
![]() |


Δευτέρα μεσούντος Ανθεστηριώνος
Διονύσια εν λίμνες
Ανθεστήρια
Χόες
Ιερή πομπή
Διονύσου
Λιμναίου
στο ιερό
του Διονύσου
Λιμναίου
Άρρητα
ιερά
Όρκος
Γεραρών
Γάμος
Σύμμειξις
Βασιλίννας
Διονύσου
(Βασιλέως)
Αγών
Χόες
Συμπόσιο
ήρωος
Ορέστουθυόμενα
Έρχιας
Διονύσου
θυόμενα
Θορικού
Μιαρά
Αποφράς
Η δευτέρα μεσούντος, δυοκαιδεκάτη.
Τα Ανθεστήρια και η Έλευση του Διονύσου στην κοινότητα
Τα Ανθεστήρια είναι μια μεγάλη εορτή που πίπτει στο τέλος του κύκλου της καλλιέργειας του αμπελιού, όταν ο νέος οίνος ανοίγεται από τους πίθους ζύμωσης στην δεύτερη άνοιξη.
Έτσι τώρα σηματοδοτείται η Έλευσις του Διονύσου, αλλά η Εισαγωγή του θεού στο θέατρο θα γίνει τον επόμενο μήνα και, στο τέλος του καλοκαιριού θα έχουμε πλούσιο τρύγο.
Ο νέος οίνος, με τη μεθυστική του επίδραση, πιστοποιεί τη δύναμη του Διονύσου• ο ώριμος θεός μόλις αφίχθη. Η άφιξή του διαδραματίζεται στη εορτή, πριν ανοίξουν οι πίθοι με τον οίνο, ώστε να διασφαλιστεί ότι ο οίνος είναι καλός.
Στις παραθαλάσσιες πόλεις της Ελλάδος, και αυτές είναι πολλές, ένα ξύλινο άγαλμα του Διονύσου μεταφέρεται στους δρόμους μέσα σε μια άμαξα άρμα που έχει διαμορφωθεί έτσι ώστε να μοιάζει με πλοίο, με πλώρη και πρυμναία στήλη.
Το άρμα με το πλοίο και το καθιστό άγαλμα απεικονίζονται συχνά σε αγγειογραφίες- στο άρμα επιβαίνουν επίσης άνδρες ενδεδυμένοι ως σάτυροι, οι οποίοι τελούν χορείες γύρω από το άγαλμα και παίζουν τον αυλό.
Έτσι εμφανίζεται σαν ο θεός να έχει διασχίσει τη θάλασσα για να ενωθεί με την κοινότητα.
Παράλληλα, οι γυναίκες προετοιμάζουν το ιερό, οι γυναίκες της κοινότητας πραγματοποιούν αντίστοιχη τελετή στο ιερό του Διονύσου.
Έκεί το ομοίωμα του Διονύσου, που έχει κατασκευαστεί από τα Λήναια, βρίσκεται αναρτημένο με ένα προσωπείο και με έναν υπέροχο κεντημένο χιτώνα σε έναν ξύλινο στύλο. Οι γυναίκες υποδέχονται τον θεό με χαρμόσυνες ωδές και η σύζυγος του αξιωματούχου ανεβαίνει στο άρμα και δηλώνει νύμφη του.

Έτσι ο θεός γίνεται ευπρόσδεκτος από όλα τα μέλη της κοινότητας την οποία θα προστατέψει και θα ανταμείψει με πλούσιο τρύγο. Στη συνέχεια, ανοίγονται οι πίθοι με τον οίνο και μεταφέρονται συμβολικές ποσότητες από τον νέο οίνο στο ιερό για να καθαγιαστεί στην παρουσία του θεού.
Την επόμενη ημέρα ο νέος οίνος δοκιμάζεται σε όλη την πόλη. Σε ορισμένα μέρη στήνονται τράπεζες με μεγάλους κρατήρες ανάμειξης σε κάθε γειτονιά.
Στην Αθήνα συνηθίζεται να πίνουν τον οίνο σε εσωτερικό χώρο λόγω του μιάσματος της έλευσης του Ορέστου που η είσοδός του στην Αθήνα μετά τον φόνο της μητρός συνέπεσε με τους εορτασμούς.
Κάθε μέλος του οίκου έχει τον δικό του χου (κανάτα) γεμάτο μέχρι το χείλος- μόλις ο επικεφαλής αξιωματούχος έδινε σάλπισμα από το κέντρο της πόλης, ο καθένας έπινε τον χου του όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Τα μικρά παιδιά έχουν μικροσκοπικούς χόες- τους επιτρεπόνται να συμμετάσχουν στην κατανάλωση από την ηλικία των τριών ετών, η οποία ήταν στην πραγματικότητα μια πρώιμη ενηλικίωση, η πρώτη τους διαβατήρια μετά τους κινδύνους της βρεφικής ηλικίας υπό την προστασία και την έγκριση τώρα του θεού Διονύσου.
Τόσο οι μικροί όσο και οι κανονικοί χόες έχουν σωθεί σε ποσότητα με ζωγραφισμένες τις παραστάσεις τελετουργίας.
Στην Αθήνα, ο ανώτατος αξιωματούχος και η σύζυγός του ονομάζονται Βασιλεύς και Βασιλίννα, πανάρχαιοι τελετουργικοί τίτλοι που συμβατικά αποδίδονται ως «βασιλεύς» και «βασίλισσα».
Στις μυκηναϊκές πινακίδες ο Βασιλεύς είναι ακριβέστερα ένας τοπικός αρχηγός ή αξιωματούχος που ελέγχει τους πόρους μιας συγκεκριμένης περιοχής.
Ο νέος οίνος είναι ένας τέτοιος πόρος και η εορτή της άνοιξης τον καθιστά διαθέσιμο για γενική χρήση- έτσι, τα τελετουργικά καθήκοντα του Βασιλέως και της Βασιλίννας ανάγονται από την εποχή του χαλκού.
Η σημερινή ημέρα είναι η δεύτερη ημέρα των εορτασμών των Ανθεστηρίων και ονομάζεται Χόες.
Ο Θουκυδίδης, 2.15.4,γράφει ότι η σημερινή ημέρα είναι η σπουδαία ημέρα για τα Ανθεστήρια :
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ 2.15.4
― και του εν Λίμναις Διονύσου, ω τα αρχαιότερα Διονυσια (τη δωδεκάτη) ποιείται εν μηνί Ανθεστηριώνι, ώσπερ και οι απ΄Αθηναίων Ίωνες έτι και νυν νομίζουσιν.
ΑΠΟΔΟΣΗ
του Λημναίου Διονύσου, προς τιμήν του οποίου, τη δωδεκάτη ημέρα του Ανθεστηριώνος εορτάζονται τα αρχαιότερα Διονύσια , συνήθεια που την κρατούν ακόμη και σήμερα οι Ίωνες , που κατάγονται οι Αθηναίοι.
Τα ΛΕΞΙΚΑ ΑΡΠΟΚΡΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΣΟΥΔΑ
― Χόες· εορτή τις ην παρ’ Αθηναίοις αγομένη Ανθεστηριώνος δωδεκάτη
εδραιώνουν επίσης ότι η σημερινή ημέρα είναι η ημέρα των Χοών.
Ο ήρως Ορέστης και τα θυόμενα
Λ α τ ρ ε ί α· Αττική· ο Ορέστης συνδέεται αιτιολογικά με την ιεροτελεστία των Χοών στα Ανθεστήρια καθώς και με τη λατρεία της Αρτέμιδος Ταυροπόλου στις Αλαί αι Αραφηνίδες, δήμος ανάμεσα στον Μαραθώνα και την Βραυρώνα, η ευρύτερη περιοχή της Ραφήνας και της Αρτέμιδας.
Μ ύ θ ο ς· Ο Ορέστης είχε επιστρέψει από την Αθήνα όταν σκότωσε τον Αίγιστο, (Ομ. Οδ. 3.306-8)· αυτό το περιστατικό του φόνου είχε μπερδέψει τους αρχαίους σχολιαστές. Συνήθως, αναφέρεται και είναι γνωστή η δίκη του Ορέστη για τη δολοφονία της Κλυταιμνήστρας που διεξήχθη στην Αθήνα, (Aριστ. Ευμ., Ελλάνικος θρ. 323a. 22), κ.λπ· η δίκη ήταν μια από τις τυπικές μυθικές δίκες του Αρείου Πάγου. Λόγω του πιθανού μιάσματος του Ορέστη ο Δημοφών (ή ο Πανδίων, Σχ. Aριστ. Αχαρν. 961, Ιπ. 95, ή οι γιοι του Δημοφώντος , Πλουτ. Ηθ. 643A), αποφάσισαν στην εορτή του Διονύσου Λημναίου ότι κάθε συμμετέχων θα πρέπει να έχει το δικό του Χου με το κρασί του, ιδρύοντας έτσι τον ειδικό χαρακτήρα στην ημέρα των Χοών στα Ανθεστήρια, (Φανόδημος, θρ. 325. 11, Παρ. Α 25· βλέπε Ευριπίδη Ιφιγένεια εν Ταύροις 942/60, Καλλίμ. θρ. 178).
Μετά το ταξίδι του στη χώρα των Ταύρων και την επιστροφή του με την Ιφιγένεια ίδρυσε τον ναό της Αρτέμιδος Ταυροπόλου στις Αλαί αι Αραφηνίδες, και καθιέρωσε την λατρεία σε αυτόν τον δήμο. (Ευριπίδης Ιφιγένεια εν Ταύροις 1446-61).
Στην ιστορική περίοδο, όταν με το ιερό της Βραυρώνας ταυτίστηκε η Αρτέμιδα τότε η παλιά (Ιφιγένεια), η τοπική θεά των τοκετών στις Αλαί αι Αραφηνίδες, ταυτίστηκε με την ηρωϊδα Ιφιγένεια και δημιουργήθηκε η παράδοση πως αυτή επέστρεψε με τον Ορέστη από την Ταυρική και έγινε ιέρεια της Αρτέμιδος Βραυρωνίας που είχε γίνει Γενέθλια θεά και Κουροτρόφος.
Στα μεταγενέστερα ιστορικά χρόνια υπήρξε Τέμενος, και τάφος της Ιφιγένειας. Το θαυματουργό ξόανο που η Ιφιγένεια και ο Ορέστης έφερε από την χώρα των Ταύρων φυλασσόταν σε γειτονικό ιερό της Αρτέμιδος που βρέθηκε σε παραλιακή θέση νότια της Ραφήνας. Στην θέση αυτή στην αρχαιότητα υπήρξε ο συνοικισμός των Αραφηνιδών Αλών και εκεί η Αρτεμις λατρεύεται ως «Ταυροπόλος». Με την πόλη των Αθηναίων δεν συνδέθηκε η Ταυροπόλος αλλά η Βραυρωνία Αρτέμιδα. Η τοπικές θεές Ιφιγένεια και Ταυροπόλος Αρτέμιδα εορτάζονται τον μήνα Μουνιχιώνα.
ΙΕΡΟ ΕΤΟΣ ΘΟΡΙΚΟΥ – θυόμενα Θορικού στον Διόνυσο ― Ἀνθεστηριῶνος, Διονύσωι, δω[δεκάτηι],αἶγα λειπεγνώμονα πυρρὸν ἢ [μέλανα
Ο Γαμος του Διονύσου με την Βασιλίννα – Η τελετουργία στο Βουκολείον
Ο Αριστοτέλης μιλάει για μια τελετή στο Βουκολείον. Αλλά υποστηρίζεται από πολλούς ότι αυτό ελάμβανε χώρα την δεύτερη ημέρα, ακριβώς την ώρα που το ιερό στις Λίμνες ήταν ανοιχτό, και επίσης ότι στο ιερό γίνονταν ιεροτελεστίες ως προετοιμασία για την άλλη τελετή. Αυτές, λέγεται, είναι οι μυστικές τελετές από τις οποίες ο Δημοσθένης (Δημ. 49 Νεαίρ. 76) υποθέτει τόσα πολλά, ιεροτελεστίες στις οποίες οι γεράραι συμμετέχουν. Εδώ στο ιερό είναι που η ανάξια βασιλίννα είδε αυτό που δεν έπρεπε να δει – ίσως τα ιερά αντικείμενα στα χέρια του γεραρών – και έμπαινε στο μέρος όπου δεν έπρεπε να μπει· το εν λόγω μέρος θεωρείται ότι είναι μια «οικία» ή «θάλαμος», οίκος, ο οποίος σε ένα σχόλιο του Αριστοφάνη τυγχάνει να αναφέρεται ότι συνυπάρχει με έναν «ναό» στις Λίμνες.
Σχολ. Αρ. Βατ. 216 ― Λίμνη· τόπος ιερός Διονύσου, εν ώι και οίκος και νεώς του θεού. Ο Burkert (1972, 259) γνωρίζει ακόμη ότι είναι ένας «υπόγειος θάλαμος» και του θυμίζει τις Αρρηφόρες.
Ωστόσο, όλα αυτά είναι μια πολύ τεταμένη ερμηνεία του Δημοσθένους. Όπως είδαμε, ο Δημοσθένης διηγείται τις πράξεις της ανάξιας βασιλίννας δύο φορές, σε διαδοχικές προτάσεις, για να διπλασιάσει το αποτέλεσμα. Η δεύτερη, πιο σύντομη πρόταση λέει ότι «την έδωσαν για σύζυγο στον Διόνυσο» και «έπραττε» πολύ σημαντικό τελετουργικό: εξεδόθη δέ … έπραξε δέ…
Το κυριότερο πράγμα είναι να είσαι σύζυγος του Διονύσου· και πρέπει να περιλαμβάνει τον γάμο της αναφοράς του Αριστοτέλους στο Βουκολείον, και ίσως αυτό ήταν όλο.
Τα υπόλοιπα καθήκοντά της ήρθαν αργότερα;
Αυτή η πρόταση δεν μπορεί να ειπωθεί με δυνατά αποδεικτικά αλλά η άλλη δίνει μια χρονολογική σειρά. Η πρώτη παράγραφος, βεβαίως, συνοψίζει τη δραστηριότητα της γυναίκας στον Παρατατικό χρόνο: «διεξήγαγε τις μυστικές τελετές σας για λογαριασμό της πόλης», ― υμίν έθυε τα άρρητα ιερά κτλ.
Έπειτα έχουμε τρεις διαδοχικές ενέργειες στον Αόριστο χρόνο: «και είδε», «και μπήκε», «και έδωσε τον όρκο στις γεράραι», ― και είδεν, και …εισήλθεν, εξώρκωσέν τε τας γεραράς.
Αυτά τα επιβλητικά «είδεν» και «εισήλθεν» μπορεί κάλλιστα να είναι ο γάμος στο Βουκολείον, ή μάλλον, πρέπει να είναι· διότι διαφορετικά ο γάμος δεν αναφέρεται καθόλου.
Σε αυτήν την εκδήλωση, ο γάμος στο Βουκόλειον γίνεται πριν από την ανάθεση των γεραρών στο Λημναίο ιερό. Δεδομένου ότι η ανάθεση των γεραρών ανήκει στη δεύτερη μέρα, ο γάμος μπορεί να ανατεθεί στην πρώτη ημέρα. Ο Αριστοτέλης δίνει μια σαφή ένδειξη ότι ο γάμος πραγματοποιείται στην αρχή. Λέει για το Βουκόλειον: «γιατί ακόμη και τώρα είναι εδώ που γίνεται η συνάντηση μεταξύ της συζύγου του άρχοντος του Διόνυσου και ο γάμος τους», ― έτι και γαρ της του βασιλέως γυναικός η σύμμειξις ενταύθα γίγνεται τώι Διονύσωι και ο γάμος.
Καθώς το ύφος του Αριστοτέλους δεν είναι περίτεχνο ή διάχυτο, εννοεί ότι διακρίνει μια τελετουργική «συνάντηση», σύμμειξις, από μια «γαμήλια τελετή», γάμος, (Για την σύμμειξις, δείτε την διατριβή του καθ. Wilhelm, AnzWien 1937.39-57, Ακαδημαϊκά γραπτά (Λειψία 1974) 2.583-600).
Ο Διόνυσος συναντιέται τελετουργικά από την σύζυγο του άρχοντος στα καταλύματα του άρχοντος και αυτό επειδή μόλις έφτασε στην πόλη.
Μια απλή ανάγνωση του κειμένου του Δημοσθένους και του Αριστοτέλους τοποθετεί τον γάμο στην πρώτη μέρα, την Πιθοίγια.
Πώς λοιπόν εξετάζουμε τις λειτουργίες και τις τελετουργίες της ημέρας;
Μέχρι την εποχή των Ανθεστηρίων ο οίνος ζυμωνόταν σε αποθηκευτικούς πίθους που ανήκουν στους αμπελουργούς· τώρα διανέμεται και πωλείται για γενική χρήση. Ο Ίκαριος, μας λέει ο μύθος, φόρτωσε μια άμαξα με ασκούς οίνου και τους έφερε στους κατοίκους της Αττικής· αυτοί ήπιαν σε υπερβολικό βαθμό.
Στη συνέχεια έχοντας δολοφονηθεί ο Ικάριος, η κόρη του, η Ηριγόνη περιπλανήθηκε αναζητώντας τον ως την στιγμή που απαγχονίστηκε από την μελαγχολία της.
Καθώς η περιπλάνηση και ο απαγχονισμός τιμούνται ομολογουμένως την τρίτη ημέρα της εορτή μας, και καθώς οι αγώνες οινοποσίας χαρακτηρίζουν τη δεύτερη ημέρα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι γίνεται διανομή ασκών γεμάτων με οίνο την πρώτη ημέρα.
Μια άλλη μορφή στην οποία ο Διόνυσος μεταδίδει τη χρήση του οίνου είναι ο «Αμφίκτυων», ο βασιλιάς της Αθήνας. Το όνομά του (και ελάχιστα ακούγεται έξω από αυτό το πλαίσιο) υποδηλώνει ότι πηγάζει από την παραγωγή της γύρω περιοχής. (Οι ασκοί του Ικαρίου: Υγ. Αστρ. 2.4.3; C. Gasparri, LIMC 3.1 (1986) 559 αρ. 257, 3,2 πλ. 454 λημ. «Διόνυσος», το ψηφιδωτό από την Οικία του Διονύσου στη Νέα Πάφο. Αμφικτύων και Διόνυσος: Παυσ. 1.2.5· Αθ. 2.7, 38 C-D (Φιλόχορος FGrH 328 F 5b), 5.8, 179 E· Ευσέβ. α. βιβλ. 520· σχολ. Oδ. Ρ.205).
Οι χόες του οίνου πωλούνται στην αγορά κατά τη διάρκεια των Ανθεστηρίων, κυρίως, υποθέτει κανείς, την πρώτη μέρα, για την χρήση στη δεύτερη ημέρα. (Σκυλ. Περιπλ. 112 (GGM 1.94): οι Φοίνικες μεταφέρουν αττικές χοές στην Αιθιοπία, «γιατί τα αγγεία πωλούνται στη εορτή Χόες». Ο Σκύλαξ αναφέρεται φυσικά σε ολόκληρη την εορτή των Χόων· δεν θεωρείται ότι οι χόες πουλιούνται και χρησιμοποιούνται μόνο την εορταστική ημέρα που ονομάζεται έτσι).
Κρίνοντας από μια εφηβική επιγραφή της Αυτοκρατορίας, το διοικητικό συμβούλιο των αγορανόμων ήταν απασχολημένο με την εορτή μας. (Tο έτος +195/6, οι δύο έφηβοι που υπηρέτησαν ως αγορανόμοι «επιτελούσαν επίσης τους Χύτρους», επετέλεσαν τους Κύθρους: ΙG ΙΙ² 2130 σειρ. 66-69 — για την χρονολογία, S. Follet, Athénes au Hf et au HI siécle (Παρίσι 1976) 230-231. Δηλαδή, επωμίζονταν το κόστος της εορτής ή των διαγωνισμών της τρίτης ημέρας. Ο καθ. Deubner 1932, 97-98 έκανε λάθος όταν είχε πει ότι «η αγορά μαρτυρείται» για αυτή την ημέρα, έτσι ώστε πιθανότατα διήρκεσε «για αρκετές ημέρες». Αλλά ακόμη μπορεί κάποιος να συμπεραίνει ότι ήταν παραδοσιακό οι αγορανόμοι να ασχολούνται με τα Ανθεστήρια· οι εφήβοι που ήταν ο βασιλεύς ‘Φλά Μαρεῖνος Παια βασιλεύς’ «διεξήγαγαν τους αγώνες των Ληναίων» (γραμμές 57-60).
Στους Αχαρνείς (719-977) του Αριστοφάνη, ο Δικαιόπολης κάνει μια αγορά λίγο πριν τον αγώνα οινοποσίας των Χοών· τα εμπορεύματα περιλαμβάνουν αγγεία, τα οποία πωλούνται και συσκευάζονται για εξαγωγή. Ο ίδιος ο οίνος πωλείται αναμφίβολα και στην αγορά. Ένα μέρος του νέου οίνου διασφαλίζεται για επίσημη χρήση.
Τη δεύτερη μέρα ένας ασκός οίνου προσφέρεται από τον βασιλιά άρχοντα στον καλύτερο πότη.
Ο εν λόγω διαγωνισμός είναι αναμφίβολα μεταξύ μιας επιλεγμένης ομάδας γύρω από τον άρχοντα (ακούμε για άλλα βραβεία που απονεμήθηκαν στους οίκους). Είναι η ομάδα «στο Θεσμοθετείον» την οποία ο Πλούταρχος την παραπέμπει ως τον Ορέστη στις ημέρες του βασιλέως Δημοφώντος. (Το έπαθλο του ασκού του οίνου: Αρ. Αχ. 1000-1002, 1224-1225, με τα σχόλια επ. τοπ. , Παρ. Ορέστη: Πλούτ. Συμπ. 1.1.2, 613 Β. Βλ. Deubner 1932, 96, 99).
Το κτίριο που ονομάζεται Θεσμοθετείον (ή Θεσμοθεσίον) δεν έχει εντοπιστεί ποτέ, ούτε επί εδάφους ούτε επί της χρήσεως. Μερικοί το θεωρούν ως ένα κτήριο που ήταν πάντα σε τρέχουσα χρήση για κρατικές λειτουργίες, όπως από τους έξι θεσμοθέτες από τους οποίους πήρε το όνομά του.
Η λέξη απουσιάζει εντελώς από την αθηναϊκή βιβλιογραφία και από τα κείμενα· ούτε μπορεί να ταυτιστεί με οποιοδήποτε μέρος των κτισμάτων της νέας Αγοράς που αναμφίβολα χρησιμοποιήθηκαν από τους άρχοντες, τις τρεις μνημειώδεις στοές στη βορειοδυτική γωνία.
Ο Αριστοτέλης (Αθ. Πολ. 3. 5) αναφέρει, και κάπως περιγράφει, ότι αρκετά παλιά κτίρια — Βουκόλειο, Πρυτάνειο, Επιλύκειο, Θεσμοθετείο — υπήρχαν για να απεικονίζουν την πρώιμη ιστορία της τάξεως των αρχόντων. Αυτά προφανώς δεν είναι τα κύρια κτήρια που χρησιμοποιήθηκαν στην εποχή του. Το Βουκόλειον και το Πρυτανείον βρίσκονταν μαζί στο κέντρο της παλιάς πόλης ανατολικά της Ακρόπολης, εδώ επίσης πρέπει να ανήκουν και τα άλλα δύο Σε ένα άλλο απόσπασμα του Πλούταρχου (Συμπ. 7. 9. 714 Β) (που γνώριζε καλά την Αθήνα) το Πρυτανείο και το Θεσμοθετείο ήταν δίπλα δίπλα, μαζί ως αποκλειστικοί παλιοί «αριστοκρατικοί» χώροι συνάντησης.
Έτσι βλέπουμε ότι όταν ο νέος οίνος διανέμονταν στην Αθήνα, εξέχων προορισμός ήταν κάποιο επίσημο κτήριο στο κέντρο της παλιάς πόλης. Ο οίνος τότε ήταν διαθέσιμο τη δεύτερη μέρα για τον αγώνα και το έπαθλο στο Θεσμοθετείο και φυσικά για όλες τις δημόσιες εκδηλώσεις στη συνέχεια. Ο βασιλιάς άρχοντας είχε την ευθύνη των περισσότερων δημόσιων τελετουργιών, και όλων των λοιπών απαραίτητων προμηθειών.
«Οι νόμοι του βασιλέως άρχοντος» που αποσπά ο Αθήναιος και οι πηγές του αφορούν κυρίως την κατανομή φαγητού και ποτού σε ορισμένες λατρείες· αυτοί που βοηθούν τον άρχοντα είναι παράσιτοι αλλά και πρωτοποσείς. Σε μια περίπτωση, οι παράσιτοι καλούνται να πάρουν το μέρισμά του κριθαριού τους « εκ της βουκολίας». Εδώ ζητείται ένα συγκεκριμένο ουσιαστικό, εκτός και αν υποθέσουμε ότι η βουκολία σημαίνει «προμήθεια», η φράση μάλλον θα πρέπει να τροποποιηθεί σε «εκ του βουκολείου» (Ο Αθ. 6. 27-7, 234 D-235 D, αναφέρει τους Πολέμων, Θεμίσων και Κράτης. Ο καθ. R. Schlaifer, HSCP 54 (1943) 51-55, αναδιατάσσει την εν λόγω πρόταση έτσι ώστε οι παράσιτοι να παίρνουν θύματα ζώων από ένα ιερό κοπάδι, που υποτίθεται ότι είναι ιδιοκτησία της Αθηνάς, και το κριθάρι από κάποια άλλη πηγή. Αυτή η διατριβή δεν υπολείπεται τεκμηρίων και δεν χρήζει προσοχής).
Το Βουκόλειον είναι το μέρος όπου ο βασιλιάς άρχων διατηρεί τις προμήθειες.
Είναι φυσικό η Αθήνα να εμπιστεύεται και το τελετουργικό και τα αποθέματά της στον βασιλέα· διότι οι θεοί και οι εορτές τους υπάρχουν για να προωθήσουν τους βασικούς πόρους της κοινότητας. Μπορεί ακόμα να διερωτόμαστε ποια ήταν η αρχική ευθύνη του βασιλέως, το τελετουργικό ή οι προμήθειες.
Στους κατάλογους του παλατιού της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, ο qa–si–re–u είναι μια τοπική αρχή και μια κοσμική αρχή, η οποία είναι κατά κάποιο τρόπο απαραίτητη για τη συλλογή ή τη διανομή αγαθών από το παλάτι και το wa–na–ka. Όταν παρήκμασαν τα ανάκτορα, οι τοπικές κοινότητες απέκτησαν τον έλεγχο των πόρων τους και η εξουσία πέρασε από τον άναξ στον βασιλέα. Σε αυτό το στάδιο ήταν που τέτοιες κοινότητες οργάνωσαν τις εορτές τους και τις έθεταν στην επιμέλεια του βασιλέως.
Την πρώτη ημέρα, λοιπόν, ο νέος οίνος μεταφέρεται στην πόλη, ένα μέρος από αυτόν στο κέντρο της παλιάς πόλης, όπου ο βασιλιάς άρχοντας αποθηκεύει τις προμήθειες στο Βουκόλειον. Αυτή η δραστηριότητα είναι πιθανό να συνδέεται με την τελετή στον ίδιο χώρο, τη συνάντηση και τον γάμο του Διονύσου και της συζύγου του άρχοντος.
Όλοι εκείνοι οι μελετητές που αναθέτουν τον γάμο στη δεύτερη μέρα επηρεάζονται αναμφίβολα από την ιδέα ότι αυτό θα έπρεπε να είναι το αποκορύφωμα της εορτής του Διονύσου: αν είχαν καταλάβει τους Χύτρους καλύτερα, θα τον είχαν αναθέσει την τρίτη μέρα. Σίγουρα όμως η ώρα να δελεάσουν και να ευωχηθούν από τον θεό του οίνου είναι στην αρχή της εορτής του, ώστε ο νέος οίνος να εμποτιστεί με το ίδιο κέφι.
Οι Ηλείοι φαίνεται ότι σκέφτηκαν έτσι. Στην εορτή των Θυίων (Θυία) οι γυναίκες καλούν τον Διόνυσο να έρθει αναπηδώντας ως ταύρος στην νύχτα της εορτής όταν οι πίθοι γεμίζουν από θαύμα με οίνο, ή έτσι εικάζεται· αλλά η εικασία έγινε και εγκρίθηκε από άλλους, για άλλους λόγους. (Το θαύμα των πίθων: Αριστ. 123, 841 Α, Παυσ. 6.26.1-2, Αθ. 1,61, 34 Α (Θεόπομπος FGrH 115 F 277). Η επίκληση του Διονύσου: Πλουτ. Αιτ. Ελ. 36, 299 A–B Περ. Ίσ. και Οσ. 35, 364 Ε-Φ. Πρβλ., Nilsson, Ελληνικές Εορτές (Λειψία 1906) 291-293. Η δοκιμή του νέου οίνου είναι η έλευση του θεού του οίνου στην ενήλικη μορφή του. Ο Nilsson δεν έκρινε τα Θυϊα επειδή (μετά τον Rohde) θεωρούσε τον Διόνυσο ως θεό της έκστασης στην πρώτη περίπτωση, του οίνου στη δεύτερη, έτσι ώστε το τελετουργικό φαινόταν να συνδυάζει διαδοχικά στάδια. Όμως μια δεδομένη εορτή του Διονύσου δεν μπορεί να εξηγηθεί με βάση αυτή την εξέλιξη. Γιατί είναι είτε μια χειμερινή εορτή «έκστασης» (στην πραγματικότητα ιερουργική για την αποκατάσταση του αμπελιού μετά τον τρύγο και το κλάδεμα), στην οποία ο οίνος δεν έχει θέση· ή μια ανοιξιάτικη εορτή του νέου οίνου, στην οποία η «έκσταση» (διαφορετκά από το ξεφάντωμα και τη διασκέδαση) δεν έχει θέση).
Το όνομα «Βουκόλειον» για το κατάλυμα του άρχοντος δείχνει επίσης ότι η τελετή εδώ ήταν ένα σημαντικό μέρος της εορτής. Την εποχή του Αριστοτέλους, ο βασιλιάς άρχων έκανε τα συνήθη καθήκοντά του αλλού, κυρίως στη Στοά του Βασιλέως· το παλιό κτήριο ήταν πλέον περισσότερο γνωστό για τη χρήση του στα Ανθεστήρια – το νυν καλούμενον Βουκολείον. Είναι προφανές ότι το όνομα αναφέρεται στο ταυροειδές σχήμα του Διόνυσου (Σοφ. θρ. 959, Ευρ. Βάκχ. 100, 618, 920-922, 1017, 1159), το οποίο είναι εξίσου οικείο στην Αθήνα όπως και σε άλλα μέρη, όπως και οι όροι βουκόλοι, βουκολείν, (Ευρ. Αντιόπ θρ. 203, Αριστ. Σφ. 10, IG ΙΙ² 1368 σειρ. 123, SIG³ 1109, LSCG 51 βουκολικός), για τους λάτρεις του Διόνυσου.
Ο βασιλιάς Αμφικτύων εόρτασε τιμώντας τον Διόνυσο, αλλά οι λεπτομέρειες δεν έχουν επιβίωσει, κρίμα, αφού ο αιτιολογικός μύθος είναι συχνά η καλύτερη απόδειξη για το πλαίσιο μιας εορτής (Παυσ. 1. 2. 5: σε ένα κτίριο μεταξύ του Διπύλου και της νέας Αγοράς, και ούτω καθεξής η πομπική διαδρομή των Διονυσίων εν άστει, που ιδρύθηκαν την εποχή που πρώτο-αναπτύχθηκε αυτός ο τομέας της πόλης, οι κεραμικές μορφές δείχνουν τον «Αμφίκτυωνα, τον βασιλιά της Αθήνας, που εορτάζει τον Διόνυσο και τους άλλους θεούς»).
Ωστόσο, υπάρχει ένας αντίστοιχος μύθος στην Αιτωλία — έχει συχνά συγκριθεί με τον τελετουργικό μας γάμο. Η Αιτωλική δυναστεία του Ορεσθέα και του Οινέα (και άλλα διάφανα ονόματα) ήταν φημισμένη για την επινόηση της αμπελουργίας, μια φήμη που αναμφίβολα παραδόθηκε από τους Μυκηναϊκούς χρόνους, καθώς η ιστορική περίοδος δεν μας παρέχει αρκετά τεκμήρια.
Είναι πολύ πιθανό αυτοί οι παλιοί μύθοι να ήταν εμποτισμένοι με αιτιολογικές λεπτομέρειες από άλλα μέρη. Ο Οινεύς καλωσόρισε τον θεό Διόνυσο, τον άφησε ελεύθερο με τη βασίλισσα Αλθαία και ανταμείφθηκε με το χάρισμα της αμπελουργίας. Στην πληρέστερη εκδοχή, ο Οινεύς φεύγει διακριτικά από την πόλη ενώ η γυναίκα του βρίσκεται στην αγκαλιά του Διόνυσου, «και προσποιείται ότι κάνει τελετουργία» (Υγ. Μυθ. 129. Βλ. Σοφ. θρ. 1130, Ευρ. Κυκλ. 38-39, Θεόφ. Περ. Αυτ. 2.7 (Σάτυρος FGrH 631 F 1), [Απλδ.] Βιβ. 1.8.1 (1.64), Σερβ. Aιν. 4.127. Aιλ. θρ. 73. Ο καθ. Hercher αναφέρει μια ιστορία, ως αίτιο των Χοών, για το πώς κάποιοι Αιτωλοί έφεραν για πρώτη φορά οίνο στην Αθήνα και δολοφονήθηκαν (όπως ο Ικάριος) εξαιτίας μιας παρεξήγησης. Αυτό είναι μια συνέχεια της ανακάλυψης της αμπελουργίας από τον Οινέα ή τον Ορεσθέα, και σίγουρα προέρχεται από μια τραγωδία ή κάποιο χαμένο σατυρικό έργο).
Μια ιστορία δεν θα μπορούσε να δηλωθεί πιο ξεκάθαρα ως αίτιον. Το τελετουργικό έξω από την πόλη πρέπει να αφορά την συγκέντρωση του οίνου στην αρχή της εορτής. Μερικά μελανόμορφα αγγεία δείχνουν τον Διόνυσο να συνοδεύεται από Σάτυρους σε ένα πλοίο-άρμα, το μόνο στοιχείο στην Αθήνα για αυτή τη γραφική τελετή της έλευσης.
Εν συντομία να υποθέσουμε ότι η τελετή υιοθετήθηκε από την Ιωνία για τα Διονύσια εν άστει στον μήνα Ελαφηβολιώνα, την καλύτερη εποχή για την ναυσιπλοΐα, και δεν διήρκησε στην περίοδο διαμόρφωσης της νέας εορτής· Εάν όμως επιθυμούμε να εξετάσουμε και τα Ανθεστήρια, το πλοίο-άρμα πρέπει να εκχωρηθεί χωρίς αμφιβολία στην πρώτη ημέρα, γιατί ο θεός δεν θα ερχόταν καθυστερημένα από έξω στην Αθήνα. Μια εφικτή διαδρομή είναι από την κατεύθυνση του Φαλήρου, ίσως από την Πύλη προς τη θάλασσα στο νοτιοανατολικό τείχος της πόλης, προς το κέντρο της παλιάς πόλης και το Βουκολείον.
Ενδείξεις θλίψεως και ζόφου στα Ανθεστήρια – Αποφράδες, Μιαραί , Άτυχες, Δυσοίωνες ημέρες, η Περισχοίνισις των ιερών και των ναών.
Μερικές φορές πιστεύεται ότι η δεύτερη ημέρα της εορτής των Ανθεστηρίων, οι Χόες, είναι μια ημέρα αφύσικη· δηλαδή ίσως ότι τα φάσματα (φαντάσματα) σηκώνονται από τη γη (κάτω κόσμο) αυτήν την ημέρα και αμέσως μετά εξευμενίζονται στην επόμενη ημέρα. Σε αυτό το άρθρο δεν αμφισβητούνται τα γεγονότα, αλλά η σημασία τους.
Εκτός από την πόση του οίνου από τους ατομικούς χόες, ένα άλλο έθιμο στην ημέρα των Χοών εντοπίζεται κατά την άφιξη του Ορέστη στην Αθήνα, το έθιμο του κλεισίματος των δημόσιων ιερών.
Σύμφωνα με τον Φανόδημο, ο βασιλιάς Δημοφών διέταξε να κλείσουν όλα τα ιερά για να μην τα πλησιάσει ο Ορέστης.
Το έθιμο αναφέρεται απλώς από τον Ευριπίδη- ο Ορέστης έγινε δεκτός στην Αθήνα ως «μισητός στους θεούς». Μαθαίνουμε από τον Πολυδεύκη ότι τα ιερά περιτυλίχονται με ένα σχοινί, το οποίο είναι ένα τελετουργικό τέχνασμα που χρησιμοποιείται επίσης και στα Πλυντήρια της Αθηνάς (Αθ. 10. 49, 437 C , Φανόδημος FGrH 325 F 11, Ευριπ. Ιφιγ. Ταυρ. 948, Πολυδ. 8. 141, ο οποίος λέει ότι η περισχοίνισις,«περισχοινίσαι-λημ. παρισχοινίσαι, γίνεται «στις αποφράδες, π.χ., στα Πλυντήρια και τέτοιες μέρες».
Η περισχοίνισις είναι περισσότερο μια ιεροτελεστία παρά ένα αποτελεσματικό μέσο ελέγχου των κινήσεων των ανθρώπων.
Όταν ο Αλκίφρων αναφέρει τόσο την «περισχοίνισις» όσο και τους «Χύτρους» σε έναν κατάλογο με γνωστά αξιοθέατα της Αθήνας (4.18.11), τότε αυτά φαίνονται να είναι εντελώς δύο εντελώς ξεχωριστά στοιχεία).
Η περισχοίνισις των ιερών είναι ένα σημαντικό μήνυμα, αλλά γιατί πρέπει να υποθέσουμε ότι στοχεύει στα φάσματα (φαντάσματα);
Η ημέρα των Πλυντηρίων θεωρείται αποφράς γιατί, λέει ο Ξενοφών, «το άγαλμα της Αθηνάς ήταν περιτυλιγμένο».
Οι σύγχρονοι συγγραφείς και ερευνητές προτιμούν να λένε ότι η ακαθαρσία αιωρείται στον αέρα, το οποίο δεν είναι ακριβές (Ξεν. Ελλ. 1. 4. 12 παρ. Πλουτ. Αλκ. 34.1, Deubner 1932, 22-23, L. Ziehen, RE 21.1 (1951) 1062, 1064-1065 λημ. Ανθεστήρια, Parke 1977, 154-155, P. Brulé, La Fille d’Atheéns (Παρίσι 1987) 108, 110, Ziehen και Parke 1977, 154-155, P. Brulé, La Fille d’ Atheénes (Παρίσι 1987) 108, 110.
Ο Ziehen και ο Parke εκφράζουν κάποια αμφιβολία για αυτή την αύρα ακαθαρσίας που αιωρείται, αλλά για άλλους λόγους διαφορετικούς από τον δικό μου.)
Μέχρι πρόσφατα, η συνήθης αντίληψη για τα Πλυντήρια ήταν ότι το άγαλμα της Αθηνάς απομακρύνεται από την Ακρόπολη και μεταφέρεται στο Φάληρο για να πλυθεί στη θάλασσα· αλλά ήταν μάλλον το Παλλάδιο της νοτιοανατολικής Αθήνας που μεταφερόταν στο Φάληρο, και σε κάποια άλλη στιγμή, για έναν άλλο σκοπό (στα Ολυμπίεια).
Τα Πλυντήρια πραγματοποιούν το «πλύνειν» του πέπλου και των ενδύματος της Αθηνάς (όχι το άγαλμα), και είναι πιο πιθανό ότι το τελετουργικό περιοριζόταν κυρίως στην Ακρόπολη. Αν όντως έτσι γίνεται τότε, το μίασμα δεν θα εξαπλωνόταν στην πόλη.
Ένας πλακούς (καθαρμού) από σύκα φέρεται σε πομπή στα Πλυντήρια (η ηγητηρία), είτε προς είτε από την Ακρόπολη δεν διευκρινίζεται.
Ούτε κάποιες άλλες τελετουργίες πλύσης υποδηλώνουν «μια πομπή για να φέρει τα ενδύματα ή τα πέπλα στο σημείο πλύσης για να αφαιρέσει την ακαθαρσία», όπως προτείνεται από τον Burkert 1977, 347.
Η Αυγή έπλυνε τον πέπλο και τα ενδύματα της Αθηνάς Αλέας σε μια πηγή ακριβώς δίπλα στο ναό, Ευρ. Αυγή (P. Colon. 264) 11, Παυσ. 8.47.4 (Εκαταίος FGrH 1 F 29b), βλ. L. Loenen, ZPE 4 (1969) 7-18, Brulé (σημ. 18. 111.)
Η περισχοίνισις των ιερών με σκοινί δεν είναι ένας προφανής τρόπος σφράγισής τους έναντι στη μετάδοση του μιάσματος. Λειτουργεί καλύτερα ως ένδειξη ότι όλη η εργασία της ημέρας βρίσκεται αλλού — στην Ακρόπολη ή σε κάθε οικία (πόσις νέου οίνου).
Στο μύθο των Χόων, η περισχοίνισις στοχεύει στον Ορέστη. Αντί να πλησιάσει τα ιερά, πρέπει να παραμείνει στην οικία, πίνοντας από έναν ατομικό χου οίνου.
Στην πραγματική ζωή, το ίδιο κάνουν όλοι.
Δύο άλλες τελετουργικές ενέργειες μαρτυρούνται για αυτήν την ημέρα από το λεξικά. Οι Αθηναίοι μασούν ράμνο, ίσως ιπποφαές, νωρίς το πρωί και αλείφουν τις θύρες ή τις οικίες τους με ρητινόπισσα.
Αυτές οι ενέργειες έχουν αποκλειστεί από το τελετουργικό της εορτής μόνο και μόνο επειδή είναι δυσοίωνες.
Ο Φώτιος περιγράφει τους Χόες ως μια «μιαρά ημέρα», τον μήνα Ανθεστηριώνα.
Ο Ησύχιος, χωρίς να αναφέρεται καθόλου στους Χόες, κάνει λόγο για «μιαραί ημέραι», τον μήνα Ανθεστηριώνα.
Και οι δύο εξηγούν ότι κατά τη διάρκεια αυτού του μήνα, ή κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών, τα φάσματα των νεκρών θεωρείται ότι σηκώνονταν και αιωρούνταν.
Ο Φώτιος λέει περαιτέρω ότι ο ράμνος είναι «αντίδοτο», (Αλεξιφάρμακον), και ότι η πίσσα είναι «αμόλυντη» (αμίαντος), ώστε αλείφεται και στις οικίες κατά τον τοκετό, για να διώχνουν τους δαίμονες.
Οι μιαρές ημέρες του Ανθεστηριώνος υπονοούνται επίσης πίσω από τον μάλλον περίεργο ισχυρισμό του Ευστάθιου ότι τα Πιθοίγια είναι «άτυχη από κάθε άποψη», (εις το παν αποφράς) — ξεχωρίζει την Πιθοίγια μόνο επειδή σχολιάζει τους πίθους του Διός και επειδή είναι επίσης θύμισε (όπως μας λέει) ένα πιο χαρούμενο άνοιγμα πίθων στον Ησίοδο. (Ιλ. Ω 526, Σχολ. Ησ. 368 – Υπό το πρίσμα του σχολιαστή, πρέπει να είναι τα Αθηναϊκά Πιθοίγια στα οποία αναφέρεται ο Ευστάθιος, σημείο που αμφισβητείται από τον Jacoby, σ. 23 στον Φιλόχορο FGrH 328 F 84.)
Οι ημέρες «άτυχες» ή «μιαρές» είναι θέμα μακραίωνης δεισιδαιμονίας, και ο αριθμός και η ποικιλία τους είναι πέρα από κάθε γνώση· αλλά κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς προσπάθησαν να τις συστηματοποιήσουν, λέγοντας, π.χ., ότι είναι οι τρεις τελευταίες ημέρες του μηνός, δηλαδή το σκότος της σελήνης· ή ημέρες που είναι διαθέσιμες σε απαγορευτικές τελετές (αποφράδες).
Τέτοιες τελετουργίες είναι οι ιδιαίτερες προσφορές στους νεκρούς, (αποφράδες) και, ο μήνας Ανθεστηριών αρχίζει με θεωρούμενες προσφορές σε όλους όσους πέθαναν στην μεγάλη επομβρία του Δευκαλίωνος. Έτσι, οι εξηγήσεις στο λεξικό είναι υποθετικές και μπορεί να αγνοηθούν.
Ένας πιο πιθανός λόγος για να μασούν ραμνόφυλλα το πρωί είναι για να «καθαρθούν» πριν δοκιμάσουν τον νέο οίνο.
Και η ρητινόπισσα που αλείφεται στην θύρα ή στην οικία ή στον τοίχο είναι μόνο ένα σημάδι ότι ο οίκος αυτός είναι απορροφημένος στις λειτουργίας ή τις τελετουργίες της ημέρας· είναι το αντίστροφο της περισχοινίσεως των ιερών.
Σε αυτό το σημείο έχουμε εξετάσει όλα τα στοιχεία και τα επιχειρήματα που υποτίθεται ότι δείχνουν ότι τα φαντάσματα αιωρούνταν στον αέρα την τρίτη ημέρα, ή τη δεύτερη, των Ανθεστηρίων. Δεν χρειάζεται να συζητήσουμε καν τη φαντασίωση που μοιάζει με μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας ότι τα Πιθοίγια είναι μια ανάκληση των νεκρών.
Noel Robertson

Ο καθ. W. Burkert δίνει την δική του ερμηνεία : «Κατά την ήμέρα των Χoων η πόση του νέου κρασιού κλιμακώνεται σε διαγωνισμό οινοποσίας: Καθένας έχει την άναλογούσα ποσότητα άναμεμειγμένου κρασιού, σε ένα ειδικό αγγειο (χουν) —άρχαιολογικά πασίγνωστο—που περιείχε πάνω άπό δύο λίτρα όποιος αδειάσει πρώτος τον χουν είναι ο νικητής. Απ’ αυτήν την οινοποσία δεν άπουσίαζαν ούτε οι δούλοι, ούτε τα παιδιά: μετά την συμπλήρωση του τρίτου έτους της ηλικίας εισάγονταν κατά τα Απατούρια στην ομάδα συγγενικών οικογενειών (φρατρία) και έπίσης έπαιρναν μέρος στην οινοποσία των Χοών με πάρα πολύ μικρά κανατάκια (χόας)· «γέννηση, χόες, εφηβία και γάμος», έτσι μπορούσαν να υπολογίζουν τα ορόσημα της ζωής. Σε παιδιά που πέθαιναν νωρίς έβαζαν μαζί τους στον τάφο ένα μικρό χουν, για να άναπληρωθή τρόπον τινά ό,τι γι’ αυτά είχε χαθή· οι παραστάσεις αυτών των αγγείων εικονίζουν μια ζωντανή παρουσίαση της παιδικής εορτής με τράπεζα προσφορών, χόας, κάθε είδους παιχνίδια και διασκεδάσεις.
Αυτή η ήμέρα της οικιακής χαράς εν τούτοις είναι μιαρά ήμέρα. ‘Αλείφουν τις πόρτες με πίσσα, μασούν νωρίς το πρωί φύλλα λευκακάνθης, «για να άπομακρύνουν τα φαντάσματα».
Ολα τα Ιερά αυτήν την ήμέρα, στις 12 του Ανθεστηριώνος, είναι κλειστά, περιφραγμένα με σχοινιά: η πρόσβαση προς τους Θεούς διακόπτεται έπίσης οι εκδηλώσεις που άπαιτούν ορκωμοσία σταματούν.
‘Αντιθέτως η πόλη κατοικείται άπό ανησυχητικούς ξένους, για το όνομα και την φύση των όποίων βεβαίως υπάρχει άμφισβήτηση ήδη στην άρχαία παράδοση, «Κάρες» ή «Κήρες», ξένοι η κακά πνεύματα, οι όποιοι κατόπιν έρμηνεύθηχαν ως « ψυχές των νεκρών». Οταν οι «Κάρες» στον αιτιολογικό μύθο έμφανίζονται ως «προγενέστεροι κάτοικοι» της Αττικής, οι δύο άπόψεις βεβαίως συγκλίνουν: «πρώτοι κάτοικοι» και «πνεύματα των προγόνων» είναι έναλλακτιχοί χαρακτηρισμοί για τα πνεύματα που έπιστρέφουν και μια ορισμένη ήμέρα προσκαλούνται σε γεύμα στην Ούγκαρίτ οι ρεφαίμ (rephaιm) έρχονται ως φιλοξενούμενοι, που φαίνεται να είναι άλλοτε αρχέγονοι γίγαντες, άλλοτε πνεύματα νεκρών.
Στην πραγματικότητα πρόκειται για χρήση προσωπείων ο Διόνυσος ο Θεός του οίνου είναι συγχρόνως ο Θεός του προσωπείου. Τελετές με μάσκες πρέπει να άνηκαν στην εορτή των ‘Ανθεστηρίων, αλλά σε λαικές μορφές χωρίς επίσημη οργάνωση της πόλεως, με άποτέλεσμα εκτός άπό μερικούς υπαινιγμούς σε άγγειογραφίες να μην υπάρχουν πληροφορίες περί αυτού· εν τούτοις γίνεται λόγος για πομπές έπάνω άμαξες με άχαλίνωτες ύβρεις εκτοξευόμενες «εξ αμάξης».
Με τέτοιους οιωνούς ακόμη και ο διαγωνισμός οίνοποσίας αποκτά σκοτεινή διάσταση. Ο καθένας έχει την ίδια ποσότητα κρασιού, ο καθένας πίνει την ίδια στιγμή με το σύνθημα μιας σάλπιγκας κατ’ εντολή του «βασιλέως ο καθένας έχει έπίσης το δικό του ίδιαίτερο τραπέζι, ενώ δεν έπιτρέπονται καθόλου οι συνομιλίες. Η πιο μεγάλη έκφραση του κοινοτικού πνεύματος συνοδεύεται άπό την μεγαλύτερη δυνατή απομόνωση
κάθε συμμετέχοντος: ο αίτιολογικός μύθος αφηγείται ότι ο μητροκτόνος Ορέστης φιλοξενήθηκε στην ‘Αθήνα με τέτοιο τρόπο, ώστε η παρεχόμενη συντροφιά στο σπίτι και στο φαγητό να αναιρείται ταυτοχρόνως με την απαγόρεύση έπικοινωνίας στο φαγητό, στο ποτό, στην όμιλία. Αυτό χαρακτηρίζει την ατμόσφαιρα αυτής της τελετής: οι εορτάζοντες
συμπεριφέρονται κατά την οίνοποσια σαν μιασμένοι άπό έγκλημα γι’ αυτό έπίσης αποκλείονται άπό τα Ιερά. Δεν λείπούν αιματηροί μύθοι, οι όποίοι περιστρέφονται γύρω άπό το άνοιγμα του καινούργιου κρασιού. Στην λογοτεχνία εισήλθε κυρίως η παραλλαγή που συνδέεται με το οινοπαραγωγό χωριό της 'Αττικής 'Ικαρία: ο Διόνυσος κατέλυσε στο σπίτι του 'Ικαριου και του δίδαξε την καλλιέργεια τον άμπελιοϋ και την οινοποιία όταν όμως ο 'Ικάριος έδωσε στους συγχωριανούς του το πρώτο τον κρασί, αυτοί πίστεψαν ότι τους δηλητηρίασε και ταν σκότωσαν.Υπήρχε όμως παραλλήλως και η αφήγηση ότι το κρασί το έφεραν άλλοι άπό την Αιτωλία, οι όποίοι φονεύθηκαν στην ‘Αθήνα. `Η σύνδεση του κόκκινού κρασιού με το αίμα είναι πανάρχαιη και πολύ διαδεδομένη.
Ο πιο συνεπής μύθος θα ήταν ότι ο Διόνυσος, ο θεός του οίνου, σκοτώθηκε ο ίδιος και διαμελίσθηκε, για να χρησιμεύσει ως οίνος για την ιερή πόση. Αυτό εκφράσθηκε για πρώτη φορά απροκάλυπτα άπό αλληγορικούς της ύστερης ‘Ελληνιστικής περιόδου κατ’ αύτούς «Διόνυσος» ήταν ένα όνομα για τον οίνο, ενώ τα πάθη του περιγράφουν την παραγωγή του. Για την πρώιμη έποχή, που ήταν έπηρεασμένη άπό τον Όμηρο, ένας θεός ήταν εξ ορισμού αθάνατος και έπομένως δεν ήταν δυνατόν να σκοτωθεί. Έτσι οι αρχαικοί μύθοι εισήγαγαν ανθρώπους στις ιστορίες φόνου, το πολύ-πολύ ήρωες, οι όποίοι έπρεπε να κατευνασθούν. Στους μυστικούς μύθους των Μυστηρίων οι αφηγήσεις είναι οπωσδήποτε διαφορετικές· ίσως ο μύθος του διαμελισμού του Διονύσου να είναι τόσο παλαιός, όσο η εορτή των Ανθεστηρίων. Βεβαίως, ακόμη κι αν γινόταν γνωστό ένα Μυστήριο άμπελουργών, αυτό δεν θα ήταν η άπώτατη πηγή του μύθου, αλλά με την σειρά του μεταφορά της τελετουργίας της θυσίας ζώου, η όποία συνδέεται με την αίματηρή ένοχή και το κοινό γεύμα.
Χαρακτηριστικό έθιμο στις τελετουργίες του κυνηγιού και της θυσίας ήταν η άκολουθουσα περισυλλογή των οστών· με ανάλογο τρόπο τελείωνε και η ήμέρα των Χοών: υπήρχε ο κανόνας ότι «μετά το τέλος της οινοποσίας τα στεφάνια κισσού που φορούσαν δεν έπρεπε να τα αφήνουν στα Ιερά —αφού είχαν μείνει κάτω άπό την ίδια στέγη με τον 'Ορέστη· επρεπε καθένας να τοποθετήσει το στεφάνι τον γύρω άπό την κανάτα του (τον χουν) και να το φέρει στην ιέρεια στο Ιερό εν Λίμναις και κατόπιν να εκτελέσει τις άλλες θυσίες στο Ιερό». «Μέσα στο μεθυσμένο πλήθος», όπως περιγράφει ο ‘Αριστοφάνης, πηγαίνουν οι πότες στο Ιερό εν Λίμναις· παραστάσεις των αγγείων, με τα όποία έπιναν, δείχνουν πολλές φορές μορφές που τρικλίζουν κρατώντας την άδεια κανάτα.
Ο,τι με το «άνοιγμα των πίθων» ξεκίνησε απ’ αυτό το ιερό συγκεντρώνεται εκεί και πάλι το βράδυ της έπομένης ημέρας.
Στο εν Λίμναις ιερό ανήκουν δεκατέσσερες γυναίκες, οι όποίες εκαλούντο απλώς «σεβαστές», Γέραιραι· αυτές τις έγκαθιστούσε ο «βασιλεύς» και ήσαν υπό την έποπτεία της «βασίλισσας», της συζύγού του άρχοντος βασιλέως. Αυτή όρκιζε τις «σεβαστές» και άνελάμβανε να πολύ θεαματικό ρόλο: αυτή η ίδια δινόταν ως σύζυγος στον θεό η ερωτική ένωση γινόταν στο Βουκόλιον, το «σπίτι του βουκόλου», στην 'Αγορά. Σε καμμιά άλλη περίπτωση στην ελληνική λογοτεχνία δεν γίνεται τόσο σαφής αναφορά στο τελετουργικό ενός «ιερού γάμου»· Οι μαρτυρίες των συγγραφέων συμπληρώνονται από άγγειογραφίες, οι όποίες είτε δείχνουν την «βασίλισσα» στην πομπή συνοδευομένη από σατύρους, είτε τον γάμο τον Διονύσου και της 'Αριάδνης, πλαισιωμένων άπό πότες της ήμέρας των Χοών. Το έρώτημα αν ο «γάμος» έφθανε σε πραγματική ολοκλήρωση παραμένει φυσικά αναπάντητο: είχε η γυναίκα ερωτική ένωση με μια έρμαική στήλη η έμφανιζόταν ο «βασιλεύς» με την μάσκα του θεού; Μόνο υπαινιγμούς κάνει η κατηγορία ενός ρήτορος έναντίον μιας αναξιοπρεπούς «βασίλισσας»: «αυτή η γυναίκα προσέφερε για λογαριασμό της πόλεως τις απόρρητες θυσίες και είδε αυτά που ως ξένη δεν έπιτρεπόταν να δει. Μια τέτοια γυναίκα εισήλθε σε χώρο, στον όποίο κανείς άλλος άπό όλους τους τόσους Αθηναίους δεν εισέρχεται, παρά μόνο η γυναίκα του βασιλέως. Αυτή όρκισε τις «γεραρές» που βοηθούσαν κατά τις ιεροπραξίες, δόθηκε στον Διόνυσο ως σύζυγός του, τέλεσε για λογαριασμό της πόλεως τα πατροπαράδοτα έθιμα προς τους θεούς, πολλά και άγια και άπόρρητα». Ο γάμος τελείται κατά την νύκτα, καθώς πότες των Χοών με δάδες περιβάλλουν το κρεββάτι του Διονύσου και της Αριάδνης. Μπορούμε να αποκτήσομε μια ακριβέστερη είκόνα αυτού που συνέβαινε στον κύκλο των «γεραρών», στον βαθμό που οι παραστάσεις των αποκαλουμένων «ληναικών» αγγείων μπορούν να συσχετισθούν με τα ‘Ανθεστήρια.
Δείχνουν γυναίκες να αντλούν κρασί, να πίνουν, να χορεύουν μπροστά σ’ ένα φανταστικό πρωτόγονο είδωλο του Διονύσου: ένα προσωπείο με γένια -η και δύο στραμμένες σε διαφορετική κατεύθυνσηάναρτημένες σε ένα κίονα ένα τεμάχιο υφάσματος τυλιγμένο γύρω από τον κίονα υποδηλώνει το σώμα, ενώ μερικές φορές το συγκρατούσε μια έγκάρσια ράβδος όπως στα σκιάχτρα χέρια και πόδια δεν υποδηλώνονταν ποτέ.
Ο θεός στολιζόταν με κλαδιά και γλυκίσματα και μπροστά του τοποθετούσαν τράπεζα προσφορών με τρόφιμα και δύο μεγάλα άγγεία για κρασί, στάμνους. Οι γυναίκες εκινούντο με μετρημένες και κομψές κινήσεις, στον βαθμό που η φαντασία του ζωγράφου δεν έπέτρεψε στο συνηθισμένο πλήθος των σατύρων και των μαινάδων να χορεύουν γύρω από την σκηνή.
Το είδωλο στο κέντρο είναι χωρίς αμφιβολία ο Διόνυσος προφανώς αυτός ο Θεός δεν ήταν συνεχώς παρών με την μορφή λατρευτικού αγάλματος, αλλά το ξόανο «κατασκευάσθηκε» είδικά για την έορτή, και μάλιστα κατά την διάρκειά της. Ενας χους δείχνει την μεγάλη μάσκα του θεού σ’ ένα κάνιστρο λιχνίσματος ανάμεσα σε δύο γυναίκες την μία με οινοχόη και την άλλη με δίσκο με καρπούς· ένας πρώιμος τύπος «ληναικού» αγγείου είκονίζει την μάσκα του Διονύσου όρθια σ’ ένα σπήλαιο και μπροστά μια γυναίκα που χορεύει. Επρεπε η «βασίλισσα» να φέρει την μάσκα από έναν άβατο υπόγειο χώρο στο ιερό του Διονύσου; Πάντως είναι φανερό ότι το προσκομιζόμενο προσωπείο στερεωνόταν στον κίονα παρουσία των «γεραρών» γυναικών, το ύφασμα σχημάτιζε το σώμα, ακολουθούσε ο στολισμός, ο Θεός ήταν πιά φιλοξενούμενος·
κατόπιν οίνοποσία και χορός: θα μπορούσε κανείς να φαντασθή πως κατά την νυχτερινή τελετή ο κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργηθείς θεός τελικώς ζωντανεύει και θέλει γυναίκα. Που γινόταν η ανόρθωση του θεού-προσωπείου, πως σχηματιζόταν η πομπή προς το Βουκόλιον δεν γνωρίζομε είναι προφανής πάντως και σ’ αυτήν έπίσης την περίπτωση η αναλογία με την θυσιαστήρια τελετουργία, η όποία κλείνει με την ανάρτηση του κρανίου του ζώο στο ιερό.
W.Burkert


































