Πέμπτη μεσούντος Εκατομβαιώνος

ΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΓ

Πέμπτη μεσούντος Εκατομβαιώνος

Αθηνάς

διχόμηνις

προεόρτιος
Συνοικίων

ιερός

άσβεστος

λύχνος

Αθηνάς

τριετηρική θυσία

Γλεόντων
Τριττύς
Λευκοταινίων


Ἡ δεκάτη πέμπτη, πέμπτη μεσούντος, πέντεκαιδεκάτη, πέμπτη επί δέκα, πέμπτη επί δεκάτη

― ιδος, ὁ, ἡ, = διχόμηνος, είναι η διαίρεση του μηνός, η εσπέρα της πανσελήνου του μηνός, ἑσπέραι, πανσέληνοι νύκτες, · ἦσαν δὲ αὗται αἴσιαι διὰ γάμους, Εὐρ. Ι. Α. 719· νυκτός διχομήνιδος εὐφεγγὴς σελάνα Βακχυλ. 8. 29.

Μια θυσία που πραγματοποιείται ανά δύο έτη καταγράφεται για τη σημερινή ημέρα σε ένα μεγίστου σημασίας θραύσμα επιγραφής του Αθηναϊκού Έτους θυσιών:

ΕΣΠΕΡΙΑ 1935 αρ. 2, σελ. 21 , σειρές 30-43

τάδε το έτερον έτος θύεται Α…..
Εκατομβαιώνος
πέμπτηι επί δέκα
εκ των φυλο-
βασιλικων
Γλεόντων φυληι
Λευκοταινίων
τριττύι οιν
λειπογνώμονα
ιερεωσυνα
φυλοβασιλευσι
νωτο
κηρυκι ‘ωμο
ποδων κεφαλης

Αυτή η θυσία σχετίζεται με τα Συνοίκια, που ακολουθούν και στην 16η του Εκατομβαιώνος.

Λειπογνώμων σε αυτή την θυσία καλείται το τρίχρονο νεαρό κριάρι ή ο αμνός, ή ο μόσχος, που έχει αποβάλλει τα πρώτα δόντια.

ΕΥΣΤΑΘ. Ι 239 (σελ. 1267.12)
― Φασὶ γοῦν οἱ παλαιοὶ ὅτι οὐ μόνον τρεῖς ἡλικίαι, ἀρήν ἀμνός
ἀρνειός, καὶ ὅτι τοῦ ἀμνοῦ καὶ θηλυκὸν ἡ ἀμνή –πρόβατον
αὐτὸ μέσον τῆι ἡλικίαι– καὶ ὅτι ἀμνὴ ἐνιαύσιον ἄρνα δηλοῖ
(…), ἀλλὰ καὶ ὅτι Ἴστρος ἐν Ἀττικαῖς λέξεσιν «ἄρ-
να», φησίν, «εἶτα ἀμνόν, εἶτα ἀρνειόν, εἶτα λειπογνώμονα· ἐλέ-
γετο δὲ καὶ μοσχίας ὁ τριέτης κριός».
ΑΠΟΔΟΣΗ:
Εὐστ. στὸ Ι 239 (σ. 1627.12)
Λένε μάλιστα οἱ παλαιοὶ ὅτι δὲν εἶναι μόνο τρεῖς οἱ ἡλικίες (τῶν προ-
βάτων), ἀρήν ἀμνός ἀρνειός (ἀρνάκι γάλακτος, ἀρνάκι, ἀρνί [ζυγού-
ρι]), καὶ ὅτι τοῦ ἀμνοῦ τὸ θηλυκὸ (λέγεται) καὶ ἀμνή (ἀμνάδα ἢ ἀρνά-
δα) –πρόβατο αὐτὸ σὲ μέση ἡλικία– καὶ ὅτι τὸ ἀμνὴ δηλώνει ἀρνὶ ἑνὸς
χρόνου (…), ἀλλὰ καὶ ὅτι ὁ Ἴστρος στὸ Ἀττικαὶ λέξεις
«ἄρνα», λέει, «ἔπειτα ἀμνόν, ἔπειτα ἀρνειόν, ἔπειτα λειπογνώμονα
(ξεδοντιάρικο ἢ φαφούτικο πρόβατο)· λεγόταν δὲ καὶ μοσχίας τὸ
τρίχρονο κριάρι».

ΦΩΤΙΟΣ καὶ ΣΟΥΔΑ. (Συναγ.) σ.λ. ἀμνόν
ἀμνόν· τὸ χρονιάρικο ἀρνί. Ὁ Ἴστρος στὸ Ἀττικαὶ (λέξεις,
λέει): «ἄρνα, ἔπειτα ἀμνόν, ἔπειτα ἀρνειόν, ἔπειτα λιπογνώμονα,
μοσχίαν δὲ (ἢ μοσχίωνα) τὸν €πρῶτον (τὸ τρίχρονο κριάρι ἢ τὸ πρό-
βατο ποὺ τοῦ πέφτουν τὰ πρῶτα δόντια, ἤ: μοσχίον δὲ τὸ πρῶτο
δηλ. τὸ νεογέννητο)».
Οι θυσίες την 16η του Εκατομβαιώνος έχουν εγκριθεί από το ίδιο σώμα (εκ των φυλοβασιλικών) και από τα ιδία μέλη της φυλης των Γλεόντων.

Η 16η του Εκατομβαιώνος είναι πιο σπουδαία ημέρα για τις θυσίες που είναι μεγίστου σημασίας.
Καμμία πηγή δεν καταγράφει ότι τα Συνοίκια είναι εορτή που διαρκούσε δύο ημέρες, αλλά η παραπάνω θυσία μας πιστοποιεί ότι προηυπήρχε ο εορτασμός της πρώϊμης περιόδου που άρχιζε την πανσέληνο.
Καμμία δημοσια συνέλευση δεν καταγράφεται για την 15η του Εκατομβαιώνος, παρόλα αυτά μαρτυρούνται Διαδικασίες κατά Νόμον για τη σημερινή ημέρα στο -330:

IG II² 1578

πολεμαρχούντος Δημοτέλους τοῦ Ἀντμάχου Ἁλ̣α-
ιέως δίκαι αποστασίου Ἑκατονβαιῶνος πέμπ̣τει ἐπὶ δέκα.


Ο ιερός άσβεστος λύχνος της θεάς Αθηνάς

Τελετή και εκδήλωση Ευλάβειας προς το άγαλμα της Αθηνάς αποτελεί ο χρυσός «ἄσβεστος λύχνος» που καίει μπροστά του ημέρα και νύχτα.

Η πρώτη αναφορά σε λύχνο γίνεται στον Όμηρο (Οδύσσεια τ, 33-4) όπου η θεά Αθηνά βαδίζει κρατώντας ένα «χρυσό λυχνάρι που σκόρπιζε υπέροχο φως». Χρυσός είναι ο πιο φημισμένος λύχνος της αρχαιότητας, έργο του γλύπτη Καλλιμάχου. Είναι η άσβεστος λυχνία που καίει συνεχώς μπροστά στο ξύλινο λατρευτικό άγαλμα (ξόανο) της Αθηνάς Πολιάδος στο ναό της στην Ακρόπολη (Ερέχθειο). Ο λύχνος τροφοδοτείται με λάδι μία μόνο φορά το χρόνο, έχει φιτίλι από ίνες Καρπάσιου λίνου (είδος αμιάντου από την Κύπρο) που δεν καίγεται ποτέ και ο καπνός του φεύγει ψηλά μέσα από τον κορμό ενός χάλκινου φοίνικα που έχει πλάσει ο Καλλίμαχος. Το χρυσό λυχνάρι δεν σώθηκε. Ωστόσο στο Ερέχθειο βρέθηκε ένας άλλος περίτεχνος λύχνος από χαλκό. Έχει τη μορφή πολεμικού πλοίου και χαραγμένη πάνω του την επιγραφή ιερόν της Αθηνάς, που δηλώνει ότι είναι ιερό αντικείμενο στην κατοχή της θεάς Αθηνάς. Πρόκειται για το ομοίωμα μιας τριήρους, του ταχύτατου πλοίου που κατατρόπωσε τους Πέρσες στη ναυμαχία της Σαλαμίνας το -480και εγγυήθηκε για δύο σχεδόν αιώνες την αθηναϊκή θαλασσοκρατία. Ήταν όμως και το πλοίο στο κατάρτι του οποίου οι Αθηναίοι μετέφεραν κάθε τέσσερα χρόνια το νέο ένδυμα (πέπλο) για να ντύσουν το ξόανο της Αθηνάς Πολιάδας στο Ερέχθειο, κατά τη εορτή των Μεγάλων Παναθηναίων, τη σημαντικότερη εορτή της πόλης.

Ο ιερός άσβεστος λύχνος είναι έργο του πλάστη Καλλιμάχου και εφοδιάζεται μια αφορά τον χρόνο με την αναγκαία ποσότητα λαδιού, συνδέεται ψηλότερα με τον κορμό ενός χάλκινου φοίνικα ο οποίος μεταφέρει την καπνιά της θρυαλλίδας πάνω από την σκεπή του ναού για να μην ρυπαίνεται η εσωτερική επιφάνεια των τοίχων του ναού και η οροφή. Ο ιερός άσβεστος λύχνος περιέχει μόνον ελαιόλαδο, η μητέρα του λύχνου είναι η θεά Εστία.

Σήμερα εμείς οι Έλληνες κατά τα πάτρια, ανάβουμε έναν λύχνο μετά την δύση του ηλίου, που περιέχει ελαιόλαδο, μπροστά από το άγαλμα της θεάς Αθηνάς και τον αφιερώνουμε στην θεά στις ιερές της ημέρες ως τελετή και εκδήλωση Ευλάβειας προς την θεά Αθηνά.

―ΔΙΑ ΤΟ ΑΣΒΕΣΤΟΝ ΑΘΗΝΗΣΙ ΛΥΧΝΟΝ ΙΕΡΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΥ ΕΛΑΙΟΥ ΠΕΡΙΕΙΔΕ ΣΧΟΛΙΑ ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ, ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ.


Τα Συνοίκια των Αθηναίων

Εισαγωγή

Κατά την διάρκεια της Σκοτεινής Περιόδου (-1200 έως το -700), η κοινωνία και η διακυβέρνηση των πολιτειών άλλαξαν. Στην Αττική ένας αυξανόμενος πληθυσμός οργανώθηκε γύρω από την πόλη της Αθήνας σε ένα σύστημα φρατριών. Οι φρατρίες εγγράφουν τώρα ουσιαστικά στις τάξεις τους νέους άνδρες (έφηβους) ως στρατιώτες και πολίτες. Αυτή η διαδικασία, που διεξάγεται στις στοές των φρατριών  σε όλη την ύπαιθρο, ρίζωσε τόσο πολύ που συνεχίστηκε ακόμη και όταν ο Κλεισθένης μεταβίβασε την κύρια ευθύνη στους δήμους. Με την έλευση των φρατριών, η τελετή των Εκατομβαίων στη νοτιοανατολική Αθήνα έχασε κάθε σημασία. Οι φρατρίες δεν ενώθηκαν στην πόλη, όσο μπορεί κανείς να δει, σε καμία αντίστοιχη τελετή.

 Αν κοιτάξουμε μπροστά στους τυράννους, διαπιστώνουμε ότι έχει επινοηθεί μια άλλη αστική τελετή· η  ορκωμοσία στο ιερό του Αγλαύρου, ακολουθούμενη από την παννυχίδα και την πομπή των Παναθηναίων. Η τελετή συνεχίστηκε και όταν οι πολίτες εγγράφονται από τους δήμους. Αργότερα ακόμη, οι νέοι άνδρες περνούν μια περίοδο εκπαίδευσης για να χαρακτηριστούν οπλίτες και πολίτες και οι δημότες έρχονταν στην Αθήνα λίγο πριν, τον μήνα Μεταγειτνιώνα, για να εκλέξουν τους επόπτες. Αυτές οι εξελίξεις πραγματοποιούνται στην παλαιά Αγορά ανατολικά της Ακρόπολης – μια πανάρχαια «παλαιά» Αγορά όπως φαίνεται αργότερα, αλλά μια νέα την εποχή των φρατριών. Αν και οι πολίτες εγγράφονταν τοπικά, τα μέλη της φρατρίας έρχονται στην Αθήνα στην αρχή του πολιτικού έτους για έναν άλλο σκοπό· να εκλέξουν ή να αναγνωρίσουν τους αξιωματούχους της πολιτείας. Η διαδικασία, στην πανσέληνο του πρώτου μήνα (Εκατομβαιώνα), ονομάζεται Συνοίκια, δηλαδή τις «τελετουργίες των συν-οίκων», δηλαδή των οίκων στις στοές των φρατριών.  Η λατρεία απευθύνεται στον Δία και την Αθηνά, τις θεότητες της Ακροπόλεως που έχουν υιοθετηθεί από κάθε φρατρία.

 Το έδαφος που επιλέγεται για τη συγκέντρωση βρίσκεται κάτω από την ανατολική κλιτύ της Ακροπόλεως, έτσι ώστε ο Δίας και η Αθηνά να κοιτάζουν από ψηλά τους λατρευτές τους.

Αυτή ήταν τώρα η Αγορά της Αθήνας, και είχε στηθεί ένας βωμός του Διός που έγινε ο πιο διάσημος βωμός της πόλης – «ο βωμός του οίκτου»,  όπου

οι ικέτες ζητούν ακρόαση από την λαοσυνέλευση. Ένα Πρυτανείο και άλλες υπηρεσίες της πολιτείας χτίστηκαν δίπλα στον ανοιχτό χώρο.

Η Αττική υπηρετείται από την οργάνωση των φρατριών μέχρι τον (-)έκτο αιώνα, όταν ξέσπασαν συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών περιοχών. Τα μέλη της φρατρίας συγκεντρώνονται τότε πάντα οπλισμένοι στα Συνοικία, αλλά η πρακτική ήταν πλέον πολλή επικίνδυνη. Ο τύραννος Πεισίστρατος ανέστειλε τις συγκεντρώσεις, και όχι φυσικά το τελετουργικό,  και επανατοποθέτησε το κατάλυμα  των αρχόντων στον βορειοδυτικό τομέα της πόλης. Από τότε, οι πολιτειακές υπηρεσίες διαχωρίστηκαν ανάμεσα στην παλαιά Αγορά και τη νέα, την Αγορά που γνωρίζουμε από την ανασκαφή. Ολόκληρο το σώμα των πολιτών δεν συγκεντρώνεται πλέον σε καμία από τις δύο Αγορές, αλλά στην Πνύκα ή στο θέατρο του Διονύσου.

Ωστόσο, η παλαιά αγορά εξακολουθούσε να φιλοξενεί ορισμένες παραδοσιακές συνελεύσεις, καθώς και έκτακτες συνελεύσεις. Τον (-)πέμπτο αιώνα μέρος του εδάφους  μετατράπηκε σε ένα ευρύχωρο ιερό του Θησέως, και κατά την ελληνιστική περίοδο ακόμη ένα μέρος αυτού σχεδιάστηκε ως γυμνάσιο·  τόσο το Θησείο όσο και το γυμνάσιο έχουν πολιτειακές αστικές χρήσεις που προέρχονται από την Αγορά. Η ίδια η Αγορά ποτέ δεν παρήκμασε· πράγματι, έγινε λογοτεχνική τάση η διατήρηση του όρου «Αγορά» για αυτήν την περιοχή, και ομιλούμε για τη νέα Αγορά ως  η Αγορά του «Κεραμεικού».

 Η εορτή Συνοικία, όπως και τα Εκατόμβαια, είναι αποτυπωμένη στο βίο του Θησέως. Αλλά το γεγονός είναι καθαρά δευτερεύον. Μετά τον κύκλο των άθλων που κορυφώνεται με τη σφαγή του Μινώταυρου, όταν ο Θησέας διαδέχθηκε τη βασιλεία και το παράδειγμα ενός νεαρού Αθηναίου  είχε πλέον ολοκληρωθεί, το επόμενο βήμα, πριν από τους μάλλον ανόμοιους άθλους της ωριμότητας του Θησέως, είναι ο θεσμός των  Συνοικίων.  Ο Θησεύς  καλεί όλον τον λαό της Αττικής στο κέντρο της Αθήνας για να μοιραστούν μια κυβέρνηση επί ίσοις όροις. Πιο συγκεκριμένα, τους δίνει ένα κοινό Πρυτάνειο και το Σώμα της Βουλής, και κάνει τις υπηρεσίες  εκλέξιμες.

Τίποτα δεν αναφέρεται για τις φρατρίες σε αυτό το πλαίσιο. Το περήφιμο  αποτέλεσμα της δράσης του Θησέως είναι η ισότητα στην αθηναϊκή κοινωνία, η εισαγωγή της άμεσης δημοκρατίας, αλλά και η ενοποίηση της Αττικής, που επιφέρουν έναν άμεσο «συνοικισμό». Η πρώτη αντίληψη είναι αναχρονιστική και η δεύτερη είναι μη πραγματική. Οι φρατρίες εγκατέστησαν αξιωματούχους και βουλευτές της Αθήνας, με μια διαδικασία που δεν γνωρίζουμε· μια διαδικασία που αφομοιώθηκε με τις εκλογές ή τις κατανομές της μεταγενέστερης αθηναϊκής δημοκρατίας. Η επανένωση των φρατρικών στοών δίνει την ονομασία στην εορτή, τα Συνοίκια. Τα Συνοίκια  έχουν παρερμηνευθεί ως «συνοικισμός» του γνωστό είδους, του ερχομού στις συνοικίες, και μας λένε, εντελώς παράλογα, ότι οι άνθρωποι από μακριά από κάθε μήκη και πλάτη της Αττικής εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα και ότι σε όλη την Αττική έκλεισαν αναρίθμητα Πρυτανεία και Βουλευτήρια.

Οι φρατρίες των Συνοικίων έχουν αφήσει το στίγμα τους αλλού, στους πανάρχαιους ανασχηματισμούς της πρώιμης Αττικής που αναφέρονται από τη χαμένη αρχή της Πολιτείας των Αθηναίων [του Αριστοτέλη] και από τον αττικό ετεογράφο Φιλόχορο. Οι ανασχηματισμοί τους προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τις τελετές στην εορτή. Για αυτό έχουμε ανεξάρτητη μαρτυρία στο ιερό Έτος  των θυσιών της Αθήνας.

Οι ανασχηματισμοί του [Αριστοτέλη] και του Φιλοχόρου είναι υπερβολικά σχηματικές, αλλά συγκρίνοντάς τες με το ιερό Έτος των Αθηναίων, μπορούμε να δούμε πώς έκαναν λάθος. Το κατάλοιπο της  αλήθειας απαρτίζει τη γνώση μας για την πρώιμη Αττική.

Η μελέτη  ακολουθεί  ως εξής. Πρώτα οι πηγές, και το εύρος των αποδεικτικών στοιχείων που παρέχουν, άμεσα και έμμεσα. Στη συνέχεια τα άμεσα στοιχεία για το τελετουργικό, εκ πρώτης όψεως αντιφατικό· η θυσία στην Ακρόπολη·   οι θεότητες της εορτής, ο Δίας φράτριος και η Αθηνά φρατρία. Στη συνέχεια μερικά ερωτήματα τοπογραφίας·  η θέση της παλαιάς αγοράς. Η αντίληψη του Απολλόδωρου για την Αφροδίτη πάνδημο, που παρεξηγήθηκε από πάντες και τους μεταγενέστερους,  «ο βωμός του οίκτου»· ο βωμός και άγαλμα της Ειρήνης, μιας μεταγενέστερα εισαγμένης θεότητος στην εορτή. Τέλος, η πρώιμη οργάνωση της Αττικής· Ο Αριστοτέλης περί φρατριών και τριττυών και ο Φιλόχορος για «τις δώδεκα πόλεις» και τις φυλές, και την πραγματικότητα που προϋποθέτουν και οι δύο. Ο Αριστοτέλης και άλλοι περί των τριών επαγγελματικών τάξεων, μια θεωρία τεκμηριώνεται από τους συντελεστές της εορτής·  η τελετουργική ταυτότητα των Ευπατρίδων, των Γεωμόρων και των Δημιουργών.  (Βλέπε χάρτες 3 και 4.)

Οι Πηγές

Ο Θουκυδίδης και ο Πλούταρχος υποστηρίζουν τα Συνοίκια ως ανάμνηση του συνοικισμού του Θησέως· η διακήρυξη του κήρυκα που παραθέτει ο Πλούταρχος είναι ξεκάθαρο μέρος της τελετουργίας και μερικών άλλων τελετουργικών λεπτομερειών που συνάγονται από την ιστορία. Η εορτή εμφανίζεται στην στήλη των πρώιμων κανόνων του δήμου των Σκαμβωνιδών, και, ως τριετηρική εορτή (ανά δύο έτη), στο πολιτειακό Έτος των θυσιών που δημιουργήθηκε περίπου το -399 (Θουκ. 2.15.1-2,16.1,  Πλούτ. Θησ. 24.1-4, IG I³ 244.16-19,  Hesperia 4 (1935) 19-21 αρ. 2 γρ. 31-59. Μερικές σύγχρονες καταγραφές της εορτής, Mommsen, Feste 35-40, Μ.P. Nilsson, RE 4 A 2 (1932) 1435 λμ. Συνοίκια Deubner, Att. Feste 36-8, Parke, Εορτές 30-3, T.J. Figueira, Hesperia 53 (1984) 465-6.  Όλοι εκτός από τον καθ. Mommsen αγνοούν τα στοιχεία του αίτιου της εορτής.

Το πολιτειακό Έτος θυσιών έχει μεγάλη εξουσία. Ένα πιο εκλεκτικό και με εκτενές τελετουργικό συντάχθηκε στα τέλη του (-)πέμπτου αιώνος, αλλά ο συντάκτης, ο γραμματεύς Νικόμαχος, διώχθηκε γι’ αυτό και το έργο του διαγράφηκε από την πολιτεία. Το ιερό Έτος που το αντικαθιστά περιορίζεται σε αυθεντικές παλαιές εορτές, κυρίως εορτές του Σόλωνος, και είναι εγγεγραμμένο με πολύ κομψά γράμματα και μορφή (Phoenix 43 (1989) 372-3, JHS αρ. (1990) 65-75, ο καθ. P.J. Rhodes, JHS 111 (1991) 94-5, διαφωνεί).

Έτσι η εορτή διατηρήθηκε προσεκτικώς πολύ αφότου είχαν σταματήσει οι δημόσιες συγκεντρώσεις των Συνοικίων· και πράγματι συνεχίστηκε με κάποια μορφή μέχρι την εποχή του Πλούταρχου.

                Η θεά Ειρήνη συνδέθηκε αργότερα με τον ετήσιο εορτασμό της 16ης του Εκατομβαιώνος (έκτης μεσούντος). Η Λυκούργεια καταγραφή απόκρυψης χρημάτων  δίνει μια πρόχειρη επιβεβαίωση της ημερομηνίας και δείχνει ότι η θυσία στην θεά Ειρήνη ήταν τότε σε πολύ μεγάλη κλίμακα (IG II² 1496. 94-5, 127-8). Άλλες πηγές λένε περισσότερα για το βωμό, ή τους βωμούς, της Ειρήνης και του αγάλματος από τον Κηφισόδοτο και της χρονολογίας που φημολογείται ότι ιδρύθηκε η λατρεία, 375-374. Όπως θα δούμε παρακάτω, το άγαλμα και ο βωμός της Ειρήνης μοιράστηκαν τη μοίρα πολλών κλασικών μνημείων στους πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους, και μεταφέρθηκαν από την παλαιά αγορά στη νέα.

Ο συνοικισμός του Θησέως, όπως τον περιγράφουν ο Θουκυδίδης και ο Πλούταρχος, δεν είναι το μοναδικό αίτιον της εορτής μας. Μια αρχαία και σημαντική ιεροτελεστία αναπαράγει πάντα διάφορες ιστορίες. Τα Συνοικία τα διακρίνουμε πίσω από τις ιστορίες του Δημοφώντος, του υιού του Θησέως, του Σόλωνος και του Πεισίστρατου. Αυτές οι ιστορίες βασίζονται στη συγκέντρωση υπό των όπλων, η οποία ήταν ένα κορυφαίο χαρακτηριστικό της εορτής στις πρώϊμες ημέρες· οι φρατρίες ήταν πάνω απ’ όλα ένα μέσο οργάνωσης της κοινωνίας για πόλεμο. Το μόνο ίχνος αυτού που επέζησε στη συνέχεια στο τελετουργικό ήταν η διακήρυξη του κήρυκος, που απευθυνόταν στους ένοπλους. Είναι, εξάλλου, το μόνο ίχνος που βρίσκουμε στην ιστορία του συνοικισμού του Θησέως, που ενδέχεται επομένως να είναι μεταγενέστερη από οποιαδήποτε άλλη ιστορία. Ο Θουκυδίδης το αναφέρει σαν να ήταν καινοτομία.

Στην τραγωδία Ηρακλείδαι του Ευριπίδου, καθώς διαγράφεται η απειλή πολέμου με το Άργος, ο Δημοφών, ο βασιλεύς της Αθήνας συγκεντρώνει τους ανθρώπους στην πόλη (στ. 335-8). Η δράση του αναφέρεται μόνο εν συντομία. Το υπόβαθρο του δράματος δεν είναι η Αθήνα αλλά ο Μαραθών, όπου οι Ηρακλείδες έχουν εκεί καταφύγει, μάλλον περίεργα, και ο Δημοφών τους άφησε, μάλλον κατά περίεργο τρόπο. Όμως η παράδοση εκτός από τον Ευριπίδη φέρνει τους Ηρακλείδες στην Αθήνα, όχι στον Μαραθώνα, και ο βωμός του Διός στον οποίο ζητούν οίκτο και άσυλο ανήκει στην πόλη, στην παλαιά αγορά. Η ικεσία των Ηρακλειδών και η συγκέντρωση των Αθηναίων αποτελούν ένα άλλο αίτιον των Συνοικίων.

Τις πρώϊμες ημέρες οι οπλίτες φορούσαν δερμάτινο πέτασο. Ο Σόλων φόρεσε ένα δερμάτινο πέτασο όταν όρμησε στην αγορά και ανέβηκε στην πέτρινο βάθρο του κήρυκος για να προτρέψει τον πόλεμο στα Μέγαρα (Δημ. 19 περ Παρ. 255, Πλούτ. Σολ. 8.1, Ιουστ. 2.7.10). Η ιστορία εμπνεύστηκε αρχικά από τους πρώτους στίχους του ποιήματός του για τη Σαλαμίνα, αλλά οι λεπτομέρειες προέρχονται από το τελετουργικό των Συνοικίων. Η Σπάρτη έχει μια παρόμοια ιστορία για τους Παρθενίες (τους υιούς των παρθένων δηλαδή των ανύπαντρων κοριτσιών).

Ο Αριστοτέλης και ο Πολύαινος περιγράφουν ένα τέχνασμα του Πεισίστρατου με το οποίο αφαίρεσε από τους Αθηναίους όλα τους τα όπλα (Αριστ. Αθ. Πολ. 15.4, Πολυν. 1. 21. 2).  Τους κάλεσε πρώτα να συγκεντρωθούν υπό των όπλων τους, και μετά αφαίρεσε τα όπλα τους ενώ  απόσπασε την προσοχή τους. Οι δύο συγγραφείς δίνουν διαφορετικές αλλά παράλληλες ενδείξεις για το γενική τοποθεσία που είναι αναμφισβήτητα η παλαιά αγορά. Ο Πεισίστρατος ήταν αυτός, πέρα από κάθε αμφιβολία, που τερμάτισε το έθιμο της συγκέντρωσης των όπλων στα Συνοίκια – αλλά όχι με τον τρόπο που υποτίθεται.  Θα δούμε παρακάτω, εξετάζοντας τα Παναθήναια, γιατί η ιστορία λέει ότι τα όπλα είχαν συγκεντρωθεί σε ένα μέρος κοντά στην αγορά.

Η αφήγηση του Αριστοτέλους για την πρώιμη Αττική είναι γνωστή μόνο από τον Πλούταρχο και τα λεξικά, αλλά το πλαίσιο στον Πλούταρχο και η ορολογία του λεξικού παραπέμπουν άμεσα στη εορτή των Συνοικίων. Όσο για τον Φιλόχορο, τα απομεινάρια της αφήγησης του είναι πιο ουσιαστικά και συνεκτικά από ό,τι έχει γενικά αναγνωριστεί (Πλούτ. Θησ. 25.1-3, Αριστ. Αθ. θρ. 2, Φιλόχορος FGrHist 328 F 94, Πολυδ. 8.109, Στεφ. Βυζ. λμ. Ακτή (Απολλόδωρος FGrHist 244 E 185).

Οι άμεσες μαρτυρίες για το τελετουργικό

Ας εξετάσουμε τα στοιχεία για την τοποθεσία της εορτής και τις τιμώμενες θεότητες.  Τα δύο πρώτα στοιχεία είναι τα πιο ξεχωριστά, αλλά είναι επίσης αντιφατικά.

Η εορτή μας εμφανίζεται στους λατρευτικούς κανόνες του δήμου των Σκαμβωνιδών, είναι εγγεγραμμένοι στις τρεις όψεις μιας στήλης που χρονολογείται από το -460,  τα γράμματα της επίμαχης πλευράς λέγεται ότι είναι λίγο πιο πρώϊμα από αυτά των άλλων δύο πλευρών.

Ο δήμος θυσιάζει ένα ενήλικο ζώο στην Ακρόπολη και το κρέας πωλείται ωμό (IG I³ 244 C16-19 Χσυνοικίοις εμ πόλει τέλεον· τα δε κρέα αποδόσθαι ομά)  Πωλείται, μπορούμε να υποθέσουμε, είτε για λόγους οικονομίας είτε γιατί δεν υπήρχε χώρος στην Ακρόπολη για γενικό εορταστικό Τραπέζωμα. Το ζώο πρέπει να είναι μεγάλο, αναμφίβολα ένα βόδι. Η τοποθεσία της Ακρόπολης είναι που αντιτίθεται με το επόμενο στοιχείο.

Το σολώνειον ιερό Έτος εγγεγραμμένο το έτος -399, ή αμέσως μετά, ορίζει μια θυσία και τις δύο ημέρες του τριετηρικού εορτασμού. Την 15η (πέμπτη μεσούντος) του Εκατομβαιώνος, η φυλή των Γελεόντων και η τριττύς των  «Λευκοταινίων» τελετουργούν, και το θύμα είναι ένα νεαρό πρόβατο. Την 16η (έκτη μεσούντος) του Εκατομβαιώνος, η φυλή Γελέοντες βρίσκεται και πάλι σε ετοιμότητα, η θυσία απευθύνεται στον Δία Φράτριο και την Αθηνά φρατρία, και τα θύματα είναι δύο νεαρά βόδια, αναμφίβολα ένα για κάθε θεότητα (Hesperia 4, 1935, 19-21 αρ. 2, γρ. 35-8 ― Γλεόντων φυλήι, Λευκοταινίων τριττύι, οίν λειπογνώμονα. Γρ. 47-51 ― Γλεόντων φυλήι, Διϊ φρατρίωι και Αθηναίαι φρατρίαι, βόε δύο λειπογνώμονε).

Την πρώτη ημέρα δεν λέγεται σε ποιον προσφέρεται το νεαρό πρόβατο· είναι εξαιρετικά συνηθισμένο σε κανονισμούς λατρείας (π.χ., εκείνου των Σκαμβωνιδών) να καταγράφεται μόνο το όνομα της εορτής και μετά το θύμα. Ο καθ. Hansen, (GRBS 14 (1973) 325), συμπεραίνει εσφαλμένα ότι το ζώο «δεν προσφέρεται σε καμία ειδικότερη θεότητα και ότι η τριττύς απλώς το λαμβάνει». Και εδώ η θυσία απευθύνεται στον Δία φράτριο και στην Αθηνά φρατρία, ή πιθανώς μόνο στον Δία, τον ανώτερο θεό της εορτής. Η τριττύς «Λευκοταινίες» δεν εκπροσωπούν καμία άλλη πτυχή ενδιαφέροντος· θα δούμε ότι στην πραγματικότητα είναι ολόκληρη η ομάδα φρατριών που συνδέονται με τη φυλή.

Τη δεύτερη ημέρα η θυσία είναι πολύ μεγαλύτερη, κοστίζει πενήντα δραχμές αντί για τέσσερις, και η 16η Εκατομβαιώνος καταγράφεται αλλού ως η μοναδική ημέρα του ετήσιου εορτασμού. Υποθέτουμε  ότι στην πρώϊμη περίοδο οι κοινωνικές δραστηριότητες πραγματοποιούνταν στην 15η του Εκατομβαιώνος, στην πανσέληνο και ως εκ τούτου ένα καλό σημείο για μια γενική επανένωση, που συνεχιζόταν την επόμενη ημέρα με θυσίες και εορτασμό.  Αργότερα η κοινωνική δραστηριότητα εγκαταλείφθηκε, και μόνο η τριετηρική εορτή κράτησε μια μικρή ανάμνηση.  Το ιερό Έτος θυσιών είναι αγαπητό από μόνο του, αλλά οι θεοί των φρατριών δεν ανήκουν στην Ακρόπολη. Ένα ιερατείο στη ρωμαϊκή Αθήνα επικαλείται στα Συνοικία χωρίς να τα κατονομάζει. Την εποχή του Τραϊανού, ο Τίτος Κοπόνιος Μάξιμος ο πρεσβύτερος ήταν ο «ιερέας του Άρεως Ενυαλίου, της Ενυούς και του Διός Γελέοντος», (IGII² 1072. 5-6 ―  ιερεύς Άρεως Ενυαλίου και Ενυούς και Διός Γελέοντος). Οι δύο πρώτες θεότητες, ο Άρης και η Ενυώ, ανήκουν μαζί. Αγάλματα και των δύο, από κλασικούς γλύπτες, ίσταντο στον ναό του Άρεως του (-)πέμπτου αιώνος που μεταφέρθηκαν στην Αγορά την εποχή του Αυγούστου, περίπου εκατό χρόνια πριν από την ιεροσύνη του Τίτου (Για την συγκεκριμένη λατρεία του Άρεως, Wycherley, Testimonia 54-5. Για τον ναό, Thompson and Wycherley, Αγορά Αθηνών 162-5)….

Η συνέχεια Τα Συνοίκια, η Παλαιά Αγορά και οι Φρατρίες των Αθηναίων