Τετάρτη μεσούντος Ελαφηβολιώνος

ΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΓ

Τετάρτη μεσούντος Ελαφηβολιώνος

Διονύσια εν άστει

Αγώνες ποιητών

Τραγωδίαι

Νικίειος Ειρήνη

Συνέλευση της Εκκλησίας του δήμου

Η τετάρτη μεσούντος

Τα Διονύσια εν άστει και οι ποιητικοί αγώνες συνεχίζονται την σημερινή ημέρα.

ΤΑ ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΕΝ ΑΣΤΕΙ
Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΧΟΡΗΓΟΙ

Στήν Αθήνα, πολύ πριν από τα Λήναια και πριν από τά Μεγάλα Διονύσια, οί πιο μεγάλοι άρχοντες τής πόλης – ο έπώνυμος άρχων καί ό άρχων βασιλεύς – ετοίμαζαν τις παραστάσεις.
Όριζαν πρώτα -πρώτα τούς χ ο ρ η γ ο ύ ς, δηλαδή τούς πλούσιους εκείνους πολίτες πού υποχρέωνε ή πόλη νά στρατολογήσουν, νά συντηρήσουν με δικά τους έξοδα καί νά εφοδιάσουν μέ ό,τι τούς χρειάζονταν τούς χορευτές τών τραγωδιών και τών κωμωδιών.

Ο ΧΟΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
Τα μέλη των Χορών τών τραγωδιών ήταν δέκα πέντε, των κωμωδιών ήταν είκοσι τέσσαροι. Οί ποιητές πού ήθελαν νά πάρουν μέρος στό διαγωνισμό – οί ξένοι, δηλαδή οί Ελληνες πού δέν ήταν Αθηναίοι γίνονταν δεκτοί – ζητούσαν ένα χορό άπό τόν επώνυμο άρχοντα, πού διάλεγε ανάμεσα σ’ αύτούς κατά την κρίση του, άλλά ήταν υποχρεωμένος νά δώση λογαριασμό στό λαό γι’ αυτή του την έκλογή.
Ο ποιητής ήταν καί σκηνοθέτης του έργου του κι ό δάσκαλος τών χορευτών. Μπορούσε όμως νά ζητήση τή βοήθεια ένός χ ο ρ ο δ ι δ α σ κ ά λ ο υ ή καί νά άντικατασταθή άπό ένα χοροδιδάσκαλο, γιατί ή δουλειά αυτή ήταν βαρειά καί απαιτούσε διάφορες ικανότητες. `Ο χορός τραγουδούσε καί χόρευε, ένώ έπαιζε αυλός, γιατί μιά αρχαία τραγωδία ή κωμωδία ήταν ένα θέαμα ολοκληρωμένο και κρίνοντάς την άπό τά έξωτερικά της γνωρίσματα έμοιαζε μέ μιά όπερα ή όπερέττα της σημερινής εποχής.
Κατόπι διάλεγε τόν π ρ ω τ α γ ω ν ι σ τ ή, πού είχε κάτω άπό τίς διαταγές του τούς ηθοποιούς, τού δευτέρου καί τού τρίτου ρόλου, τόν δ ε υ τ ε ρ α γ ω ν ι σ τ ή και τον τ ρ ι τ α γ ω ν ι σ τ ή.
Καμμιά γυναίΚα δέν έπαιζε στις τραγωδίες ή στις κωμωδίες.
Όλους τούς γυναικείους ρόλους τούς έπαιζαν άντρες, πού φορούσαν προσωπείο, κι’ έτσι δεν φαινόταν καί πολύ παράξενο τό πράγμα.

Ο ΠΡΟΑΓΩΝ Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΚΑΙ Ο ΚΛΗΡΟΣ
Αφού γινόταν ό τριπλός κατάλογος μέ τούς χορηγούς, τούς ποιητές καί τούς πρωταγωνιστές, χρειαζόταν νά κάνουν ομάδες άπ’ αύτούς, δηλαδή νά δώσουν σέ κάθε ποιητή ένα χορηγό κι ένα πρωταγωνιστή. Γινόταν συνέλευση τής ‘Εκκλησίας τού Δήμου, έβαζαν τά όνόματα αυτών, τού είχαν οριστεί γιά χορηγοί σέ μιά στάμνα κι ό κλήρος όριζε τή σειρά μέ την όποία θά φωνάζαν καθέναν άπ’ αύτούς νά διαλέξη τόν ποιητή του.

Ετσι στο έτος -472 ό νέος τότε Περικλής, πού τον όρισαν γιά χορηγό, διάλεξε τόν Αισχύλο, πού παρέστησε έκείνο τό χρόνο τήν τριλογία, πού ένα της δράμα ήταν οί Π έ ρ σ α ι. Μέ κλήρο έδιναν καί τούς πρωταγωνιστές στούς ποιητές αργότερα, κάθε πρωταγωνιστής έπρεπε νά έρμηνεύση διαδοχικά μιά τραγωδία κάθε ποιητή – καί αυτό έδινε στούς ηθοποιούς τίς ίδιες ευκαιρίες.
Ολα αυτά τά προκαταρκτικά τελείωναν μέ τόν π ρ ο α γ ώ ν α, παράσταση γενική τών ποιητών καί τών όμάδων τους που γινόταν στό Ω δ ε ί ο ν πού ήταν κοντά στό θέατρο. ‘Ηταν ένα κτήριο στεγασμένο, όπου έδιναν κυρίως μουσικές ακροάσεις. Κάθε ποιητής δήλωνε άπό ψηλά, άπό μιά εξέδρα, τό άνομά του, τούς τίτλους καί την υπόθεση τών έργων του, τό όνομα αυτών, πού θά τά ερμήνευαν. Αύτή η τελετή λοιπόν είχε τή θέση μιάς αφίσας.

ΟΙ ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΟΝΥΣΙΩΝ ΕΝ ΑΣΤΕΙ
Οι παραστάσεις, όπως κάθε συγκέντρωση, άρχιζαν τό πρωι, λίγο μετά την ανατολή του ήλιου. Δεν μπορούσε νά γινη αλλιώς, αφού θελαν να έχουν χρόνο για να παίξουν πρίν από τή δύση του ήλιου τέσσαρα ή πέντε θεατρικά έργα που περιλάβαιναν χορούς και κομμάτια λυρικά, καί ν’ αφήσουν φυσικά καί κάποιο διάλειμμα ανάμεσα σέ δυό έργα (κάθε τραγωδία, κάθε κωμωδία παιζόταν συνέχεια, χωρίς καμμιά διακοπή, χωρίς κανένα διαλειμμα).
Αυτό ήταν τό καθημερινό θεατρικό συσσίτιο τών θεατών γιά τέσσαρες συνεχείς μέρες στα μεγάλα Διονύσια. Μετά την πρώτη μέρα πού γινόταν ή διονυσιακή πομπή καί τη δεύτερη πού ήταν αφιερωμένη στούς αγώνες τούς γνήσια λυρικούς τών διθυράμβων, ή τρίτη μέρα ήταν ήμέρα τών κωμωδιών : τρείς ποιητές κι αργότερα πέντε παρίσταναν ό καθένας, άπό μιά κωμωδία οί τρείς έπόμενες μέρες ήταν αφιερωμένες στήν τραγωδία, καί κάθε μιά άπ’ αυτές ήταν αφιερωμένη ολόκληρη στό έργο ενός άπό τούς τρείς ποιητές πού είχε έκλέξει ό ά ρ χ ω ν. Τό έργο τού κάθε ποιητή ήταν μιά τετραλογία, δηλαδή μιά τριλογία (τρείς τραγωδίες) κι’ ένα σατυρικό δράμα.
Οί Αθηναίοι λοιπόν πού παρακολουθούσαν από την αρχή μέχρι τό τέλος τά μεγάλα Διονύσια, έβλεπαν, χωρίς νά μιλήσουμε γιά τούς διθυράμβους, δέκα πέντε μέ δέκα επτά έργα σέ τέσσαρες μέρες, δηλαδή άκουγαν γύρω στις είκοσι χιλιάδες στίχους νά άπαγγέλλωνται ή νά τραγουδιούνται. Απορούμε μέ μιά τέτοια «ικανότητα» άλλά οί μακρές απαγγελίες τών ομηρικών ποιημάτων, στά Παναθήναια λόγου χάρη, είχαν συνηθίσει τούς άχροατές νά προσέχουν χωρίς νά κουράζωνται.
Οί γυναίκες, άν καί δέ μπορούσαν νά παίξουν σάν ηθοποιοί, είναι βέβαιο πώς γίνονταν δεχτές στό θέατρο σάν θεατές.
Τό εισιτήριο στοίχιζε δυό οβολούς (τό ένα τρίτο μιάς δραχμής) άλλά τό ίδιο τό κράτος πληρώνει αυτό τό ποσό στούς φτωχούς πολίτες γιά νά παρακολουθήσουν τά θεάματα (θ ε ω ρ ι κ ό ν).
Τίς θέσεις στήν πρώτη σειρά τις κρατούσαν γιά τούς Ιερείς καί τούς άρχοντες καθώς καί γιά τούς Αθηναίους καί τούς ξένους πού είχαν τό προνόμιο τής προεδρίας, δηλαδή νά κάθωνται στήν πρώτη σειρά. Οί βουλευτές, οί έφηβοι, οί μέτοικοι είχαν ένα δικό τους τομέα στις κερκίδες τού θεάτρου. Οί γυναίκες κάθονταν, καθώς φαίνεται στά πιό ψηλά σκαλοπάτια. Κάθε μιά άπό τίς δέκα φυλές είχε τό δικό της χώρο. Αν καί λάβαιναν αυτά τά προφυλακτιχά μέτρα, τό κοινό δέν τακτοποιόταν πάντα στό θέατρο, χωρίς αταξία καί χωρίς οχλαγωγία, κι οί ρ α β δ ο ύ χ ο ι, πού ήταν ή αστυνομία τού θεάτρου, έπρεπε τότε νά έπέμβη. Δέν υπάρχει καμμιά αμφιβολία, πώς γιά συγκεντρώσεις πού κρατούσαν τόσο πολύ χρόνο, οί Αθηναίοι άν καί ήταν τόσο λιτοί, έπαιρναν μαζί τους κάτι γιά νά φάνε καί νά πιουν στη θέση που κάθονταν.
Καμμιά φορά χορηγοί, πού ήταν στρατηγοί, μοίραζαν στό κοινό γλυκά καί κρασί. Μιά ατμόσφαιρα ύπερβολικής εύθυμίας θά συνόδευε ασφαλώς τίς παραστάσεις.
Είχαν ωστόσό θρησκευτικό χαραχτήρα καί γι’ αυτό άρχιζαν μέ έξαγνισμό πού γινόταν μέ τό αίμα ένός γουρουνόπουλου, καί ό Ιερέας τού Διονύσου καθόταν στό κέντρο τής πρώτης σειράς,
απέναντι άπό τό βωμό τού θεού του πού βρισκόταν στό μέσο της ορχήστρας (θ υ μ έ λ η) .
Μετά άπό τόν έξαγνισμό, τραβούσαν κλήρο γιά νά κανονίσουν τή σειρά μέ τήν όποία θά παριστάνονταν τά έργα τών ανταγωνιστών.
Στήν αρχή κάθε έργου ένας κήρυκας σαλπίζει μέ τή σάλπιγγα.
Αν καί ή γιορτή έχη θρησκευτικό χαρακτήρα, τό κοινό έκδηλώνει μέ θόρυβο τά συναισθήματά του.
Χειροκροτεί ή σφυρίζει ή χτυπάει τά πόδια του.
Τά Διονύσια άρχιζαν μέ τήν πομπή και ό φαλλός ήταν έμπροσθεν της πομπής.

Η ΚΡΙΣΙΣ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ
Στο τέλος τών αγώνων γινόταν ή κρίση καί μοιράζονταν τά βραβεία. Πρίν από τή γιορτή είχε συνταχθή ένας γενικός κατάλογος μέ τούς κριτές, πού όταν άρχιζε ό δραματικός αγώνας, περιορίζονταν σέ δέκα ονόματα. Αύτοί οί δέκα κριτές κάθονταν στό θέατρο σέ ορισμένες θέσεις. ‘Οταν τέλειωναν οί παραστάσεις, ψήφιζαν, άλλά μιά νέα κλήρωση χρησίμευε γιά νά βγάλουν στήν πάντα άπό τούς δέκα ψήφους τούς πέντε πού μόνο αυτοί θά είχαν τελικά ισχύ. Εκαναν τό έξής : μιά υδρία περιείχε τίς δέκα πινακίδες μέ τίς όποίες οί κριτές είχαν ψηφίσει καί μιά δεύτερη περιείχε πέντε κύβους μελανούς καί πέντε κύβους λευκούς , τραβούσαν μαζί από τήν πρώτη υδρία έναν ψήφο καί από τή δεύτερη έναν κύβο, μόνο ό ψήφος που τραβούσαν σύγχρονα μ’ έναν λευκό κύβο είχε ισχύ. Αυτές τίς προφυλάξεις είναι ολοφάνερο πώς τίς έπαιρναν γιά νά αποφύγουν τόν κίνδυνο νά κάμουν οί ποιητές κι οί χορηγοί μηχανορραφίες. Ωστόσο ό λαός δοκίμαζε καμμιά φορά νά έπηρεάση τούς κριτές καί μπορούσε έτσι νά γίνουν πάλι σκηνές μέ πολύ θόρυβο, κι οί ραβδούχοι έβρισκαν τότε δουλειά.
Ο Πλάτων, όνομάζει το κοινό, πού πήγαινε στις δραματικές παραστάσεις, θ ε α τ ρ ο κ ρ α τ ί α.

ΤΑ ΒΡΑΒΕΙΑ
Εδιναν τρία βραβεία σέ κάθε κατηγορία, δηλαδή στήν κατηγορία τών τραγωδιών και τών κωμωδιών, στόν ποιητή, στον χορηγό, στόν πρωταγωνιστή. Αυτά τά βραβεία ήταν απλά στεφάνια από κισσό· μόνο οί νικητές στους διθυράμβους έπαιρναν, φαινεται, έναν τρίποδα.
Αύτά τά βραβεία δέν είχαν καμμιά σχέση μέ τίς αμοιβές πού έπαιρναν, ανάλογες μέ τή σειρά πού πέτυχαν, οί ποιητές κι οί πρωταγωνιστές. Οί νικητές χορηγοί αφιέρωναν καμμιά φορά στον Διόνυσο ένα μνημείο που διατηρούσε τήν ανάμνηση.

Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη 4.118, 11-13, οι Αθηναίοι, την σημερινή ημέρα, το -423, ψήφισαν τα προκαταρκτικά μέτρα που οδήγησαν στην Νικίειο Ειρήνη.
«Έδοξεν τω δήμω. . . την (δ’) εκεχειρία είναι ενιαυτόν, άρχειν δε τήνδε την ημέραν, τετράδει επί δέκα του Ελαφηβολιώνος μηνός.
Αυτό το απόσμασμα δηλώνει ότι μία συνέλευση της Εκκλησίας του δήμου πραγματοποιήθηκε την σημερινή ημέρα.


Δύο ακόμη συνελεύσεις πραγματοποιήθηκαν κατά την διάρκεια των Διονυσίων εν Άστει [βλέπε 12η και 13η Ελαφηβολιώνος] και παρόλα αυτά αυτές οι συνελεύσεις δεν ορίζουν την προκαθορισμένη λήξη για την εορτή των Διονυσίων εν Άστει.

Η ΝΙΚΙΕΙΟΣ ΕΙΡΗΝΗ
Η Νικίειος ειρήνη ή ειρήνη του Νικία (-421) επέφερε προσωρινή διακοπή στις εχθροπραξίες του Αρχιδάμειου πολέμου (1η φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου) διότι παρά το γεγονός ότι είχε συμφωνηθεί να διαρκέσει 50 έτη, παραβιάσθηκε σε μόλις 18 μήνες και ο πόλεμος συνεχίστηκε μέχρι το -404.
Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν μετά την ήττα των Σπαρτιατών στην Σφακτηρία το -425, η οποία έληξε με την παράδοση των 292 οπλιτών που ήσαν παγιδευμένοι στο νησί, στους οποίους 120 Σπαρτιάτες «όμοιοι». Μία εκ των αδυναμιών του συστήματος της Σπάρτης ήταν ότι υπήρχαν πολύ λίγοι «όμοιοι» και η απώλεια των 120, θα ισοδυναμούσε με καταστροφή. Στην αρχή οι διαπραγματεύσεις ήσαν ανεπιτυχείς, αλλά το -424, οι Αθηναίοι υπέστησαν ήττα στην μάχη του Δηλίου, ενώ ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας πέτυχε καθοριστικές νίκες στην Θράκη και απειλούσε την προμήθεια σιτηρών της Αθήνας. Το -423 οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε ένα χρόνο ανακωχή, η οποία όταν έληξε το -422 οι Αθηναίοι απέστειλαν εκστράτευσαν στην Θράκη, υπό τις διαταγές του Κλέωνα, που κατέληξε σε μια ακόμη στρατιωτική καταστροφή, στην Αμφίπολη. Αμφότεροι ο Κλέων και ο Βρασίδας σκοτώθηκαν και μαζί τους απομακρύνθηκαν τα βασικά εμπόδια για την επίτευξη ειρήνης.
Αμφότερες οι πλευρές είχαν ισχυρούς λόγους να επιθυμούν την ειρήνη. Οι Αθηναίοι έχοντας υποστεί δύο συνεχόμενες οδυνηρές ήττες, είχαν απωλέσει την αυτοπεποίθησή τους και επιπλέον ανησυχούσαν ότι ορισμένοι από τους συμμάχους τους, θα μπορούσαν να εξεγερθούν εφόσον συνεχίζονταν οι ήττες.
Οι Σπαρτιάτες εξακολουθούσαν να ανησυχούν για τους άνδρες τους στην Σφακτηρία. Η επικράτειά τους είχε υποστεί εισβολή και φοβόντουσαν ότι αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει μια εξέγερση μεταξύ των ειλώτων, καθιστώντας τους αντιμέτωπους με την προοπτική ενός πολέμου σε δύο μέτωπα. Επιπρόσθετα η 30ετής ανακωχή μεταξύ Σπάρτης και Άργους επρόκειτο να λήξει και μάλλον ήταν απίθανο να ανανεωθεί.
Ο Θουκυδίδης στα συγγράμματά του αναφέρει ανά ένα πολιτικό ηγέτη σε κάθε πλευρά που επεδίωξαν την ειρήνη, παρακινούμενοι από ευγενή κίνητρα. Από την πλευρά των Αθηνών ο Νικίας, γιος του Νικηράτου, ένας από τους πλέον επιτυχημένους στρατηγούς, επιθυμούσε να τελειώσει την ενεργό στρατιωτική καριέρα του χωρίς απώλειες και από την πλευρά της Σπάρτης ο βασιλέας Πλειστοάναξ, ο οποίος αφού είχε εξοριστεί επί 19 έτη, ήθελε να αποσπάσει την προσοχή από τον τρόπο αποκατάστασής του, ελπίζοντας ότι η επιστροφή των κρατουμένων θα τον αποκαθιστούσε ηθικά στα μάτια των Σπαρτιατών.
Ο Θουκυδίδης καταγράφει 17 βασικές ρήτρες της συνθήκης ειρήνης:
– Η πρόσβαση σε όλα τα ιερά είναι απρόσκοπτη.
– Οι Δελφοί ορίζονται ως αυτόνομη πόλη με δικούς της νόμους, φόρους και έθιμα, πλήρως ανεξάρτητη. Το ιερό του Απόλλωνα των Δελφών ορίζεται να ανήκει στον ανεξάρτητο λαό των Δελφών.
– Η συνθήκη ειρήνης είναι δεσμευτική για 50 χρόνια για τους Αθηναίους και τους συμμάχους τους και για τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους τους, χωρίς δόλο ή πρόκληση βλαβών από ξηρά ή θάλασσα.
– Δεν επιτρέπεται με κανένα τρόπο να πάρουν τα όπλα με πρόθεση να βλάψουν ούτε οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι τους τους Αθηναίους και τους συμμάχους τους, αλλά ούτε και οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους, όπλα εναντίον των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους.
– Όποια μελλοντική διαφορά ανακύψει μεταξύ τους, πρέπει να επιλυθεί δίκαια σύμφωνα με το νόμο και τους όρκους που δίδονται.
– Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους θα αποδώσουν στους Αθηναίους την Αμφίπολη.
– Στους κατοίκους των πόλεων που παραδίδουν οι Λακεδαιμόνιοι στους Αθηναίους, πρέπει να επιτραπεί να μεταβούν όπου επιλέξουν και να πάρουν μαζί και την περιουσία τους.
– Οι πόλεις που παραδίδονται είναι ανεξάρτητες και θα πληρώνουν μόνον τον φόρο του Αριστείδη.
– Δεν έχουν το δικαίωμα οι Αθηναίοι, ή οι σύμμαχοί τους να κηρύξουν τον πόλεμο στις κάτωθι πόλεις, εφόσον αυτές πληρώνουν το φόρο. Οι πόλεις αυτές είναι η Άργιλος, η Στάγειρος, η Άκανθος, η Στώλος, η ΄Ολυνθος και η Σπάρτωλος και στο εξής θα είναι ουδέτερες από συμμαχίες και δεν θα είναι σύμμαχοι ούτε των Αθηναίων ούτε των Λακεδαιμονίων. Αν όμως οι πόλεις συμφωνήσουν και εφόσον το επιθυμούν, τότε οι Αθηναίοι μπορούν να τις κάνουν συμμάχους τους.
– Οι Ολύνθιοι, οι Ακάνθιοι, οι Σαναίοι, οι Σιγγίοι και οι Μηκυβερναίοι θα κατοικήσουν τις πόλεις τους.
– Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους θα επιστρέψουν στους Αθηναίους το Πάνακτο.
– Οι Αθηναίοι αντίστοιχα θα αποδώσουν στους Λακεδαιμονίους το Κορυφάσιο, τα Κύθηρα, τα Μέθανα, τον Πτελεό και την Αταλάντη, καθώς και όσους Λακεδαιμονίους αιχμαλώτους έχουν οι ίδιοι, ή οι σύμμαχοί τους και τους Πελοποννησίους άνδρες που είναι πολιορκημένοι στη Σκιώνη και όσους έστειλε εκεί ο Βρασίδας όπως και τους άλλους συμμάχους των Λακεδαιμονίων που κρατούνται στην Αθήνα ή σε άλλο μέρος που υπόκειται στην Αθήνα.
– Το ίδιο θα πράξουν και οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους αντίστοιχα με αιχμαλώτους Αθηναίους ή συμμάχους των Αθηναίων.
– Όσον αφορά στους Σκιωναίους, τους Τορωναίους και τους Σερμυλίους και άλλες πόλεις που μπορεί να έχουν οι Αθηναίοι, ας σκεφτούν και ας πράξουν με αυτούς όπως νομίζουν.
– Οι Αθηναίοι θα ορκιστούν όπως και οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους, πόλη προς πόλη, για την ειρήνη, με τον εξής όρκο: «Θα τηρήσω τις συνθήκες και τις σπονδές αυτές χωρίς ατιμία και χωρίς δόλο».
– Η συμφωνία θα ανανεώνεται κάθε χρόνο.
– Η συνθήκη άρχεται με έφορο τον Πλειστόλα, τον μήνα Αρτεμίσιο, την τετάρτη ημέρα πριν το τέλος του (27η Αρτεμισίου) στην δε Αθήνα έγινε επί άρχοντος Αλκαίου, το μήνα Ελαφηβολιώνα, την έκτη μέρα πριν από το τέλος του (25η Ελαφηβολιώνος) και ορκίστηκαν από την πλευρά των Λακεδαιμονίων ο Πλειστοάναξ, ο ΄Αγις, ο Πλειστόλας, ο Δαμάγητος, ο Χίονις, ο Μεταγένης, ο Άκανθος, ο Δάιθος, ο Ισχαγόρας, ο Φιλοχαρίδας, ο Ζευξίδας, ο΄Αντιππος, ο Τέλλος, ο Αλκινάδας, ο Εμπεδίας, ο Μηνάς και ο Δάφιλος. Από δε την πλευρά των Αθηναίων ορκίστηκαν ο Λάμπων, ο Ισθμιόνικος, ο Νικίας, ο Λάχης, ο Ευθύδημος, ο Προκλής, ο Πυθόδωρος, ο ΄Αγνων, ο Μυρτίλος, ο Θρασυκλής, ο Θεαγένης, ο Αριτάκτης, ο Ιώλκιος, ο Τιμοκράτης, ο Λέων, ο Λάμαχος και ο Δημοσθένης.
Επί του πρακτέου η συνθήκη επανέφερε την κατάσταση στην ισχύουσα πριν την έναρξη του πολέμου και παρόλο που η Αθήνα ήταν σε θέση να κρατήσει τη Νίκαια και η Σπάρτη την πόλη των Πλαταιών, αμφότερες (Αθήνα & Σπάρτη) άλλαξαν πλευρές κατόπιν συμφωνίας με τους κατοίκους.
Η συνθήκη δεν ήταν αρεστή σε ορισμένους συμμάχους της Σπάρτης, όπως η Αμφίπολη που ήταν απρόθυμη να επιστρέψει στην Αθηναϊκή κυριαρχία και επίσης αρκετοί άλλοι αρνήθηκαν να υπογράψουν αν δεν γίνουν τροποποιήσεις. Όμως προς έκπληξη όλων η Σπάρτη υπέγραψε συμμαχία με την Αθήνα, με τον όρο να συνδράμει η μία την άλλη σε περίπτωση εισβολής και η Αθήνα να υποστηρίξει τους Σπαρτιάτες εναντίον οιασδήποτε εξέγερσης εκ μέρους των ειλώτων.
Η ειρήνη του Νικία ουδέποτε εφαρμόσθηκε εξ’ ολοκλήρου. Ο Θουκυδίδης καταγράφει την διάρκειά της για περίοδο 6 ετών και 10 μηνών, αλλά αυτό αφορά μόνο την περίοδο κατά την οποία ουδεμία πλευρά εκδήλωσε επιθετική ενέργεια κατά της άλλης. Στην πραγματικότητα ο πόλεμος συνεχίσθηκε αφού μεσολάβησε χρονικό κενό, περίπου 18 μηνών και το -418, Αθηναίοι και Σπαρτιάτες βρέθηκαν αντιμέτωποι στην Μαντινεία.


Βιβλιογραφία: The Peace of Nicias by Milo Milton Williams-University of Massachusetts Amherst 1977

-Τετράδι δ’οἶγε πίθον· περὶ πάντων ἱερὸν ἦμαρ
μέσση·
ΑΠΟΔΟΣΗ
-Ἄνοιξε τὸ πιθάρι σου στὶς τέσσερις καὶ
πὼς καὶ ἡ δεκατέσσερις· ἡμέρα εἶναι ἅγια.
-κοὺρῃ δὲ τε τετρὰς μέσση·
τῇ δέ τε μῆλα καὶ εἰλίποδας ἕλικας βοῦς
καὶ κύνα καρχαρόδοντα καὶ οὐρῆας ταλαεργοὺς
πρηΰνειν ἐπὶ χεῖρα τιθείς.
ΑΠΟΔΟΣΗ

  • γιὰ κὀρης (γέννηση) ἡ δεκατέσσερις,
    αὐτὴ καλὴ δὲ νὰ ἡμερεύεις γίδια καὶ σκυλιὰ
    σουβλόδοντα καὶ βόδια καμπυλοκέρατα στρεψά,
    κι’υπόμονα μουλάρια χαϊδεύοντας τὴ ράχη τους.
    ΗΣΙΟΔΟΣ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ.
    Κοινή χρήση
    Αποστολή ανάρτησης