Δευτέρα ισταμένου Ανθεστηριώνος

ΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΓ
Α’ ΔΕΚΑΣΒ’ ΔΕΚΑΣΓ’ ΔΕΚΑΣ

Δευτέρα ισταμένου Ανθεστηριώνος

Αγαθού
Δαίμονος

Απάντων
Χθονίων
θεών

Επωνύμων
Ηρώων

Διονύσου
Ερίφου
θυόμενα
Έρχιας

Η δευτέρα ἱσταμένου.

Τη σημερινή ημέρα εορτάζουμε τη μηνιαία οικιακή εορτή αφιερωμένη στον Αγαθό Δαίμονα.
Το ιερό θυσιολόγιο του δήμου της Έρχιας περιγράφει μια θυσία στον Διόνυσο για σήμερα.

ΣΤΗΛΗ Γ’, ΣΕΙΡΕΣ 42-47
― Ανθεστηριώνος
δευτέραι
ισταμένο, Διονύσωι
Έρχι,
έριφος προπτόρθι·Π


Εδώ «Έριφος», ονομάζεται ο Διόνυσος αλλά και ο μικρός άϊξ, (νεαρό κατσίκι).
«Προπτόρθιο»· εδώ εννοείται το νεαρό κατσικάκι.
Στην ιερή θυσία που πραγματοποιείται προσφέρεται στον Διόνυσο ένα νεαρό κατσικάκι που δεν έχει βγάλει ακόμη τα κέρατα του.


ΗΣΥΧΙΟΣ ΛΕΞΙΚΟ
― Έριφος· ο Διόνυσος έριφος, ο μικρός άϊξ, ο εν τω έαρι (νεαρή Άνοιξη), φαινόμενος, ήγουν ο πρώϊμος· χίμαρος δε ο εν τω χειμώνι.


Το επίθετο «Προπτόρθιο» αποδίδεται σε ένα ιερό ζώο και αποτελεί ένδειξη της ηλικίας του, έριφος προπτόρθιος.
Παράγεται από το πτόρθιος, που σημαίνει βλαστός (βλασταίνω) ή εκκολαπτόμενος (νεοεκκολαπτόμενος), όπως νέο βλαστάρι, και έτσι το προπτόρθιος εδώ περιγράφει ένα πάρα πολύ νεαρό κατσικάκι.


Ἡ δεύτερη ἡμέρα τοῦ κάθε μηνὸς ἐθεωρεῖτο ἡ ἡμέρα τοῦ Ἀγαθοῦ Δαίμονος.
Τιμὲς ἀποδίδονται καὶ στοὺς ήρωες και τις ηρωϊδες.
― ἀγαθοῦ δαίμονος πόμα· τὸ μετὰ τὸ δεῖπνον ἄκρατον πινόμενον παρὰ Ἀθηναίοις· καὶ τὴν β΄ ἡμέραν οὕτως ἐκάλουν.
ΗΣΥΧΙΟΣ


― ἀγαθοῦ δαίμονος· καὶ ἡμέραν δὲ τὴν δευτέραν τοῦ μηνὸς οὕτως ἐκάλουν. ΣΟΥΪΔΑΣ

Οι Δ ι ό ς-κ ο ύ ρ ο ι (Διόσκουροι) που παριστάνονται ως όφεις, στην αρχαϊκή περίοδο, είναι δαίμονες και προστάτες του οίκου και της οικίας, το σύμβολό τους είναι τα δόκανα που συμβολίζουν την ξυλοδεσιά του βασιλικού οίκου και της οικίας, επειδή σε μια οικία κάποτε δεν υπήρχε μόνο ένας όφις (το ένα χαρακτηρίζεται ως Ζευς κτήσιος), αλλά περισσότεροι, οι επιπλέον όφεις (συνήθειο των αρχαϊκών προγόνων), είναι οι κ ο ύ ρ ο ι του Δ ι ό ς. Υπό την μορφή του όφεως υπάρχουν και άλλοι οικιακοί δαίμονες που αρχαϊκά και κλασικά ταυτίζονται με τον θεό Δία, όπως ο Σ ω τ ή ρ, ο Μ ε ι λ ί χ ι ο ς και ο Α γ α θ ό ς Δ α ί μ ω ν.


Ὁ Ε.Rodhe (1845-1898) στὸ ἕργο του Ψυχὴ (1890-1894) ἀντιλαμβάνεται τὸν ἀγαθὸ δαίμων ὡς μία χθόνια θεότητα, αὐτὸ ἐνισχύεται καὶ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ τοῦ Πλουτάρχου:


― Καὶ γὰρ Ἕλληνες ἐν τῇ νουμηνίᾳ τοὺς θεοὺς σεβόμενοι τὴν δευτέραν ἥρωσι καὶ δαίμοσιν ἀποδεδώκασι, καὶ τῶν κρατήρων ὁ δεύτερος ἥρωσιν ἔπικίρναται καὶ ἡρωΐσι.
(ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΗΘΙΚΑ 272Α).


Ὁ Ἀθηναῖος συνδέει τὸν ἀγαθὸ δαίμονα μὲ τὸν θεὸ Διόνυσο:
― καὶ διὰ τοῦθ’οἱ Ἕλληνες τῷ μὲν παρὰ δεῖπνον ἀκράτῳ προσδιδομένῳ τὸν ἀγαθὸν ἐπιφωνοῦσι δαίμονα, τιμῶντες τὸν εὑρόντα δαίμονα· ἦν δ’οὗτος ὁ Διόνυσος.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ 15.675Β


Ἡ μαρτυρία τοῦ Ἀθηναίου εἶναι πολὺ σημαντικὴ ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸ τῆς θεότητος τοῦ Ἀγαθοῦ Δαίμονος διότι βλέπουμε ὅτι τὴν δευτέρα ἱσταμένου τοῦ μηνὸς Ἀνθεστηριῶνος, καταγράφεται μία θυσία στὸ θυσιολόγιο τοῦ Δήμου Ἐρχιᾶς στὸν Διόνυσο.


Ὁ μεσαιωνικός σχολιαστὴς τοῦ Ἀριστοφάνους στὸ ἕργο Νεφέλαι, καθορίζει τὴν δευτέρα ἱσταμένου τοῦ κάθε μηνὸς, ὡς ἡμέρα ποὺ τιμᾶται καὶ ὁ Ποσειδών:


― καὶ γὰρ ἐν τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ τεταγμένον ἦν τὸν Δία τιμᾶν, ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ τὸν Ποσειδῶνα, καὶ τοὺς ἄλλους θεοὺς καθεξῆς.
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΝΕΦΕΛΑΙ 616


Αὐτὸ τὸ σχόλιο, εἶναι λανθασμένο, διότι ἡ ἱερὴ ἡμέρα τοῦ Ποσειδῶνος εἶναι ἡ ὀγδόη ἱσταμένου τοῦ κάθε μηνὸς. Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ τοῦ σχολιαστὴ ἀφορᾶ τὴ νουμηνία καὶ ἡ δήλωση του :
― καὶ τοὺς ἄλλους θεοὺς καθεξῆς· δηλώνει ὄτι γίνεται μία προσπάθεια νὰ παρουσιάσει ἕνα σύστημα ἡμερολογίου ποὺ δὲν ὑπάρχει στὸ Αθηναϊκόν Έτος.


Σὲ γενικὲς γραμμὲς ὁ ἀγαθὸς δαίμων εἶναι ἀρχέγονη Ἑλληνικὴ Θεότητα, ἡ ὁποία αντιπροσωπεύει γενικὰ τὸ πνεῦμα τῆς γονιμότητας καὶ τῆς εὐφορίας.


Κατὰ τὴν κλασικὴ ἐποχὴ ἀπέκτησε ὑπόσταση καὶ λατρευόταν ὡς φύλακας τῆς οἰκογενειακῆς εὐδαιμονίας καὶ τῆς πόλης, προστάτης τῶν ἀμπελιῶν καὶ τῶν χωραφιῶν, συνήθως μαζὶ μὲ τὴν Ἀγαθὴ Τύχη.


Ταυτίζεται ἄλλοτε μὲ τὸν Δία καὶ ἄλλοτε μὲ τὸν Διόνυσο. Σύμβολά του είναι ο δράκων (όφις) ἢ ὁ φαλλός σε μεταγενέστερους ελληνορωμαϊκούς χρόνους, στη λατρεία του αφιερώνεται η ημέρα ποὺ δοκιμάζεται τὸ νέο κρασί.


Κατὰ τοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους, συνδέθηκε μὲ τὴ λατρεία τοῦ αἰγυπτιακοῦ θεοῦ Χνοὺμ (τὸν ὁποῖο οἱ Ἕλληνες ὀνόμαζαν Χνούβι, σύμφωνα μὲ τὸν Στράβωνα) .