλίτη (Εικ. 5). 

ΕΙΚ. 5: Εξοπλισμός οπλίτη από το επιστέγασμα μιας στήλης που φέρει λαϊκό ψήφισμα από το ιερό του Άρεως και της Αθηνάς Αρείας. Μέσα 4ου αιώνα π.κ.χ. 1,26 x 0,44 μ. 

Όπως πολύ σωστά υπέθεσε ο αρχαιολόγος Όμηρος Α. Τόμσον, ο Ναός του Άρεως, που χτίστηκε μεταξύ 440 και 436 π.κ.χ., μεταφέρθηκε στην Αθήνα μαζί με τον βωμό του και ανακατασκευάστηκε στη βορειοδυτική γωνία της Αγοράς. Εκεί, ο Παυσανίας είδε και περιέγραψε το ιερό του Άρεως (1.8.4). Αυτή η μετεγκατάσταση έλαβε χώρα στα τέλη του 1ου αιώνος π.κ.χ., όπως αποδεικνύεται από την κεραμική που βρέθηκε στα θεμέλια, καθώς και από το είδος των σημάνσεων που χρησιμοποιήθηκαν για να σηματοδοτήσουν όλα τα αρχιτεκτονικά στοιχεία για να διευκολυνθεί η ανακατασκευή. 

Η Αχαρνική Πύλη του Θεμιστόκλειου τείχους της πόλης των Αθηνών, που εντοπίστηκε πριν από πολλά χρόνια, ανακαλύφθηκε εκ νέου το έτος 1974 κατά την κατεδάφιση της οικίας Πετράκη στη γωνία των οδών Αιόλου και Σοφοκλέους (Εικ. 31). 

ΕΙΚ. 31: Ερείπια της Αχαρνικής Πύλης, που αποκαλύφθηκαν το 1974 (πάνω) στη γωνία των οδών Αιόλου και Σοφοκλέους (κάτω σήμερα). 

Αποκαλύφθηκε επίσης η αρχή ενός δρόμου προς τις Αχαρνές, η περαιτέρω πορεία του οποίου είχε αποκαλυφθεί προηγουμένως σε μήκος 300 μέτρων. Κοντά στην Αχαρνική Πύλη, ο αρχαιολόγος Κυριάκος Πιττάκης βρήκε μια μαρμάρινη στήλη το έτος 1832 με την επιγραφή Απόλλωνος ᾿Αγιέως ᾿Αλεξικάκου, ο προστάτης θεός των ταξιδιωτών (IG II² 4850). 

Το έτος 1959, ο αρχαιολόγος Ευθύμιος Μαστροκώστας ανακάλυψε αρκετά γλυπτά και επιγραφές ενός ιερού του Ηρακλέους στην Άνω Λίμνη Ζώφρα, ανάμεσα στα Άνω Λιόσια, το Καματερό και τις Αχαρνές, στην περιοχή του αρχαίου Δήμου Αχαρνών. 

Η Αχαρνική Διώρυγα, που παλαιότερα ερμηνευόταν ως υδραγωγείο του Δήμου Αχαρνών ή ως σύστημα αποστράγγισης, ήταν, όπως απέδειξε ο αμερικανός αρχαιολόγος Eugene Vanderpool, ένα υδραγωγείο που κατασκευάστηκε υπό τον Λυκούργο από τις πλούσιες πηγές του όρους της Πάρνηθος, 6 χλμ. βορειοανατολικά του Μενιδίου, μέχρι την Αθήνα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τέσσερις επιγραφές που βρέθηκαν με την πάροδο του χρόνου στην περιοχή των Αχαρνών (SEG 19, 181-182; IG ΙΙ² 2491, 2502), δεικνύουν μια συμφωνία μεταξύ της κοινοπραξίας των μετόχων της Αχαρνικής Διώρυγας και των ιδιοκτητών των εκτάσεων που επηρεάζονταν από το αρδευτικό του σύστημα· το νερό του αγροτεμαχίου ανήκε  στην κοινοπραξία, η οποία ήταν επιφορτισμένη με την κατασκευή των αγωγών και μπορούσε να καθορίσει τον αριθμό και το βάθος των  καναλιών που θα κατασκευάζονταν, για τα οποία οι ιδιοκτήτες λάμβαναν πλούσια αποζημίωση. Η  λέξη ενναία, που εμφανίζεται για πρώτη φορά σε αυτές τις επιγραφές, ερμηνεύεται από τον καθηγητή Vanderpool ως «το νερό που υπάρχει στο αγροτεμάχιο» (εικ. 6-7). 

ΕΙΚ. 6-7: Δύο από τις τέσσερις «πέτρες όρους της Ενναίας» που βρέθηκαν στο Μενίδι. SEG 19, 181 182. 

ΙΣΤΟΡΙΚΗ – ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΗ – ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ  

ΑΝΑΔΡΟΜΗ 

ΑΧΑΡΝΑΙ (Αχαρναί και Αχάρνη, Αχάρνα δωρικά). Ο δημότης λέγεται Αχαρνεύς, ο πληθυντικός Αχαρνείς και Αχαρνής· ποιητικά απαντά και ως Αχαρνηΐδαι. Τα επιρρήματα είναι Αχαρνήσι και Αχαρνήθεν. Όλα αυτά πιθανότατα προέρχονται από τον ήρωα–αθλητή Αχαρνέα, ο οποίος αγωνίστηκε μαζί με τον Ηρακλή στους επιτάφιους αγώνες του Πέλοπος, σύμφωνα με τον Υγίνο (Λεξ. Ανθ. Γαζή). Κώμη και δήμος, κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, ανήκαν στην Οινηΐδα φυλή. Ήταν η μεγαλύτερη κώμη και ο μεγαλύτερος δήμος –ο πιο πολυπληθής– της Αττικής. 

Ωστόσο δεν είναι και η αρχαιότερη, αφού δεν περιλαμβανόταν στις δώδεκα αρχαίες πόλεις που συνένωσε ο Κέκροπας, όπως η Κηφισιά, η Αφίδνα και η Δεκέλεια, που βρίσκονται γύρω από τις Αχαρνές. Πιθανότατα εκείνη την εποχή οι Αχαρνές ήταν μικρό χωριό και οι κάτοικοί του είχαν ενταχθεί στη Δεκέλεια ή στην Κηφισιά. Αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται από ένα αδιάψευστο τεκμήριο: τον μεγάλο θολωτό τάφο των Αχαρνών, έργο των μυκηναϊκών χρόνων, δηλαδή της περιόδου 2000–1200 π.κ.χ. Πρόκειται για έργο που σχετίζεται με το τοπωνύμιο και με τους πρώτους κατοίκους της Αττικής, τους Πελασγούς. 

Άγνωστη και ανεξήγητη παραμένει η ετυμολογία των τοπωνυμίων Αχάρνη, Αχαρναί και Αχάρνα. Δεν αποκλείεται να σχετίζονται με το Αρχάνιον της Θεσσαλίας και με τις Αρχάνες της Κρήτης.  

Σήμερα δεν αμφισβητείται η σωστή θέση του δήμου των Αχαρνέων. Μόνο ότι δεν βρισκόταν ακριβώς στο σημερινό Μενίδι, αλλά λίγο νοτιοανατολικότερα, στη λοφοσειρά όπου βρίσκονται τα χριστιανικά οικοδομήματα των Αγίων Σαράντα και του Προφήτη Ηλία, καθώς και η θέση «Λυκότρυπα», κοντά στο 10ο χιλιόμετρο, δεξιά της οδού Αθηνών–Μενιδίου. Στη σειρά αυτών των λόφων βρέθηκε τυχαία και ανασκάφηκε το 1879–1880 ο θολωτός τάφος του Μενιδίου, των πρωτοελληνικών χρόνων. Τις ανασκαφές διενήργησε η Γερμανική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών με τον αρχαιολόγο Λόλλινγκ, ενώ τον περιέγραψε ο Έλληνας αρχαιολόγος Π. Καββαδίας. 

Η θόλος είναι κατασκευασμένη κατά τον κυκλώπειο τρόπο, χωρίς πηλό, από λίθους πρόχειρα κατεργασμένους, τοποθετημένους σε οριζόντιες στρώσεις. Ο δρόμος, επίσης κυκλώπειος, έχει μήκος 27 μέτρα και πλάτος 3 μέτρα. Πάνω από το υπέρθυρο (φεγγίτη) υπήρχε το συνηθισμένο τριγωνικό άνοιγμα, το οποίο όμως είχε φραχθεί με τοίχο της ίδιας κατασκευής. Η είσοδος του τάφου ήταν κλεισμένη με ξερολιθιά. 

Ο τάφος αυτός, κατά τον Θεοφ. Αρβανιτόπουλο, μοιάζει με τον λεγόμενο Θησαυρό του Ατρέως στις Μυκήνες και διατηρείται σε σχετικά καλή κατάσταση. Αποτελεί δε το σπουδαιότερο μνημείο των μυκηναϊκών χρόνων στην Αττική. Ευτυχ΄ς διεφυλάχθη ανά τους αιώνες ασύλητος. Τα κτερίσματά του, νεκρικά κοσμήματα, ήταν λίγα και ασήμαντα: μικρά χρυσά, αργυρά και χάλκινα αντικείμενα, από υαλόμαζα και ελεφαντόδοντο, καθώς και ένα μικρό ξύλινο κουτάκι με ανάγλυφες μορφές ζώων. Βρέθηκαν επίσης έξι σκαλισμένες πέτρες και θραύσματα μυκηναϊκών αγγείων νεότερης περιόδου. Όλα φυλάσσονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. 

Την ακριβή θέση των Αχαρνών μέσα στο λεκανοπέδιο μας την καθορίζει ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας την εισβολή των Λακεδαιμονίων στην Αττική με αρχηγό τον Αρχίδαμο, το 431 π.κ.χ. Αναφέρει ότι οι Αχαρνές ήταν ο μεγαλύτερος δήμος της Αττικής και απείχαν 60 στάδια από την Αθήνα, δηλαδή περίπου 11 χιλιόμετρα, αριστερά του Αιγάλεω, στον δρόμο από το Θριάσιο πεδίο. 

Ο Αρχίδαμος εισέβαλε στην Αττική το καλοκαίρι του 431 π.κχ., όταν το σιτάρι ήταν ώριμο. Πρώτα κατέστρεψε με φωτιά τα σπαρτά και τα δέντρα της Ελευσίνας και του Θριασίου πεδίου και κοντά στους Ρειτούς, στη λίμνη Κουμουνδούρου, έτρεψε σε φυγή το αθηναϊκό ιππικό που στάλθηκε εναντίον του. Έπειτα προχώρησε δεξιά, έχοντας το όρος Αιγάλεω (σημερινό Κορυδαλλό), μέχρι που έφθασε στις Αχαρνές. Εδώ ο Αρχίδαμος σταμάτησε, εισέβαλε και άρχισε να καταστρέφει τη γύρω υπαίθριο χώραπ. Και όταν στρατοπέδευσε στην περιοχή τους «στρατόπεδον ποιησάμενος», περίμενε την επίθεση των Αθηναίων από το Άστυ. 

Οι Αθηναίοι, πριν από αυτόν τον κίνδυνο, είχαν μεταφέρει μέσα στο Άστυ τις οικογένειες των κατοίκων του Δήμου, ενώ οι Αχαρνείς είχαν στείλει έξι χιλιάδες οπλίτες. Παρ’ όλα αυτά, οι Αχαρνείς εκείνοι πίεζαν συνεχώς τους Αθηναίους να βγουν σε μάχη, επειδή δεν μπορούσαν να αντέξουν να βλέπουν τα χωράφια τους να καταστρέφονται. Όμως οι Αθηναίοι, με απόφαση του Περικλή, αντιστάθηκαν σε αυτήν την πίεση, επειδή ο ίδιος ο στρατηγός δεν το επέτρεπε. Και τον θεωρούσαν υπεύθυνο για όλα όσα συνέβαιναν. 

Όταν ο Αρχίδαμος κατέστρεφε τους δήμους της Πάρνηθας και της Πεντέλης, τότε ο Περικλής έστειλε στην Πελοπόννησο, για αντιπερισπασμό, εκατό πολεμικά πλοία με χίλιους οπλίτες και τετρακόσιους τοξότες. Έτσι ο Αρχίδαμος αναγκάστηκε να φύγει από την Αττική μέσω Ωρωπού (Β΄ 23). 

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Περικλής, που είχε εκεί κάτω τα πατρικά του κτήματα, καταγόταν από τον εδώ Δήμο της Φλύας. Και κατά την εισβολή του Αρχιδάμου στις Αχαρνές έσπευσε να δηλώσει ότι, αν ποτέ τα κτήματά του γλίτωναν από την καταστροφή, ο Αρχίδαμος —που συνδεόταν μαζί του με δεσμούς φιλίας— να τα χαρίσει στο Δημόσιο ως πατρική του κληρονομιά. Έτσι αναφέρει ο Θουκυδίδης (Β΄ 13). 

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι ο Δήμος των Αχαρνών περιλάμβανε τότε όλους τους μικροσυνοικισμούς που υπήρχαν γύρω του, από την Πάρνηθα έως το Αιγάλεω (Κορυδαλλό). Και ότι τα σύνορά του έφταναν έως τα Άνω Λιόσια και τη στενωπό εκείνη που οδηγεί προς τον Ασπρόπυργο και την Ελευσίνα. Τη στενωπό αυτή είχαν φράξει με τείχος οι αρχαίοι, το οποίο οι Αθηναίοι το ονόμαζαν αργότερα Δέμα, και τα κατάλοιπά του σώζονται μέχρι σήμερα. Το τείχος αυτό τέμνει σήμερα τη σιδηροδρομική γραμμή. 

Ο Αρχίδαμος δεν περιορίστηκε μόνο στην πρώτη εισβολή στην Αττική. Επιχείρησε και το έτος 430 νέα καταστροφή καθώς και τα επόμενα χρόνια έως το 425 π.κ.χ. Επερχόμενοι οι Πελοποννήσιοι, όπως λέει ο Θουκυδίδης, κατέστρεφαν «τα τε πρότερον τετμημένα» όσα είχαν φυτευτεί νωρίτερα (δέντρα, αμπέλια, σπαρτά), όσα είχαν φυτρώσει στο μεταξύ, καθώς και όσα είχαν μείνει από πριν χωρίς να καταστραφούν (Β΄ 47 και Γ΄ 26). Κατέλαβαν επίσης και τη Δεκέλεια (Θουκ. Ζ΄ 19), περνώντας μέσα από τα κτήματα των Αχαρνέων. Έτσι οι Αχαρνείς, σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, υπέφεραν πάρα πολύ και οικονομικά. 

Όλα αυτά μας φανερώνουν το ακμαίο ψυχικό σθένος των αρχαίων Αχαρνέων και την ακεραιότητα του χαρακτήρα τους. Και μας πείθουν ότι οι Αχαρνές δεν απείχαν πολύ από τη σημερινή θέση του Θολωτού Τάφου, γνωστού από την αρχαιότητα ως Λυκότρυπα. Κάθε μετακίνηση του δήμου αυτού σε άλλο μέρος της Αττικής είναι ιστορικά ατεκμηρίωτη. 

Ως ένας από τους μεγαλύτερους δήμους, έδινε κάθε χρόνο αρκετούς νέους ως στρατιώτες στην πόλη των Αθηνών, οι οποίοι διακρίθηκαν άλλοτε στη μάχη του Μαραθώνα. Γι’ αυτό και ο Αριστοφάνης, που έγραψε και ιδιαίτερη κωμωδία με τίτλο «Αχαρνείς», τους αποκαλεί Μαραθωνομάχους. 

Οι Αχαρνείς ήταν, όπως προσθέτει, «πεισματάρηδες, ακατάβλητοι, σφενδονιστές» (στ. 180). Και κάθε τέτοιος άνθρωπος ονομαζόταν «Αχαρνικός», όπως και η μουσική τους λεγόταν «Αχαρνική Μούσα», δηλαδή «τραχιά και βάρβαρη», κατά τον σχολιαστή. Οι Αχαρνές, λέει ο Πίνδαρος, ήταν «ένδοξες (ανδρείες) και πανάρχαιες» (Νέμεα, ΙΙ, 16). 

Ακόμη και οι ηλικιωμένοι Αχαρνείς ονομάζονταν «στιπτοί», δηλαδή «σκληρά καρύδια». Έτσι τους χαρακτηρίζει ο Αριστοφάνης, που έζησε την εισβολή του Αρχιδάμου στην Αττική και πήρε προσωπική εμπειρία από τη μαχητικότητα των Αχαρνέων. Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι από θαυμασμό προς αυτούς έγραψε την ομώνυμη κωμωδία του, η οποία βραβεύτηκε το έτος 425 π.κχ. στους αγώνες των Ληναίων στην Αθήνα. 

Τους θεωρούσε κατεξοχήν πολεμικούς άνδρες (πολεμοχαρείς), γεγονός που οφειλόταν όχι μόνο στη φύση τους, αλλά και στην ύπαρξη στις Αχαρνές ιερού του θεού του πολέμου Άρεως. Η πολεμική τους φύση δεν σχετιζόταν μόνο με τη λατρεία του Άρη, αλλά και με την καθημερινή τους ζωή και τα σκληρά επαγγέλματα που ασκούσαν, εξαιτίας της γειτνίασης με τον ορεινό όγκο της Πάρνηθoς. Έτσι οι αρχαίοι Αχαρνείς, τους οποίους υμνεί ο Πίνδαρος, διακρίνονταν για την ανδρεία τους από τη φύση τους και για το πολεμικό τους πνεύμα. Αυτός ο χαρακτήρας εξηγεί γιατί ο Αριστοφάνης τους παρουσίασε ως άπειρους, ακατάβλητους και ατρόμητους. 

Οι Αχαρνείς, σε καιρό ειρήνης, ασχολούνταν με τη γεωργία, την αμπελουργία και την ελαιοκαλλιέργεια. Η περιοχή τους ήταν ιδιαίτερα γόνιμη, ενώ η Πάρνηθα τους παρείχε άφθονα υλικά για την παραγωγή ξυλοκάρβουνου. Τα ίδια επαγγέλματα, σε κάποιον βαθμό, ασκούν μέχρι σήμερα και οι σύγχρονοι Αχαρνείς, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο. Ιδιαίτερα με την αμπελουργία· γι’ αυτό και ο Δήμος ανήκε στην Οινηϊδα φυλή, η οποία, σύμφωνα με τη μυθολογία, πήρε το όνομά της από τον Οινέα, νόθο υιό του Πανδίονος Β΄. Στην πραγματικότητα όμως το όνομα προέρχεται από την αρχαία λέξη «οἶνος», από την οποία παράγεται ο οίνος. 

Οι Αχαρνές, λέει ο Αγ. Φουριώτης (Αχαρναί), είχαν μεγάλη στρατηγική σημασία για την άμυνα των Αθηνών, όπως και η Δεκέλεια και η Αφίδνα. Επειδή βρίσκονταν (όπως και οι Αχαρνές) πάνω στον δρόμο Αθηνών–Φυλής, όπου υπήρχε το περίφημο φρούριο, έλεγχαν το ανώτερο τμήμα του αθηναϊκού πεδίου. Απέχουν από το Άστυ μόλις εξήντα στάδια, δηλαδή περίπου έντεκα χιλιόμετρα. 

Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύτηκε, όπως είδαμε, ο Αρχίδαμος κατά το πρώτο έτος του μεγάλου Πελοποννησιακού Πολέμου, ο οποίος διήρκεσε συνολικά 27 χρόνια, με ορισμένες διακοπές (431–404 π.κ.χ.). Τελικά νίκησαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι Σπαρτιάτες έγιναν κύριοι των Αθηνών. Τότε καταστράφηκαν και κατεδαφίστηκαν τα τείχη της πόλης και στην εξουσία επιβλήθηκαν οι Τριάκοντα Τύραννοι. Αυτοί ήταν βέβαια Αθηναίοι, εκλεγμένοι από τη Βουλή και την Εκκλησία του Δήμου, αλλά ενεργούσαν υπό την επιρροή των Λακεδαιμονίων και του Λυσάνδρου με σκοπό να αναδιοργανώσουν το απολύτως ολιγαρχικό πολίτευμα. 

Οι Τριάκοντα όμως αυτοί νέοι άρχοντες, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Θηραμένης, ο Κριτίας, ο Χαρικλής, ο Θεόγνις, ο Πείσων κ.ά., ξεπέρασαν κάθε όριο και επέβαλαν το κυρίως έργο τους, ενώ είχαν αναλάβει την εξουσία με αντίθετους ισχυρισμούς: να κυβερνούν ως απόλυτοι κάτοχοι της εξουσίας και να καταδιώκουν τους δημοκρατικούς. Δεν άργησαν να προχωρήσουν σε εκτελέσεις για διάφορες πραγματικές ή προσχηματικές αιτίες, σε διαγραφές πολιτών και σε εξορίες κτλ. 

Για την ασφάλειά τους όρισαν φρουρά από 300 μαστιγοφόρους και 700 Σπαρτιάτες και εγκατέστησαν στον Πειραιά δύναμη αστυνομίας αποτελούμενη από 10 ιδιώτες αστυνόμους. Ταυτόχρονα προσέλαβαν 11 δημίους, εκτελεστές των αποφάσεων των δικαστηρίων, και αφοπλίσαν όλους τους Αθηναίους, εκτός από 3.000 που τους θεωρούσαν έμπιστους. Έτσι, εξορίζοντας και θανατώνοντας αδιάκριτα τους αντιπάλους τους, στράφηκαν εναντίον όλων, δημεύοντας μάλιστα τις περιουσίες όσων διαφωνούσαν. Ευτυχώς, αυτή η τυραννία δεν κράτησε πολύ· όπως ήταν φυσικό, διήρκεσε μόλις 8 μήνες. 

Ένας από τους εξόριστους, ο γενναίος και ένδοξος στρατιώτης της πατρίδας, ο Θρασύβουλος, υιός του Λύκωνα, από τον δήμο Στειρίας, έβαλε τέλος στην τυραννία μαζί με πολλούς άλλους φίλους του δημοκρατικού πολιτεύματος των Αθηναίων. Κατέφυγε στη Θήβα, όπου συγκέντρωσε γύρω του και άλλους. Με 70 από αυτούς κατέλαβε τη Φυλή, φρούριο της Αττικής στα βορειοανατολικά της Πάρνηθας, σε απόσταση 100 σταδίων από την Αθήνα (περίπου 20 χιλιόμετρα), και από εκεί άρχισε ανταρτοπόλεμο εναντίον των Τυράννων των Αθηνών. 

Η φήμη δεν άργησε να διαδοθεί σε όλη την Αττική, τα Μέγαρα, τη Βοιωτία κτλ., και οι υποστηρικτές της Δημοκρατίας έφτασαν τους 700, οι περισσότεροι Αχαρνείς. Έτσι οι Τύραννοι πανικοβλήθηκαν και έσπευσαν να πολιορκήσουν τη Φυλή με ιππικό και με τους τρεις χιλιάδες μισθοφόρους τους, αλλά αποκρούστηκαν και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Την επόμενη ημέρα γύρισαν στην Αθήνα, και άφησαν 15 στάδια προ της Φυλής, περίπου τρία χλμ., μέρος της φρουράς και από το ιππικό περίπου δύο ίλες. 

Εναντίον τους επιτέθηκε ο Θρασύβουλος μέσα σε χιονισμένη νύχτα και σκότωσε 120 άνδρες· το ιππικό καταδίωξε όσους απέμειναν για επτά στάδια. Η νίκη αυτή έγινε κοντά στις Αχαρνές και αύξησε το στράτευμα σε 1.000 άνδρες, καθώς πολλοί, και πάλι από τις Αχαρνές, προσχώρησαν εθελοντικά. 

Οι Τριάκοντα, πιεζόμενοι από τις εξελίξεις, πρότειναν ειρήνη, με την υπόσχεση να προσλάβουν και τον Θρασύβουλο στη διακυβέρνηση. Ο Θρασύβουλος απέρριψε την πρόταση και απαίτησε την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Έτσι προχώρησε μέσω του Πειραιά. Κατέλαβε την πόλη, έδιωξε τους δέκα της αστυνομίας και κατέλαβε τη Μουνιχία. Εκεί έγινε μάχη, όπου σκοτώθηκαν από τους Τριάκοντα ο Κριτίας και ο στρατηγός τους Ιππόμαχος. Από τους 70 αντιπάλους χάθηκαν λίγοι, γιατί οι δημοκρατικοί προστάτευαν, όσο μπορούσαν, τους Αθηναίους πολίτες. 

Ακολούθησαν και άλλα γεγονότα και ο Θρασύβουλος, με την παρέμβαση των Λακεδαιμονίων και του στρατηγού-βασιλιά της Σπάρτης Παυσανία, συμφιλίωσε τους Αθηναίους, οι οποίοι παραχώρησαν αμνηστία σε όλους εκτός από τους Τριάκοντα, τους οποίους τελικά θανάτωσαν. Η απελευθέρωση και η συμφιλίωση των Αθηναίων ήταν έργο του Θρασύβουλου και των δύο φίλων του, του Άνυτου και του Αρχίνου, με οπλίτες από τις Αχαρνές, το 403 π.κ.χ. 

Έτσι σώθηκε η Δημοκρατία και ο λαός έψαλε ξανά τον ύμνο της, εκείνον που είχε συνθέσει ο Καλλίστρατος (βλ. Χ. Μ. Ευαγγελίδη, Το λιοντάρι της Κάντζας, σ. 24): 

«Με κλαδί μυρτιάς και με ξίφος θα περπατώ, όπως ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, 
όταν σκότωσαν τον τύραννο και έκαναν τους Αθηναίους ίσους στους νόμους». 

Και ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τους Αχαρνείς, τους αποδόθηκαν τιμές: να έχουν στην πόλη ιδιαίτερο ταμείο, γραμματεία κτλ. (Γ. Φουρτούνης, όπως παραπάνω). 

Η Δημοκρατία όμως του Θρασύβουλου δεν είχε τη λάμψη εκείνης του Περικλέους. Η παρακμή είχε ήδη αρχίσει. Η Σπάρτη έδωσε το πρώτο χτύπημα. Το έγραψε ο Λύσανδρος με το χέρι του ποιητή Ίωνος, σε ένα επίγραμμα που το ανέθεσαν στο Μαντείο των Δελφών και όπου υπάρχει μέχρι σήμερα (Μουσείο Δελφών), το εξής:  

«Την εικόνα αυτή αφιέρωσε για το έργο του ο Λύσανδρος, 
όταν με τα γρήγορα πλοία του νίκησε τη δύναμη των Κεκροπιδών, 
στεφανώνοντας τη Σπάρτη, την ένδοξη Λακεδαίμονα, 
και την Αθήνα, την όμορφη ακρόπολη και πατρίδα της Ελλάδας». 

Οι Λακεδαιμόνιοι, μετά τη νίκη τους, έστησαν στους Δελφούς —σε δύο σειρές— τριάντα οκτώ αγάλματα θεών και ανθρώπων, ανάμεσα στα οποία και του Λύσανδρου. Το άγαλμα αυτό έφερε την παραπάνω επιγραφή. Τα λείψανά του σώζονται ακόμη στο Μουσείο των Δελφών. 

Ωστόσο, ούτε οι Αθηναίοι ξέχασαν εντελώς τον Θρασύβουλο και τους Αχαρνείς. Τους αφιέρωσαν ένα τετράστιχο επίγραμμα (αγνώστου ποιητή), αφιερωμένο σε εκείνους που «επανέφεραν από τη Φυλή τον δήμο των Αθηναίων», το οποίο λέει: 

«Για την ανδρεία τους ο παλιός δήμος των Αθηναίων 
τους στεφάνωσε, όταν πρώτοι τόλμησαν 
να καταλύσουν την τυραννική εξουσία 
και, διακινδυνεύοντας τη ζωή τους, αντιμετώπισαν τον κίνδυνο». 

(Παλατινή Ανθολογία, τόμος Γ΄, επίγραμμα 12) 

Μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, μαζί με την παρακμή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, άρχισαν να παρακμάζουν και οι δήμοι της Αττικής, ανάμεσά τους και ο δήμος των Αχαρνών. Αυτό, λένε κάποιοι, είναι ο λόγος για τον οποίο ο Στράβων, περιγράφοντας την Αττική τον 1ο αιώνα π.κ.χ., δεν αναφέρει τον άλλοτε σπουδαιότερο δήμο των Αχαρνών ούτε κάνει καμία μνεία σε αυτόν. 

Γιατί ο δήμος αυτός, άλλοτε πλούσιος, σημαντικός και ένδοξος —«τραχύς σαν λαβράκι»— άρχισε να εξασθενεί και να φτωχαίνει, μέχρι που κατέληξε «μαίνη και μαινίς», δηλαδή μικρή σαρδέλα, κατά τον Δ. Σουρμελή. Και από τότε έσβησαν οι Αχαρνές. Και ο δήμος ωνομάσθη Μαινίδιον (Μαινίδι) και σήμερα Μενίδι. 

Ο Δ. Σουρμελής γράφει στο βιβλίο του «Αττικά ή περί Δήμων της Αττικής», πρώτη έκδοση, Αθήνα 1854, σελίδα 89: 

«Αχαρναί και Αχάρνη· Αχαρνεύς λέγεται ο δημότης. Ονομάστηκε από τον «αχάρνη», ιχθύς δυνατός, παρόμοιος με το λαβράκι. Ο δήμος αυτός ήταν ο μεγαλύτερος από τους δήμους της Αττικής, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, και διέθετε τρεις χιλιάδες οπλίτες. Απείχε από την πόλη των Αθηνών εξήντα στάδια, σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα». 

Και συνεχίζει: 

«Οι Αχαρναί μετονομάστηκαν, σε άγνωστο χρόνο, σε Μαινίδιο, που σημαίνει μικρό ιχθύδιο, από τη μαίνη ή μαϊνίδα, δηλαδή τη σημερινή σαρδέλα». Πιο σωστά, μαίνουλα. 

Παρομοίως, στο βιβλίο του «Ιστορία των Αθηνών κατά τον υπέρ ελευθερίας αγώνα», δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1853, σελίδα 12, αναφέρει: 

«Παράξενη είναι η ονομασία Μαινίδιο που επικράτησε. Η λέξη Αχάρνα και Αχάρνη δηλώνει είδος ιχθύος, το οποίο εξηγείται ως λαβράκι. Το Μαινίδιο είναι υποκοριστικό της λέξης μαίνη ή μαϊνίς (σαρδέλα) και σημαίνει κάποιο μικρό ιχθύδιο». 

Και πράγματι, στην αττική διάλεκτο, οι λέξεις αχαρνώςαχάρινηαχάρνα και αχέρλα δήλωναν θαλασσινούς ιχθύες, σύμφωνα με ορισμένους αρχαίους γραμματικούς και λεξικογράφους. Μεταξύ αυτών, ο Καλλίας λέει: 

«Αχαρνώς και ορφώς (ροφός) είναι το ίδιο» 
(στο έργο Κύκλωψ, Α. Β. 474). 

Ο αχαρνώς (και αχάρνης), σύμφωνα με τον Ορειβάσιο, ήταν «ιχθύς με σκληρή φύση, ανθεκτικό, με γερό στομάχι και πλούσιο σε χυμούς» (βιβλίο Β΄, παράγραφος 58). 

Επίσης, σύμφωνα με τον Ησύχιο, «αχάρνα και αχέρλα είναι ονόματα ιχθύων». 

Οι λέξεις μαινίδιον και μαινίς είναι υποκοριστικά της λέξεως μαίνη, που δηλώνει έναν μικρό θαλάσσιο ιχθύ, ο οποίος σήμερα σε άλλα μέρη λέγεται μαινόλι και αλλού μαίνουλα. Το αναφέρουν ο Αριστοφάνης (Βάτραχοι 984, Αποσπάσματα 242), ο Φερεκύδης (εν Επιλήσμονι, 2), ο Αλέξανδρος και ο Τραλλιανός, καθώς και ο Αιλιανός (Ποικίλη Ιστορία 11α, 21) κ.ά. 

Οι αρχαίοι κατανάλωναν αυτόν τον ιχθύ παστό, ως ορεκτικό. Τον πρόσφεραν επίσης ως θυσία στην Κυβέλη και στην Εκάτη, μαζί με άλλους ιχθύες, και τα αποκαλούσαν «Εκάτης βρώματα», τροφές της Εκάτης. 

«Α φησὶν οὗτος μαινίδας εἶναι καὶ τριγλίδας», «Αυτά, λέει, είναι μαινίδες και τριγλίδες» 
(Αθήναιος 7, 309 και 313. Βλ. Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας των Ερ. Στεφάνου και Πάπε Πάσσος, σε μετάφραση Αθ. Σακελλαρίου, στο σχετικό λήμμα). 

Τη λέξη Μαινίδιον και μαινίς χρησιμοποιεί και ο ποιητής Οππιανός (Αλιευτικά 1, 108). Βλέπε επίσης τα λεξικά του Ανθίμου Γαζή και των Liddell–Scott–Κωνσταντινίδου. Τη λέξη γνώριζε και ο γιατρός Ορειβάσιος, ο οποίος αναφέρει ότι «το μαινίδιο έχει ξηραντική ιδιότητα, αλλά όχι ιδιαίτερα ισχυρή» (βιβλίο ΙΕ΄, β). 

Ύστερα από όλα αυτά, ο Δ. Σουρμελής καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: 

«Οι αρχαίοι, λοιπόν, ονόμασαν τον δήμο “Λαβράκι” (Αχάρνη), ενώ οι μεταγενέστεροι τον ονόμασαν “Σαρδέλα” (Μαινίδιον). Φαίνεται ότι είτε ο Αριστοφάνης είτε κάποιος άλλος από τους νεότερους κωμικούς ποιητές, παίζοντας ή μιλώντας σοβαρά, είπε για τον δήμο αυτόν —όταν είχε πια παρακμάσει—: «δεν είναι πια Αχάρνη, αλλά Μαινίδιο, δηλαδή δεν είναι πια λαβράκι, αλλά μικρή σαρδέλα. Και από τότε επικράτησε το όνομα Μαινίδιον». 

Από πού όμως πήρε αρχικά το όνομά του ο δήμος Αχάρνα ή Αχάρνη, αυτό παραμένει άγνωστο. Δηλαδή, η ετυμολογία του τοπωνυμίου αυτού και της ίδιας της λέξης δεν είναι γνωστή. Η πληροφορία ότι ο δήμος πήρε το όνομά του από κάποιον αθλητή με το όνομα Αχαρνέας κτλ. είναι αμφίβολη. Διότι η λέξη Αχαρνέας σημαίνει τον κάτοικο των Αχαρνών και όχι κάποιον επώνυμο ιδρυτή. Ο αθλητής αυτός ήταν Αχαρνεύς, αλλά πώς λεγόταν πραγματικά, δεν είναι γνωστό. 

Ο Σπ. Λάμπρος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο βιβλίο του «Ονοματολογία της Αττικής», εκφράζει την άποψη ότι το τοπωνύμιο Μενίδιον (με ε και όχι με αι) είναι αρβανίτικο (σελ. 38). Αυτή η άποψη επικράτησε και έτσι το όνομα γράφεται Μενίδι(ον) (βλ. και Νεοελληνική Γραμματική της Δημοτικής, έκδοση ΕΣΒ, σελ. 94). 

Ωστόσο, αυτό είναι λανθασμένο. Διότι η λέξη Μενίδι απαντά στην Αττική ως τοπωνύμιο (κοντά στις Αχαρνές) ήδη από τα τέλη του 12ου αιώνα, δηλαδή πολύ πριν εγκατασταθούν οι Αρβανίτες στην Αττική. Οι πρώτοι Αρβανίτες έφτασαν εδώ γύρω στο 1380 μ.κ.χ. και βρήκαν ήδη το τοπωνύμιο αυτό —Μαινίδι— και απλώς εγκαταστάθηκαν σε αυτό. 

ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΚΑΙ ΘΕΟΙ

Ο Παυσανίας, ο οποίος περιηγήθηκε την Αττική τον 2ο αιώνα μ.Χ., ούτε κι αυτός μας λέει όσα θα έπρεπε για τον δήμο αυτό των Αχαρνών. Τον αναφέρει παρεμπιπτόντως, ως μικρό και ασήμαντο, για τα χρόνια του, δήμο. 

«Υπάρχει δε δήμος των Αχαρνών. Αυτοί (οι Αχαρνείς) τιμούν από τους θεούς τον Απόλλωνα Αγυιέα και τον Ηρακλή. Υπάρχει επίσης βωμός της Αθηνάς Υγείας, την οποία ονομάζουν και Ιππία Αθηνά, καθώς και του Διονύσου Μελπομένου, και τον Κισσό, τον ίδιο θεό, λέγοντας ότι εδώ πρωτοεμφανίστηκε το φυτό κισσός» (οι Αχαρνείς). 

Υπάρχει, λέει, και κάποιος δήμος Αχαρναί, γενικά και αόριστα, που δεν θα γινόταν γνωστό το όνομά του, αν δεν συνέπιπτε εδώ να τιμούνται ο Απόλλων Αγυιεύς και ο Ηρακλής, και εδώ να έχουν βωμό η Υγεία Αθηνά, δηλαδή και η Ιππία, και ο Διόνυσος ο Μελπόμενος, ο αποκαλούμενος Κισσός από τους Αχαρνείς, επειδή εδώ το φυτό κισσός έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του πάνω στη γη της Αττικής (Α΄, 31, 6). Και αυτά σε συνδυασμό με άλλους θεούς ή και τους ίδιους, που τιμούνταν σε άλλους δήμους της Αττικής. 

Κι όμως είναι γνωστό από επιγραφές ότι στις Αχαρνές τιμούνταν κυρίως οι θεοί του πολέμου, ο Άρης και η Αρεία Αθηνά, για τους οποίους ο Παυσανίας δεν κάνει λόγο. Προφανώς επειδή στα χρόνια του ο ναός αυτός δεν υπήρχε· τον είχαν κατεδαφίσει, όπως φαίνεται, οι Λακεδαιμόνιοι ή οι Μακεδόνες ή οι Ρωμαίοι ή και άλλοι μεταγενέστεροι επιδρομείς κατά της Αττικής. Πάντως πριν από τον Παυσανία. 

Λέγεται μάλιστα ότι τον αντίστοιχο ναό του Άρη στην Αγορά των Αθηνών τον είχαν ανοικοδομήσει οι Αθηναίοι στη ρωμαϊκή εποχή από τον διαλυμένο ναό των Αχαρνών, επειδή τα μαρμάρινα μέλη που βρίσκονται στην Αρχαία Αγορά των Αθηνών, κατά πάσα πιθανότητα, προέρχονται από διαλυμένους άλλους ναούς. 

Για περισσότερα βλ. Ν. Παπαχατζή, Παυσανίου Αττικά, σελ. 412, και Αγ. Φουριώτη, Αχαρναί, όπ. ανωτ. (Ιούλιος 1976, σελ. 38). Ο ναός των Αχαρνών ήταν των χρόνων του Περικλή. 

Τα τεκμήρια είναι πολλά και πειστικά ότι ο ναός του Άρεως της Αγοράς των Αθηνών μεταφέρθηκε αυτούσιος από άλλο μέρος της Αττικής και, «τεκμηριωμένα», από τον δήμο των Αχαρνέων. Θα αναφέρουμε δύο. 

Μία επιγραφή, που βρέθηκε στο Μενίδι, με τα γράμματα: 


«Επί ιερέως του Άρεως Απολλοφάνους το κοινό των Αχαρνέων». 


Πρόκειται για επιγραφή που μαρτυρεί ότι τότε έγινε κάτι στον εκεί ναό του Άρεως. 

Και μια άλλη, γραμμένη πάνω σε στήλη, που βρέθηκε στην Αγορά των Αθηνών, με χαραγμένο επάνω της τον όρκο που έδιναν οι έφηβοι της Αττικής όταν στρατεύονταν, ελαφρώς διαφορετικό από τον γνωστό, που μας διέσωσε ο ρήτορας Λυκούργος στον λόγο του «Κατά Λεωκράτους». 

Ο ιερέας του Άρεως τιμούνταν εξαιρετικά στις Αχαρνές· είχε φροντίσει τον 4ο αιώνα π.κ.χ. να χαραχθεί και να στηθεί στον εκεί ναό αυτή η στήλη, η οποία κατόπιν προφανώς μεταφέρθηκε και αυτή στην Αθήνα. Λέει: 

«Πατροπαράδοτος όρκος, τον οποίο οφείλουν να ορκίζονται οι έφηβοι. Δεν θα ατιμάσω τα ιερά όπλα ούτε θα εγκαταλείψω τον παραστάτη μου, όπου κι αν σταθώ· θα υπερασπιστώ τα ιερά και τα όσια και δεν θα παραδώσω την πατρίδα μικρότερη, αλλά μεγαλύτερη και ισχυρότερη, τόσο μόνος μου όσο και μαζί με όλους. Και θα υπακούω σε όσους κάθε φορά κρίνουν με σύνεση και στους θεσπισμένους νόμους και σε όσους στο εξής θα θεσπιστούν με σύνεση. Αν κάποιος τους καταλύσει, δεν θα το επιτρέψω ούτε μόνος μου ούτε μαζί με όλους, και θα τιμώ τα πατροπαράδοτα ιερά. Μάρτυρες ας είναι οι θεοί: Άγραυλος, Εστία, Ενυώ, Ενυάλιος, Άρης και Αρεία Αθηνά, Ζεύς, Θαλλώ, Αυξώ, Ηγεμόνη, Ηρακλής». 
(Βλ. και Πολυδ. Ονομαστικόν 11, 105) 

Τον όρκο αυτόν έδιναν οι Αθηναίοι έφηβοι στον ναό της Αγραύλου, η οποία ήταν κόρη του Εριχθόνιου, βασιλιά των Αθηνών, και η οποία, κατά τον πόλεμο του πατέρα της με τους Ελευσίνιους, θυσίασε τη ζωή της για να νικήσουν οι Αθηναίοι, όπως είχε αποφανθεί ο χρησμός του Μαντείου των Δελφών, αφήνοντας παράδειγμα φιλοπατρίας στους εφήβους των Αθηνών (Παυσανίας, Αττικά Α΄, 18, 2). 

Και κάτι ακόμη: στις Αχαρνές βρέθηκε και ένα αναθηματικό ανάγλυφο της θεάς Κυβέλης (Ν. Παπαχατζή, Παυσανίου Αττικά, σελ. 413β). 

Τέλος, ας ακούσουμε τον όρκο των αρχαίων εφήβων, όπως μας τον διέσωσε ο Λυκούργος: 

«Δεν θα ντροπιάσω ποτέ τα όπλα της πατρίδας μου ούτε θα εγκαταλείψω τον παραστάτη μου, όποιος κι αν είναι, αλλά θα αγωνίζομαι υπέρ των ιερών και των οσίων και μόνος μου και μαζί με τους άλλους. Την πατρίδα δεν θα την παραδώσω στους διαδόχους μου μικρότερη, αλλά μεγαλύτερη και ισχυρότερη απ’ ό,τι θα την παραλάβω. Και θα υπακούω πρόθυμα στους καλούς μου άρχοντες και θα υποτάσσομαι στους νόμους και στους θεσμούς του κράτους. Και αν κάποιος τους καταλύει ή δεν τους υπακούει, δεν θα το επιτρέψω, αλλά θα αμυνθώ και μόνος και μαζί με όλους, και τα πάτρια θα τα τιμώ ως ιερά. Μάρτυρες ας είναι γι’ αυτά οι θεοί: Άγραυλος…» 
(Χ. Ενισλείδης, Ο Προσκοπισμός, Αθήνα 1926, σελ. 16) 

Ο ναός του Άρεως των Αχαρνών «μεταφυτεύθηκε» στο περίφημο Άστυ της Παλλάδος επί Ρωμαίου αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, ο οποίος βασίλευε γύρω στα χρόνια του παραμυθιού της «γέννησης στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας», όταν και η Αττική είχε περιέλθει στη Ρώμη. 

Είναι δε γνωστό από την Ιστορία ότι οι Ρωμαίοι πάντοτε σεβάστηκαν την Αθήνα, από θαυμασμό για τον εδώ αναπτυγμένο πολιτισμό, του οποίου υπήρξαν μιμητές, με αρκετές εξαιρέσεις. Ακόμη και ο ύπατος Σύλλας, που κατέλαβε την Αθήνα και την Ελλάδα και την υπέταξε στη Ρωμαϊκή κοσμοκρατορία το 86 π.κ.χ., παρά τη σφαγή πολλών Αθηναίων που είχαν καταφύγει στην Ακρόπολη, άφησε στους υπόλοιπους την ελευθερία να διοικούν την πόλη τους σύμφωνα με το αρχαίο αθηναϊκό (δημοκρατικό) πολίτευμα, κατεδαφίζοντας μόνο τα Μακρά Τείχη. 

Ο ναός αυτός του Άρεως των Αθηνών καταστράφηκε αργότερα από τους Ερούλους το 267 μ.κ.χ., μαζί με όλα τα μαρμάρινα καλλιτεχνήματα της αρχαίας Αγοράς των Αθηνών. 

Ο αρχαίος ιστοριογράφος και πολιτικός του 2ου αιώνα π.κ.χ. Πολύβιος, στα βιβλία των Ιστοριών του, μας πληροφορεί ότι τα έτη 200 έως 197 π.κ.χ. η Αττική, και ιδίως το λεκανοπέδιο των Αθηνών, υπέστη φοβερή καταστροφή από τον δραστήριο και πολεμοχαρή βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Ε΄, ο οποίος βασίλεψε 42 χρόνια, από το 221 έως το 179 π.κ.χ., και είχε κατορθώσει πολλές κατακτήσεις στον τότε γνωστό κόσμο. Και αναγκαστικά ήρθε σε σύγκρουση με τους Ρωμαίους, άλλοτε ως φίλος και σύμμαχος και άλλοτε ως εχθρός και πολέμιος. 

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΚΜΗ

Λέει λοιπόν ο Πολύβιος ότι το έτος 200 π.κ.χ., ενώ ο Φίλιππος βρισκόταν στη Χαλκίδα, θέλησε να τιμωρήσει τους Αθηναίους, επειδή εκείνοι είχαν συμμαχήσει με τους Ρωμαίους. Και ξαφνικά επιτέθηκε εναντίον των Αθηνών, πριν προλάβουν οι Αθηναίοι να κλειστούν μέσα στα τείχη. Όμως εξαπατήθηκε. Τότε ο Φίλιππος στράφηκε εναντίον της υπαίθρου της Αττικής και κατέστρεψε όλα τα αγάλματα όσα βρήκε στο πέρασμά του. Κατεδάφισε και τους ναούς των θεών και όλα τα μνημεία των Ηρώων, από τη Χαλκίδα έως τον Ισθμό της Κορίνθου, καθώς πορευόταν προς την Πελοπόννησο. Και επιστρέφοντας από εκεί από τον ίδιο δρόμο κατέστρεψε ό,τι είχε απομείνει όρθιο, έτσι ώστε, όπως λέει ο Σουρμελής, να μη μείνει ίχνος συμμετρίας και ωραιότητας (Συνοπτική κατάσταση της πόλεως Αθηνών, Αθήνα 1842, σελ. 27). Προφανώς για να εκδικηθεί τους Αθηναίους, οι οποίοι έμειναν κατάπληκτοι μπροστά στην ασέβεια του Φιλίππου. Και γι’ αυτό εξέδωσαν ψήφισμα φοβερής κατάρας εναντίον του. 

Τότε καταστράφηκαν επίσημα τα ωραιότατα καλλιτεχνήματα της υπαίθρου της Αττικής, έξω από την Αθήνα, και μαζί τους πιθανότατα και ο περίλαμπρος ναός του Ενυάλιου Άρεως και της Αρείας Αθηνάς του Δήμου των Αχαρνών. Διότι οι Αχαρνές βρίσκονταν πάνω στο πέρασμα του Φιλίππου, ερχόμενου από τη Χαλκίδα ή και επιστρέφοντος προς αυτήν. Οι δε άτυχοι Αχαρνείς καταστράφηκαν οικονομικά για δεύτερη φορά. Και έτσι τους αγνοεί ο περιηγητής Στράβων, ο οποίος λίγο αργότερα επισκέφθηκε την Αττική και τις Αθήνες. Ο δε περιηγητής Παυσανίας, που ήρθε στις Αθήνες και περιέγραψε κι αυτός την Αττική, βλέπει τον ναό του Άρεως μέσα στον περίβολο της αρχαίας Αγοράς, χωρίς να μιλά για τέτοιον ναό των Αχαρνών, το έτος 150 μ.κ.χ. Τον είχε τοποθετήσει εκεί ο Οκταβιανός Αύγουστος το έτος 15 π.κ.χ., όπως έχει ειπωθεί. Οι δε Αχαρνές είχαν υποβαθμιστεί σε Μενίδι. Θα μας το πει ύστερα από πολλά χρόνια (το 1200) η λατινική επιστολή του πάπα Ιννοκέντιου Γ΄. 

Είχε προηγηθεί έριδα μεταξύ του Βερνάρδου και του μεγάλου κυρίου Όθωνα ντε λα Ρος, που ήταν και οι δύο γαλλικής καταγωγής (Φράγκοι), χριστιανοί του Λατινικού Δόγματος (Ρωμαϊκής Εκκλησίας). 

Οι δύο αυτοί ξένοι άνδρες φιλονίκησαν για τη διανομή των κτημάτων της Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας Αθηνών, της οποίας ο αρχιεπίσκοπος Μιχαήλ Ακομινάτος αυτοεξορίστηκε τότε στο νησί Τζιά (Κέα), για να αποφύγει τις προστριβές με τους βίαιους κατακτητές. Για την επίλυση των διαφορών ο Βερνάρδος κατέφυγε στη Ρώμη, όπου ο πάπας Ιννοκέντιος τον εφοδίασε με την εν λόγω επιστολή, ως έγγραφο διακανονιστικό, προφανώς αντλημένο από τα αρχεία της Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Αθηνών, με τα σφάλματα που παρατηρούνται στην επιστολή να οφείλονται στην άγνοια της γλώσσας από τον Λατίνο αντιγραφέα. Βλέπε Γρηγορόβιο – Σ. Λάμπρου, Ιστορία της πόλεως των Αθηνών κατά τους μέσους χρόνους, Αθήνα 1904, τόμος Α΄ σελ. 411 κ.ε. και Β΄ σελ. 507, όπου η επιστολή χαρακτηρίζεται ως Παπική Βούλα. 

Όχι λιγότερο όμως και κατά τη Βυζαντινή περίοδο, και μάλιστα από την εποχή της Εικονομαχίας, όταν η επιρροή του πάπα της Ρώμης αφαιρέθηκε από την Εκκλησία της Αχαΐας και αποδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως Εκκλησία της Ελλάδας, οι πρώτοι αυτοκράτορες, μέσα στον ζήλο τους να προστατεύσουν την επίσημη θρησκεία του κράτους, καταδίωξαν τα πάτρια των προγόνων και διέταξαν την εξαφάνιση των λατρευτικών αγαλμάτων. Τότε και η Αττική δοκίμασε τα άσχημα αποτελέσματα του θρησκευτικού φανατισμού. Ιδίως ο Θεοδόσιος ο Μέγας και ο Ιουστινιανός δεν λυπήθηκαν τα καλλιτεχνήματα της προγονικής Αττικής. 

Έτσι, μαζί με τις επιδρομές των Ερούλων, των Γότθων, των Αβάρων και των Αράβων, πολλά καλλιτεχνήματα καταστράφηκαν και στην Αττική μαζί με την Αθήνα, η οποία τότε έχασε την αρχαία της δόξα. Το μαρτυρεί ο επίσκοπος Κυρήνης (Αφρικής) Συνέσιος, που επισκέφθηκε το Άστυ τον 4ο αιώνα μ.κ.χ.: «Τίποτε το σεμνό δεν έχουν πλέον οι σημερινές Αθήνες, παρά μόνο τα περίφημα ονόματα των τόπων». Και παρακάτω παρομοιάζει την πόλη «με το δέρμα ζώου που έχει απομείνει μετά τη θυσία· τίποτε άξιο λόγου δεν βρίσκεται πια σε αυτήν την πόλη, εκτός από τα ένδοξα ονόματα των αρχαίων τόπων. Όχι πια οι σοφοί της, αλλά οι μελισσοκόμοι δίνουν κάποια φήμη στην πόλη». Και κατά λέξη: «Όπως από το θυσιασμένο ζώο απομένει το δέρμα, σημάδι του κάποτε ζωντανού οργανισμού, έτσι εδώ, αφού η φιλοσοφία έχει εκδιωχθεί, απομένει μόνο να θαυμάζει κανείς περιπλανώμενος την Ακαδημία. Κάποτε η πόλη ήταν εστία σοφών, τώρα όμως τη δοξάζουν οι μελισσοκόμοι». Και τέλος κατηγορεί τον πλοίαρχο που τον έφερε εδώ (Γρηγορόβιος – Λάμπρου, Ιστορία Αθηνών, Α΄ σελ. 109). 

Οι σοφοί των Αθηνών εγκατέλειψαν την πόλη και κατέφυγαν στα γύρω βουνά και κυρίως στον Υμηττό, «ως τόπο με βοτάνια και μελισσοτροφίας». Εκεί, αντί για τη Φιλοσοφία, καλλιεργούσαν τη Μελισσοτροφία, εξασφαλίζοντας από αυτή τα αναγκαία για τη ζωή τους. Να και ένα σκωπτικό επίγραμμα, αφιερωμένο στους σοφούς των Αθηνών εκείνων των χρόνων.

«Επαινείτε με εύστοχες φράσεις τους παλαιούς σοφούς των Αθηνών, Πλάτωνες, Σωκράτες, Ξενοφάνηδες, Επικούρους, Πύρρωνες, Αριστοτέληδες. Δεν έχετε πια τίποτε άλλο παρά τον Υμηττό και το μέλι, και τάφους νεκρών, όπου βρίσκονται τα πνεύματα των σοφών. Στην πόλη σας κυριαρχεί η πίστη, ενώ οι σοφοί λόγοι έχουν χαθεί»
(Παλατινή Ανθολογία, τόμ. Γ΄, επίγραμμα 39, ανώνυμο).

Λέχθηκε ότι από την εποχή του Φιλίππου Ε΄ της Μακεδονίας η Αττική και ο πληθυσμός της άρχισαν να φθίνουν. Είναι η περίοδος των επιδρομών και των καταστροφών, που μαζί με το πέρασμα των χρόνων πολλαπλασιάζονταν και αυξάνονταν. Τόσο ώστε η Αττική και οι δήμοι της να αρχίσουν —ιδίως οι μικροί— να εξαφανίζονται από έλλειψη κατοίκων και τα ονόματά τους να διατηρούνται μόνο ως απλές τοπωνυμίες. Το κακό αυτό έγινε εντονότερο στα χρόνια του Βυζαντίου και γενικά του Μεσαίωνα, όταν άρχισε να γιγαντώνεται η παρακμή.

Από τα μέσα σχεδόν του 11ου αιώνα αρχίζουν οι ΑνατολικοΡωμαίοι (Βυζαντινοί) χρονογράφοι να μιλούν για μια νέα δύναμη ανάμεσα στους Ελλαδίτες, που κατοικούσε βόρεια της Ηπείρου και δυτικά, σε μια περιοχή που ονομαζόταν Άρβανον, και τους κατοίκους της τους έλεγαν Αρβανίτες. Κατοικούσαν εκεί κατά φατρίες (φάρες) και ζούσαν πολεμική και φυσική ζωή. Ήταν χριστιανοί και μιλούσαν ιδιαίτερη γλώσσα, ενώ καυχιόνταν ότι είναι απόγονοι του Πύρρου, βασιλιά της Ηπείρου. Δηλαδή είχαν τη συνείδηση ότι είναι Ηπειρώτες, εθνολογικά συγγενείς με τους κατοίκους της υπόλοιπης Ελλάδας, τους Έλλαδίτες. Και με αυτούς σκέφτηκαν οι διοικούντες την Ελλάδα να ενισχύσουν τις τάξεις του στρατού τους και τα χωριά τους που καθημερινά ερημώνονταν.

Η πρώτη μετακίνηση των Αρβανιτών από το Άρβανον προς τα νότια τοποθετείται στα έτη 1021–1022, με την καταστροφή του Άρβανου από τους Βουλγάρους, κατά τον πόλεμο των Βουλγάρων με τον Βασίλειο Β΄ τον Βουλγαροκτόνο. Αυτός είναι και ο πρώτος αυτοκράτορας του Βυζαντίου που χρησιμοποίησε την πολεμική ικανότητα των Αρβανιτών. Οι μεταγενέστεροι αυτοκράτορες μετακινούσαν τους Αρβανίτες κατά φάρες και τους εγκαθιστούσαν σε ακραία και επίκαιρα —στρατηγικά— σημεία του κράτους, ως στρατιώτες-φύλακες, ακρίτες, μαζί με τις οικογένειές τους. Αργότερα, οι γαιοκτήμονες τους χρησιμοποιούσαν ως μισθωτούς καλλιεργητές — κολλίγους.

Έτσι έχουμε εγκαταστάσεις Αρβανιτών στην υπόλοιπη Ήπειρο και στη Θεσσαλία. Και από εκεί ξεχύθηκαν προς τα νότια, στη Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο (Μοριά).