Δευτέρα μεσούντος Σκιροφοριώνος

ΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΓ

Δευτέρα μεσούντος Σκιροφοριώνος

Σκίρα

θυόμενα

ιερή πομπή

Αθηνάς Σκιράδος

Ποσειδώνος

Ερεχθέως

Διός Υπάτου (Ηλίου)

Δήμητρος

Κόρης

θυόμενα

Τριτοπατόρων

(Μαραθών)

Δείπνα

Γυναικών

Μνημηϊα

της μάχης

της Μαντινείας

ΙΒ’. Ἡ δωδεκάτη, δευτέρα μεσοῦντος ἤ δυοκαιδεκάτη.

Ἡ σημερινὴ ἡμέρα εἶναι ἑορτὴ, πραγματοποιοῦνται τὰ Σκίρα ἤ τὰ Σκιρροφόρια .
Τὸ σχόλιο στὶς Ἐκκλησιάζουσαι τοῦ Ἀριστοφάνους καθιερώνει τὴν ἡμέρα :

― Σκίρα ἑορτὴ ἐστι τῆς Σκιράδος Ἀθηνᾶς, Σκιροφοριῶνος ιβ΄.
ΣΧΟΛΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΑΙ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ 18

Ὁ Πλούταρχος μᾶς δεικνύει ὅτι ἡ ἑορτὴ ἔγινε «ἱερωτέρα» λόγω τῆς Μάχης τῆς Μαντινείας:

― τὴν δὲ δωδεκάτην Σκιρροφοριῶνος ἱερωτέραν ἐποίησεν ὁ Μαντινειακὸς ἀγών, ἐν ὧ τῶν ἄλλων συμμάχων ἐκβιασθέντων καὶ τραπέντων μόνοι τὸ καθ’ἑαυτοὺς νικήσαντες ἔστησαν τρόπαιον ἀπὸ τῶν πολεμίων.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΗΘΙΚΑ 350Α

Τὸ συγκριτικὸ «ἱερωτέρα» μᾶς δηλώνει ὅτι πρωτίστως ἡ ἑορτὴ ήταν ἀπλῶς «ἱερή».

Η Εορτή του Αλωνισμού στην Αθήνα – τα Σκίρα

Εισαγωγή

Στην Αθήνα και τους αττικούς δήμους, η τελευταία στη σειρά των εορτών της Δήμητρας που η κάθε μία αφορά  ένα στάδιο του κύκλου των σιτηρών είναι τα Σκίρα, που λαμβάνει την ονομασία της  από τη νέα σοδειά των καρπών της κριθής και του σίτου. Αφού καθαρθούν τα αλώνια αρχίζει το αλώνισμα των καρπών που έκανε «λευκό» τον νέο καρπό.

Η πολιτειακή εορτή της Αθήνας, τα Σκιροφόρια μαζί με τα Μαλοφόρια των Μεγάρων, είναι φημισμένες για τις πομπές που σηματοδοτούνται από τη μεταφορά των σιτηρών, ως προσφορές.  

Στην Αθήνα και σε άλλες Ιωνικές πόλεις τελείται η εορτή του καθαρμού (Πλυντήρια-Καλλυντήρια) στις αρχές του θέρους σύμφωνα με το ιερό Έτος και το κλίμα των Αθηναίων, λίγο πριν το αλώνισμα της κριθής και του σίτου. Η εορτή του αλωνίσματος της Αθήνας, τα Σκίρα,  φαίνεται να είναι η μοναδική που συνδέει τη θεά Δήμητρα και την θεά Αθηνά, στην ανάδειξη ενός αξιοσημείωτου ήρωα, του Ερεχθέως. Η εορτή είναι παραμελημένη ή παρεξηγημένη από την σύγχρονη έρευνα.

Τα σκίρα (ουδέτερο πληθ.) των ονομάτων των εορτών είναι στην πραγματικότητα τα «λευκά», οι αλεσμένοι κόκκοι της κριθής. Το ίδιο το όνομα Σκιροφόρια δείχνει ότι οι πομπείς  επέστρεφαν στην Ακρόπολη φέρνοντας αλωνισμένα τα σιτηρά, τα σκίρα, από το Σκίρον·  αναμφίβολα αλέθονταν  από τις μικρές δεκάχρονες ιέρειες στην υπηρεσία της θεάς Αθηνάς που ονομάζονταν αλετρίς (Αρ. Λυσ. 644).

 Οι συνηθισμένες λέξεις σκίρος, σκιρόςσκιρόομαισκιραίνωσκιρώδης, μεταφέρουν ως επί το πλείστον την έννοια «σκληρό», το οποίο αναμφίβολα λαμβάνεται στο σκιρ– κατ’ αναλογία. Η λέξη σκίρος, ωστόσο, αναφέρεται επίσης σε ένα από τα δύο, γη κιμωλίας ή γύψος·  Οι λέξεις σκίρρα και σκίρρος  έτσι ορίζονται στο λεξικό Σούδα. Αυτό το πιο σπάνιο νόημα είναι πιθανό να είναι και το αρχικό·  η σκληρότητα προτείνεται από την κιμωλία ή τον γύψο, αλλά όχι το αντίστροφο. Το σπανιότερο νόημα ήταν πάντα εκεί· οι σχολιαστές που τείνουν να επινοούν εξηγήσεις για τα Σκιροφόρια μιλούν για ένα λευκό σκιάδειο ή ένα άγαλμα από γύψο. «Ο ιερέας του Ερεχθέως φέρει ένα λευκό σκιάδειο, που ονομάζεται σκίρον» (σχολ. Aρ. Εκκλ. 18). Άλλες πηγές το κάνουν απλώς σκιάδειο. Ο Θησεύς «κρατούσε ψηλά μια Αθηνά (παλλάδιο) που έφτιαξε από γύψο» (σχολ. Παυς. Α.1.4).

Το λιχνισμένο κριθάρι ή σιτάρι οι πρόγονοι το ονόμαζαν και «σκίρον» δηλαδή  «κιμωλία», έτσι ώστε να το «μεταφέρουν» στην ύπαρξη.  Ο άνεμος της εποχής  αυτής που ονομάζεται  Σκίρων στην Αττική είναι γενικά γνωστός ως Αργέστης  δηλαδή «Λευκαντικός», αναμφίβολα για την επίδρασή του στο λίχνισμα της κριθής και του σίτου.  Αλλά η αττική ονομασία πρέπει να είναι δευτερεύουσα, με βάση την τελετουργική χρήση των λέξεων από σκιρ-.

Η μεταφορά του σκιαδίου ίσως να είναι αληθής, αφού είναι ο ήλιος αυτής της εποχής είναι δυνατός (τέλος του θέρους-Ιούνιος –Ιούλιος συγχ.), αλλά ο ισχυρισμός των μεταγενέστερων και  βυζαντινών σχολιαστών ότι σκίρον σημαίνει σκιάδιον και ότι τα Σκιροφόρια είναι μια εορτή που φέρουν σκιάδια είναι για γέλια, είναι απλές εικασίες βυζαντινών σχολιαστών ή μεταγενέστερων λεξικογράφων  και πρέπει να απορριφθούν. Από την ψευδή ετυμολογία προέκυψε τότε ο περαιτέρω ισχυρισμός ότι η εορτή Σκίρα του Σκιροφοριώνος τελείται για την οικοδόμηση οικιών (Αρποκρ. λήμ.).

Σε αυτό το μελέτημα θα πρέπει να κατανοήσουμε την πραγματική ιερουργία και σημασία της εορτής Σκίρα αλλά και  την ανάγκη του αγρότη για ορισμένες καιρικές συνθήκες της εποχής της εορτής, γιατί πάνω σε αυτές βασίζεται το αίτιον της εορτής και της ιστορίας του Ερεχθέως

Στο Αλώνι

Ο εποχικός κύκλος των εορτών της Δήμητρος ξεκινά με το όργωμα και την σπορά εννέα μήνες πριν, και συνεχίζει με τη βλάστηση, την άνθηση, το καλάμωμα, την ωρίμανση του κόκκου, το ξεστάχυασμα, τον θερισμό, μέχρι το αλώνισμα. Στην Αθήνα και στους αγρούς της Αττικής, οι ονομασίες είναι Θεσμοφόρια (με τα Προηρόσια στη συνέχεια), τα Χλοαία, τα Άνθεια, τα Καλαμαία, και τα Σκίρα. Το πρώτο και το τελευταίο της σειράς, τα Θεσμοφόρια και τα Σκίρα, είναι μακράν τα πιο σημαντικά, γιατί οι επακόλουθες εργασίες είναι δύσκολες και παρατεταμένες και εξαρτώμενες από τις καιρικές συνθήκες.  Το αλώνισμα και το λίχνισμα απαιτούν ηλιόλουστους ουρανούς και το λίχνισμα  επιπλέον απαιτεί έναν σταθερό άνεμο.

Ο ήλιος ωριμάζει την θερισμένη κριθή και το θερισμένο σιτάρι· οποιαδήποτε δυνατή βροχή αυτό το διάστημα θα τα καταστρέψει. Ο ιερεύς του Ήλιου, πηγαίνει με πομπή από την Ακρόπολη στον τόπο Σκίρον, μαζί με την ιέρεια της Αθηνάς και τον ιερέα του Ποσειδώνος (Λυσιμαχίδης, FGrHist366F3). Η πραγματική λατρεία της Ακροπόλεως δεν είναι του Ήλιου, το οποίο είναι ένα απλώς λογοτεχνικό όνομα, αλλά είναι του Διός Υπάτου, του οποίου ο βωμός βρίσκεται ακριβώς μπροστά από το ιερό του Ερεχθέως (βλέπε Παυσανία Α.26.2). Το επίθετο δηλώνει τη θέση του ήλιου στον φωτεινό ουρανό· το όνομα «Υπερίων» είναι η ισοδύναμη μορφή αυτής της θέσης του ηλίου αυτή την εποχή.  Στον Παυσανία  ο Δίας  Ύπατος δέχεται την ιδίου είδους νηφάλια προσφορά με  άρτους  όπως δέχεται ο Ήλιος σε άλλες πηγές. Η λατρεία της Αθήνας για τον Δία Ύπατο είναι αρκετά ξεχωριστή μετεφέρθη  στην Ελέα, η οποία έχει επίσης και λατρεία του Ζέφυρου, μιας συγγενικής θεότητας της εορτής Σκίρας – Ζηνός Υπάτου Αθηναίου.

Ο αγρότης λιχνιστής, παλαιά οι γυναίκες,  πρέπει να πετά ψιλά τον αλωνισμένο κόκκο με έναν σταθερό άνεμο, παράγοντας χωριστούς σωρούς από πυρήνες και ήρα. Αυτή την εποχή ο άνεμος πρέπει να είναι μόνο ο  δυτικός (ή βορειοδυτικός) άνεμος.  Το αρχαίο παράπηγμα του αγρότη του λέει να βασιστεί στον Ζέφυρο, και να πάρει θέση για να τοποθετήσει ανάλογα το αλώνι του.

Ένα λογοτεχνικό επίγραμμα καταγράφει έναν ομολογουμένως ναό που κτίστηκε για τον Ζέφυρο μετά από ένα εύκαρπο λίκνισμα (Βιργ. Γεωργ. 3. 134, Βακχυλ. Ελλ. Ανθ. 20.5).  Κάπου γύρω από τον τόπο Σκίρον,  δίπλα στο ιερό αρκετών θεοτήτων των Σκίρων, της Δήμητρας, της Αθηνάς και του Ποσειδώνος, ο Παυσανίας είδε και έναν βωμό του Ζέφυρου (Α.37.2)

Ο δυτικός άνεμος προμηθεύει την ονοματολογία της εορτής. Από τον ρόλο του στο λίχνισμα ονομάζεται Αργέστης ή με ένα όνομα που είναι χαρακτηριστικό της Αθήνας και της Αττικής, Σκίρων. Το όνομα Αργέστης είναι ένα ουσιαστικό που σημαίνει «Λευκαντικός» από τη λέξη «άργος»  ή μάλλον από τη συγγενική μορφή «άργης» (πρβ. εναργής). Το όνομα έγινε αργότερα κατανοητό ως «φωτεινός» ή «δροσιστικός», αλλά η αρχική έννοια είναι πιο πρακτική· είναι η επίδραση του ανέμου στο λίχνισμα.  «Λευκά» είναι το τυπικό επίθετο τόσο για τους κόκκους της κριθής όσο και για το κριθάρι, ευρυφανές κρί λευκόνάλφιτα λευκά· η κριθή γίνεται «λευκή» καθώς πατιέται  στο αλώνι ― τριβέμεναι κρῖ λευκὸν ἐϋκτιμένῃ ἐν ἀλωῇ, (Ιλιάς Υ.496). Σε μια άλλη παρομοίωση του Ομήρου είναι ο σωρός της ήρας που «λευκαίνει» καθώς μεγαλώνει ―ὡς δ’ ἄνεμος ἄχνας φορέει ἱερὰς κατ’ ἀλωὰς
ἀνδρῶν λικμώντων, ὅτε τε ξανθὴ Δημήτηρ
κρίνῃ ἐπειγομένων ἀνέμων καρπόν τε καὶ ἄχνας,
αἳ δ’ ὑπολευκαίνονται ἀχυρμιαί·
 (Ιλιάς Ε.500)., οπότε ο άνεμος είναι «λευκαντικός» με διπλή έννοια, λευκαίνει και τα δύο, και τα σιτηρά και την ήρα. Στην Αθήνα ο ίδιος άνεμος ονομάζεται Σκίρων, όπως και στον Πύργο των Ανέμων. Ο «Λευκαντικός» λοιπόν,  είναι ένα άλλο ενεργό ουσιαστικό  σαν το Αργέστης. Ο αλωνισμένος κόκκος είναι τα σκίρα, τα «λευκά (τα αντικείμενα της πομπής).»

Στον τόπο Σκίρον

Το κομμάτι του εδάφους που προορίζεται για ένα τελετουργικό αλώνισμα είναι το Σκίρον, το «Λευκό (ο τόπος)».  Τέτοια ευοίωνα ονόματα έχουν μια αθροιστική δύναμη να παράγουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Η ώρα που φυσάει δυτικός άνεμος σηματοδοτείται από την πρωινή ανατολή των Υάδων, φέτος την έκτη ισταμένου του Σκιροφοριώνος δηλαδή περί της 5ης του Ιουνίου.  Οι Υάδες όπως και οι γειτονικές Πλειάδες και ο Ωρίων παρατηρήθηκαν από τους  πρόγονους από την πανάρχαια αρχέγονη εποχή (βλέπε Ομήρου Ιλιάς Σ.486, Ησίοδος, Έργα και Ημέρες 615), και αποκαλούνταν με τα ονόματα τόσων πολλών κορών ή νυμφών (θρ. 291 Ησίοδου, περί Αστρονομίας κ.τ.λ).  Σε μια ιστορία, πενθούν τον αδελφό τους Ύαντα σε μια άλλη είναι οι τροφοί του Διονύσου. Η αθηναϊκή ιστορία είναι και πάλι διαφορετική· εδώ οι Υάδες  είναι οι κόρες του βασιλέως Ερεχθέως.

Ερεχθεύς

Η ιστορία παρουσιάζεται στον Ερεχθέα του Ευριπίδη, κοντά στο τέλος της ομιλίας της από μηχανής θεάς Αθηνάς (θρ. 65 γραμμές 107-8). Όσο η μνεία της ιστορίας του Ερεχθέως του Ευριπίδη ήταν γνωστή μόνο από έναν σχολιαστή του Αράτου σε εμάς· ήταν φυσικό να υποθέσουμε ότι ο Ευριπίδης επινόησε την ιστορία. Τώρα που το κείμενο σε πάπυρο έχει έρθει στο φως, μπορούμε να δούμε ότι ο καταστερισμός αναφέρεται μόνο στη μετάβαση, ως παραδοσιακό στοιχείο το οποίο ο Ευριπίδης δεν χρησιμοποίησε αλλά μπορούσε  και δεν παραλείψε ακριβώς.  Υπήρχαν και άλλες εκδοχές πριν και μετά τον Ευριπίδη. Οι Υάδες ως αστερισμός έχουν μόνο ένα φωτεινό αστέρι στη μέση τους, τον Aldebaran (Λαμπαδίας ή οφθαλμός του ταύρου) έτσι ώστε ο συνολικός αριθμός που υπολόγισαν οι παρατηρητές διέφερε από δύο έως και επτά. Ο αριθμός των θυγατέρων του Ερεχθέως διέφερε, ως τώρα οι πηγές μας δείχνουν από τρεις έως έξι (ο Ευριπίδης κατέγραψε τρεις). Μπορούμε να υποθέσουμε ότι κατά κανόνα η κόρη που προσέφερε τον εαυτό της ως θυσία ήταν η πιο λαμπρή (ο Λαμπαδίας) και εκείνες που αυτοκτόνησαν (αυτοθυσιάστηκαν) από συμπάθεια ήταν τα σκοτεινά άστρα .

Κατά την διάρκεια πολλών αιώνων, οι Αθηναίοι αγρότες κοιτούσαν τον ουρανό του Σκιροφοριώνος (περί τον Ιούνιο) και μέτρησαν, ή μετρούσαν λειψές , τις κόρες του αλωνιστή ήρωά τους.

Ο ίδιος ο Ερεχθέας, στο όνομα και την ιστορία, χαρακτηρίζει το αλώνισμα. Το όνομα  είναι  ουσιαστικό του ρήματος ερέχθω, μια συχνή μορφή του ερείκω (αλέθω, κοπανίζω «κριθαὶ ἐρηριγμέναι»).

Το ερείκω μπορεί να σημαίνει και «διαχωρίζω» ή «σκίζω» ή «συντρίβω» διάφορα υλικά· αλλά κρίνοντας από τους πολλούς παράγωγους όρους για τα τρόφιμα, η αρχική του σημασία είναι «σκίζω» ή «κοπανίζω» ή «τρίβω», ειδικά τα όσπρια και τα σιτηρά, το κοπάνισμα της κριθής, του σίτου, της σόγιας, των φασολιών της φακής κτ.λ. Αν ερείκω σημαίνει «σκίζω, κάνω ρωγμή» κ.λπ., με ένα μόνο χτύπημα ή προσπάθεια, τότε ερέχθω  σημαίνει «κοπανίζω», «αλωνίζω», με  επαναλαμβανόμενα χτυπήματα.  Και έτσι είναι, αν και το ρήμα επιβιώνει μόνο στην ποίηση και με μεταφορική έννοια, η χρησιμοποιείται για το πλοίο -νῆα θοὴν ἰθύνει ἐρεχθομένην ἀνέμοισι- «χτυπημένο από τους ανέμους» (Ιλιάς Ψ 317) και ο Οδυσσεύς – θυμὸν ἐρέχθων
πόντον – «θραύοντας την καρδιά του με δάκρυα και στεναγμούς και θλίψεις» (Οδύσσεια ε 83,157).

Ερεχθεύς εδώ σημαίνει ο «Αλωνάρης – Αλωνιστής». Η σημασία του χάθηκε από την επιφάνεια  σε πάρα πολύ πρώϊμη εποχή,  πολύ πριν η εορτή Σκίρα πέσει στην αφάνεια. Ο λόγος για αυτό είναι η τεχνική αλλαγή.  Όταν αρχίζει η ιστορία, βρίσκομε τους πρόγονους να χρησιμοποιούν βόδια ή μουλάρια ή άλογα για να καταπατήσουν τα σιτηρά. Καμμιά πιο πρώϊμη πρακτική δεν μνημονευόταν· διότι ο  Καλλίμαχος λέει ότι το καταπάτημα των σιτηρών με τα βόδια το δίδαξε στον Τριπτόλεμο η θεά Δήμητρα (Ύμνος στη Δήμητρα 19-21).

Το προεδρεύον ιερατικό γένος στα Σκίρα είναι οι Βουτάδαι, ο οίκος των βοϊδοβοσκών» δηλαδή, παίρνουν την ονομασία τους από τα βόδια στο αλώνι (ο βους). Πιθανότατα στην πρώιμη σκοτεινή περίοδο αυτή η αθηναϊκή τελετουργία ανατέθηκε στα διάφορα γένη ως ομάδες μιας ειδικής κληρονομιάς. Έτσι το ποδοπάτημα από τα βόδια στα αλώνια προέρχεται από την αρχέγονη προγονική εποχή.

Ωστόσο, αυτός ο παλαιός τρόπος δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Το όνομα και η ιστορία του Ερεχθέως, και το εύρος των ρημάτων –ερείκωερέχθω-,  μας δείχνουν ότι το αλώνισμα έγινε κάποτε και χειρονακτικά, με ραβδιά ή παρόμοια. Αυτό φαίνεται ακόμη και από την κανονική λέξη «αλωάω» για το «αλώνισμα», που με τα παράγωγά του δηλώνει το πάτημα κάτω από την οπλή του βοδιού. Αλλά στην ποίηση, και με τον παλιό όρο «πατραλοίας»  «ο πατήρ-κτύπος», σημαίνει «χτυπώ» με το χέρι ή με ένα αντικείμενο χειρός, πατήρ, -τρός + -αλοίας < ἀλοιῶ, επικ. τ. του ἀλοῶ «χτυπώμαστιγώνω» < ἀλωή «αλώνι».

Συμπεραίνουμε ότι το να «αλωνίσω» ήταν κάποτε για να «χτυπήσω». Οι προϊστορικοί αλωνάρηδες  που ενέπνευσαν την ιστορία του Ερεχθέως ήταν ένα γένος ανδρών που κρατούσαν ραβδιά ή ένα πιο ιδιαίτερο εργαλείο ή σκεύος.

Το κύρος του Ερεχθέως δεν μειώθηκε.  Τον μνημόνευαν πάντα ως τον μεγαλύτερο βασιλιά και υπερασπιστή της πόλεως της  Αθήνας, η υπεροχή του αντικατοπτρίζει την εορτή του αλωνίσματος. Αυτός ο ήρως είναι αυτογεννημένος από το εύφορο άροτρο, υιοθετήθηκε από την Αθηνά και εγκαταστάθηκε στην Ακρόπολη. Μην ξεχνάμε ότι η θεά Αθηνά σε εκείνη την εποχή  κατέχει και χθόνιες γεωργικές ιερές πτυχές. Είναι η αντίστοιχη «Δήμητρα» των Αθηναίων.  Ως βασιλεύς ο Ερεχθεύς ορμά πάλι στο άροτρο και κάνει μάχη, ένα εικονικό αλώνισμα· παντού στον αρχαίο κόσμο, το αλώνισμα γεννά εικόνες και ιστορίες βίας και σύγκρουσης.  Εχθρός του είναι ο υγρός καιρός που χαλάει την κριθή και το σιτάρι την εποχή λίγο πριν το αλώνισμα, και προσωποποιείται από εχθρούς του Βορρά και από την οργή του Ποσειδώνος.  Ο Ερεχθέας είναι όμως ο νικητής, και η καλλιέργεια είναι και θα παραμείνει ασφαλής. Αλλά αμέσως μετά έρχεται η βροχή και η υγρασία· και ο  Ερεχθέας κεραυνοβολείται.

Τελετουργικός Μύθος

Η ιστορία όπως και η εορτή έχει γενικά παρεξηγηθεί. Θεωρείται ως ένας ακόμη θρύλος, ένα παραδοσιακό παραμύθι που διατηρεί μια ανάμνηση του παρελθόντος – μιας εποχής που η Αθήνα και η Ελευσίνα ήταν χωριστά κράτη και έκαναν πόλεμο μεταξύ τους, είτε αυτό συνέβη στη Μυκηναϊκή περίοδο, είτε στη Σκοτεινή περίοδο ή ακόμα στην Αρχαϊκή,  (η ιστορία μας δίνει επίσης τους εισβολείς βάρβαρους  Θράκες, οι οποίοι είναι πιο δύσκολο να τοποθετηθούν στο παρελθόν της Αθήνας). Αληθεύει ότι η Ελευσίνα, ως μια μεγάλη περιτειχισμένη πόλη κοντά στην Αθήνα, μπορούσε πάντα να αποτελεί απειλή, όπως έγινε το -403 με -401. Αν αποτελούσε μια απειλή σε οποιαδήποτε παλαιότερη στιγμή, και οι πιθανότητες είναι μεγάλες ότι αποτελούσε σοβαρή απειλή, τότε είναι ένα ακόμη πρόσθετο ορόσημο στη ιστορία. Αλλά το ερώτημα είναι μάλλον πώς προήλθε η ιστορία και γιατί απέκτησε τέτοια έννοια. Η απάντηση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί διότι αυτή η ιστορία δεν είναι θρύλος, αλλά ένας τελετουργικός μύθος.

Η ιστορία δεν μας δίνει καμία απολύτως εικόνα για τις σχέσεις της Αθήνας και της Ελευσίνας, όπως σίγουρα θα έκανε ένας θρύλος. Ο ίδιος ο πόλεμος δεν έχει κανένα κίνητρο, κάτι ως φιλονικία μεταξύ των βασιλέων. Η νίκη της Αθήνας δεν έχει καμία συνέπεια· δεν συνεπάγεται την υποταγή της Ελευσίνας, ούτε καν κάποια αλλαγή στη βασιλική γραμμή των οίκων της, ή στη διεξαγωγή των Μυστηρίων, ή σε οποιοδήποτε άλλο θέμα. Στον Ερεχθέα του Ευριπίδη, τα Μυστήρια αναφέρονται στις κλειστές διαθέσεις της Αθηνάς, αλλά μόνο ως μελλοντική εξέλιξη και μετά από αρκετές γενιές (θρ. 65 σειρ. 100-114). Για τον  Θουκυδίδη, ο πόλεμος φανερώνει την πλήρη ανεξαρτησία των αττικών πόλεων την πρώϊμη εποχή πριν από τον Συνοικισμό του Θησέως (2.15.1). Πρέπει να περιμένουμε μέχρι  να γίνει γνωστό στον Παυσανία που λέει ότι  «ο πόλεμος συμπεριλαμβανόταν με αυτούς τους όρους, ότι η Ελευσίνα θα έπρεπε να υπόκειται στην Αθήνα σε όλα εκτός από τη διεξαγωγή των Μυστηρίων (1. 38. 3).

 Αντ’ αυτού, η ιστορία επικεντρώνεται εξ ολοκλήρου στην Αθήνα — στον Ερεχθέα και την Πραξιθέα ως εκπρόσωπους των λατρειών της Ακρόπολης, και στις εκδηλώσεις  στο Σκίρον  ως εκπρόσωπους του τελετουργικού των Σκίρων.

Η γειτονική Ελευσίνα δεν είναι ο μόνος εχθρός. Η Θράκη, εκείνη η μεγάλη βορεινή χώρα, πολλές φορές ο τόπος από τον οποίον προέρχονται οι εισβολείς· σε διαφορετική περίπτωση είναι ο τόπος από το οποίο η Ελευσίνα λαμβάνει αποτελεσματική βοήθεια. Η έμφαση βρίσκεται στα βόρεια, και επίσης στον θεό Ποσειδώνα. Ο Εύμολπος ως εχθρός υπερασπιστής μπορεί να είναι είτε Ελευσίνιος είτε Θρακιώτης· πάντα όμως είναι υιός του Ποσειδώνος, και η μητέρα του όταν μας αποκαλύπτεται το όνομά της  ονομάζεται πάντα «Χιόνη», (δηλ. το χιόνι). Οι σύμμαχοί του, ο Φορβάς και ο Ιμμάραδος, είναι επίσης υιοί του Ποσειδώνος, εκτός αν ο Ιμμάραδος είναι εγγονός, όντας υιός του Εύμολπου. Στον Ερεχθέα του Ευριπίδη κατά πάσα πιθανότατα ο Ποσειδώνας μιλά στον πρόλογο, και βεβαίως λέει  για τη διάσωση του Εύμολπου αμέσως μετά που η μητέρα  του τον πέταξε στη θάλασσα·  το βρέφος στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Αιθιοπία (δηλαδή, στο αντίπερα σημείο, στο ρέμα του Ωκεανού), και ανατέθηκε στην κόρη του Ποσειδώνος την Βενθεσικύμη (το κύμα της βαθιάς θαλάσσης, θρ. 39).  Σε όλα αυτά, ο εχθρός προσωποποιείται στη δύναμη του κρύου και του υγρού.

Ο Εύμολπος, πρέπει να θυμόμαστε, έχει έναν πιο θετικό ρόλο να παίξει στη φθινοπωρινή εορτή της Δήμητρας.  Ως επώνυμος του γένους των Ευμολπιδών και αρχέτυπος ιεροφάντης, είναι ο «γλυκοαοιδός» που άδει μια ιεροτελετουργική  ωδή  για να κάνει την κριθή ή τον σίτο να μεγαλώσει. Από μεσογειακής άποψης, η Θράκη είναι η χώρα του χειμώνος, η πηγή της γονιμοποιητικής βροχής και χιονιού. Στη σπορά, το τελετουργικό που προσωποποιεί ο Εύμολπος καλεί τη βροχή.  Στο αλώνισμα, ωστόσο, υπάρχει μια ίση προσπάθεια για να αποτραπεί η βροχή διότι  η βροχή θα καταστρέψει τη σοδειά. Ο Εύμολπος και η Θράκη είναι εχθροί.

Ο Ερεχθεύς σκοτώνει  τους πολέμαρχους μεμονωμένα – όχι μόνο τον Εύμολπο, αλλά και τον Φόρβα και τον Ιμμάραδο. Όμως αμέσως μετά ο Ποσειδώνας καταστρέφει τον Ερεχθέα με ένα χτύπημα της τρίαινας του, τον «αφανίζει» μέσα στο ρήγμα της γης.  Μια άλλη εκδοχή λέει ότι ο Ερεχθέας χτυπήθηκε από τον κεραυνό του Διός. Στην  πραγματική ζωή των προγόνων μας  ο Ζευς  φέρνει τη βροχή και ο Ποσειδών βγάζει τα ορμητικά νερά από τη γη.

Και στις δύο περιπτώσεις, το υγρό στοιχείο πλέον επικρατεί, αλλά μόνο μετά την επικράτηση της Αθήνας όταν κερδίζει τη νίκη. Άλλος ένας μύθος εμπνευσμένος από την εορτή του αλωνίσματος αλλά στην Αίγινα αυτή τη φορά, έχει την ίδια σημασία. Ο Ηρόδοτος λέει πώς οι Αθηναίοι, στην προσπάθειά τους να μεταφέρουν εκτός τα λατρευτικά αγάλματα  της  Δαμίας και Αυξησίας — τα οποία αντιστάθηκαν πέφτοντας στα γόνατά τους, μια στάση που κράτησαν από τότε — όταν ξαφνικά δέχθηκαν επίθεση από βροντές και σεισμούς δηλ. από την αλλαγή του καιρού και στα δύο, και στον ουρανό και στη γη (5.85.2, 86.4).

Αυτό θα αρκεί για να τοποθετηθούν ο Ερεχθεύς και τα Σκίρα στο αγροτικό λατρευτικό τους πλαίσιο. Θα ήταν επίσης σαφές ότι η εορτή  του αλωνίσματος ήταν κάποτε ανάμεσα στις σημαντικότερες εορτές σε όλο το ιερό Έτος (ημερολόγιο) των αθηναϊκών εορτών. Δεν γνωρίζουμε πώς ο εορτασμός των Σκίρων της Αθήνας σχετιζόταν με τους εορτασμούς και τις εορτές  στην αγροτική εξοχή. Η εορτή είναι αρκετά εμφανής στα ιερά έτη των δήμων (ημερολόγια) και τις τοπικές τελετές που βεβαιώνονται είτε ως συμπληρωματικοί είτε ανεξάρτητοι από αυτούς της πόλεως των Αθηναίων στο ιερό  Σκίρον.

Ανακεφαλαίωση, γενικές σημειώσεις για τα Σκίρα που εορτάζουν οι γυναίκες και το μυθικό αίτιο τους στο τελετουργικό

Σήμερα οι ερευνητές της πάτριας λατρείας μας στην Αθήνα δεν συμφωνούν για το τι γίνεται στα Σκίρα ή γιατί τελούνται.

Ωστόσο, τα τεκμήρια και η πραγματικότητα μας επιτρέπουν να σκεφτούμε ότι οι τελετουργίες στα Σκίρα σχετίζονται με το αλώνισμα και το άλεσμα της ιερής κριθής και γενικά των σιτηρών, μια σημαντική γεωργική επιχείρηση γύρω από την Αττική που θυμίζει μάχη (ειδικά όταν ξεκινούσε ο Αργέστης άνεμος) σε όλη την Αττική αυτή την περίοδο.

Στους μεταγενέστερους χρόνους παραδίδεται σε μισθωτή εργασία.

Κατά τη διάρκεια τέτοιων τελετουργιών, οι πρώτοι καρποί του αλωνίσματος από το ιερό πεδίο «Σκίρον», όπου είχε τελεστεί ο «ιερός άροτρος» σε νωρίτερη εποχή, μεταφέρονται, όπως ήταν φυσικό, στην Ακρόπολη για το «ιερό άλεσμα» υπό την εποπτεία της λατρείας της Αθηνάς Πολιάδος.

Να μην ξεχνάμε ότι η θεά Αθηνά είναι η θεά που εποπτεύει και προστατεύει την αγροτική ευφορία στους κάμπους της Αττικής πριν ακόμη την έλευση της Δήμητρας.

Όποια και αν είναι η τελετουργία των Σκίρων, το σημαντικό γεγονός εδώ είναι ότι οι ιερουργοί πηγαινοέρχονται σε πομπή μεταξύ της Ακρόπολης και ενός αρχαίου ιερού ορίου της Αθήνας.

Έτσι τα Σκίρα δημιουργούν έναν ιερό δεσμό μεταξύ της Ακρόπολης και των ευάλωτων άκρων της κοινότητας.

Στο μύθο μαθαίνουμε για μάχες τόσο στο Σκίρον όσο και στον Ιλισσό, που απηχούν φυσικούς φόβους και επνέονται από τις τελετουργίες.

Το Σκίρον πεδίο ήταν ο τόπος της μυθικής μάχης με τους Ελευσίνιους, καθώς η περιοχή του Ιλισσού ήταν ο τόπος μυθικής μάχης με τους Πελασγούς (Ηρόδ. Ερ.137.3-4).

Ακούμε και για άλλες μυθικές μάχες και ενέδρες σε άλλα καίρια σημεία της Αττικής — στο Φάληρο (Κλείδημος FGr Hist 323 F 20 κ.τλ), στην Άκρα Κωλιάς (Πλούτ. Σολ. 8.4—6, κ.λπ.), στην Άκρα Σκιράδιον στη Σαλαμίνα (Πλούτ. Σόλ. 9.2-7, κ.τ.λ.)·, και στην Ελευσίνα (Αινείας Τακτ. 4.8-11, κ.τλ.)· παρ. Ομηρ. Υμν. Δήμ. 265-267)· σε δύο περιπτώσεις, στη Σαλαμίνα και στην Ελευσίνα, η ιστορία αναμφίβολα ξεκινά από μια τελετουργική εικονική μάχη. Τώρα στην περιοχή του Ιλισσού δεν αμφισβητείται ούτε το αλώνισμα ούτε η εικονική μάχη.

Στο Σκίρον στήθηκε μια καθορισμένη μάχη μεταξύ των στρατών που είχαν παραταχθεί στη γραμμή· αυτό λαμβάνεται ως αίτιον για τον σκοπό του αλωνίσματος, μια πράξη που είναι γνωστή μεταφορικά ως βίαιη επίθεση «αλώνισμα», εδώ προσωποποιείται στον βασιλέα πρωταθλητή και ήρωα της Αθήνας Ερεχθέα «Ερεχθεύς ή «Αλωνάρης» (ερέχθω· πρβλ. ερείκω και παράγωγοι όροι).

Ο Ερεχθεύς στη λατρεία και στο τελετουργικό ξεπήδησε από το «σιτοφόρο χωράφι» (Ιλ. Β. 548 ― Οἳ δ’ ἄρ’ Ἀθήνας εἶχον ἐϋκτίμενον πτολίεθρον δῆμον Ἐρεχθῆος μεγαλήτορος, ὅν ποτ’ Ἀθήνη θρέψε Διὸς θυγάτηρ, τέκε δὲ ζείδωρος ἄρουρα ―« Εκείνοι πάλι που είχαν την Αθήνα την καλοχτισμένη πολιτεία, το δήμο του γενναίου Ερεχθέα, που γεννημένο από την έφορη γη τον είχε αναθρέψει, η Αθηνά, η κόρη του Δία, και τον εγκατέστησε να καθίσει στην Αθήνα, στον πλούσιο ναό της.), αναμφίβολα επειδή προσωποποιεί το σιτάρι καθώς και το αλώνισμα- και δεδομένου ότι τα Σκίρα έφεραν τον Ερεχθέα στο προσκήνιο ακριβώς την ίδια εποχή του έτους με τα Αρρηφόρια, μπορεί κάλλιστα να ήταν ένα πρότυπο για τον αυτόχθονα Εριχθόνιο.

Οι δύο μορφές δεν είναι και τόσο μπερδεμένες από τις αρχαίες πηγές όσο είναι από τους σύγχρονους θεωρητικούς που πλάθουν άλλες ιστορίες εκτός της αυτοχθονίας των προγόνων.

Tα πνεύματα Τριτοπάτρεις ή Τριτοπάτορες, δηλαδή οι θεοί των Ανέμων

Αυτές οι μυστηριώδεις θεότητες, αν και συχνά προσδιορίζονται από τους αρχαίους συγγραφείς ως θεότητες της πρωταρχικής αρχαιότητας ή ως αρχέγονες φυσικές δυνάμεις, φαίνονται στην καταγωγή τους μάλλον πιο εξειδικευμένες και προσωπικές θεότητες, πολύ πιθανοί πρόγονοι κατά μία έννοια, όπως υποδηλώνει το όνομά τους. Μαρτυρούνται στην Αθήνα (ένα ιερό στην περιοχή του Κεραμεικού) στον Μαραθώνα Τετράπολις και την Έρχια, αλλά βρίσκουμε επίσης και συγκεκριμένους Τριτοπάτρεις με οικογενειακού τύπου ονόματα στους οριακούς δείκτες «όρος ιερού Τριτοπατρέων Ζακυαδών».

Ο Μαραθώνας τιμά τους Τριτοπάτρεις κάθε έτος τον μήνα Σκιροφοριών, «πριν από τα Σκίρα», με ένα πρόβατο (IG ΙΙ² 1358 A 2. 30, 33). Κάθε δύο χρόνια στο Σκιροφοριώνα «πριν τα Σκίρα», ο Μαραθών τιμά τους Τριτοπατρείς με μια θυσία «φρέαρος» και μια «τράπεζα» (γραμμές 51, 52 53). Μαζί, οι αναφορές στην Έρχια και στον Μαραθώνα καλύπτουν όλη τη συγκομιδή, τέλη άνοιξης και αρχές καλοκαιριού. Τόσο στην Έρχια όσο και στον Μαραθώνα οι Τριτοπατρείς φαίνεται να συνδέονται με ορισμένους τοπικούς ήρωες.

Οι Τριτοπάτρεις είναι πνεύματα δηλαδή οι θεοί των Ανέμων

Η φύση των Τριτοπατόρων αποκαλύπτεται από διάφορα είδη βιβλιογραφίας, κείμενα, έγγραφα και ανασκαμμένα ιερά. Αυτή η σειρά αναφοράς τείνει να είναι να είναι κατά φθίνουσα προτεραιότητα σημασίας, αλλά για πολύ καιρό η λογοτεχνία ήταν μόνη της και αποδείχτηκε παραπλανητική ως προς την φύση αυτών των πανάρχαιων θεοτήτων. Ας αντιστρέψουμε τη σειρά. Όσον αφορά την αρχαιολογία και τις επιγραφές, οι Τριτοπάτρεις εμφανίζονται για πρώτη φορά στην Αθήνα σε ένα δημόσιο ιερό σε περίοπτη θέση, που διατηρήθηκε καλά από τα τέλη του (-)έκτου έως τα τέλη του (-)τέταρτου αιώνα, και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε. Η ίδια λατρεία εμφανίζεται πιθανότατα σε ένα πρώιμο ιερό έτος (ημερολόγιο) της Ακροπόλεως που ανήκε σε κάποια επιφανή ιερατική φυλή και μετά εμφανίζεται ξανά στο ολοκληρωμένο αστικό έτος (ημερολόγιο) του (-)400. Η Αθήνα έχει επίσης τρεις μεταγενέστερες και μικρότερες λατρείες, δύο από τις οποίες ανήκουν σε μικρότερες ιερατικές φυλές. Οι μεταγενέστερες λατρείες βρίσκονται επίσης εκτός Αθηνών σε μια διαρκώς διευρυνόμενη περιφέρεια στους αττικούς δήμους της Έρχιας και της Τετραπόλεως του Μαραθώνος, στη Δήλο ακριβώς δίπλα στο ιερό του Απόλλωνος, στην Τροιζήνα, στον Σελινούντα και την Κυρήνη. Σε ιερατικές φυλές ανήκουν και αυτές της Δήλου, του Σελινούντος και της Κυρήνης. Τα λιγοστά στοιχεία για τον τύπο του ιερού συμφωνούν με, έναν υπόγειο θάλαμο αντί για βωμό. Το εποχικό λατρευτικό πλαίσιο συμφωνεί με τη σειρά των προσφορών στη στήλη, δηλαδή τα τέλη άνοιξης και τις αρχές του θέρους – καλοκαιριού. Κάποιες έντονες λατρευτικώς δευτερεύουσες θεότητες που προωθούν τις καλλιέργειες εμφανίζονται κοντά σε αυτές. Στο αθηναϊκό και το αττικό Έτος (ημερολόγιο) οι Τριτοπάτρεις εμφανίζονται μαζί με αδιαμφισβήτητες θεότητες της αγροτικής ευφορίας• τα ιερά τους βρίσκονται συχνά σε αγροτικές περιοχές.

Όσον αφορά τις αναφορές στην γραμματεία με τους Τριτοπάτρεις ασχολήθηκαν οι αττικοί ετεογράφοι και ένα θεογονικό ποίημα που ίσως να είναι ορφικής αντίληψης και αναφέρεται στην αττική λατρεία. Αυτά τα έργα δεν σώζονται, ωστόσο αναφέρονται μόνο σε μεταγενέστερα λεξικά, που δημιουργήθηκαν σε μια εποχή που η λατρεία της Τριτοπατρείας είχε τελείως παύσει. Τα λεξικά μας επιβάλλουν αυτό που θεωρούν, ότι η ετυμολογική σημασία τους είναι αυτή των «προγόνων». Αλλά οι παραπομπές μας οδηγούν και μας δίνουν μια διαφορετική εικόνα. Οι Τριτόπατρεις δεικνύονται και ορίζονται στις παραπομπές ξεκάθαρα ότι είναι πνεύματα «άνεμοι».

Επικαλούνται πριν από το γάμο για τη γονιμοποιητική τους δύναμη. Στο μυθικό πλαίσιο γεννιούνται από τη γη και τον ήλιο, όπως και οι άνεμοι που παράγονται από τη γη και τον ήλιο σύμφωνα με τον Αριστοτέλη. Το θεογονικό ποίημα τους εξισώνει με τους Εκατόγχειρες του Ησιόδου, τους αρχέγονους ανέμους που πνέουν δυνατά κατά των Τιτάνων και τους περιορίζουν κάτω από τις χάλκινες θύρες του Τάρταρου, ενός μυθικού λατρευτικού χώρου.

Σε όλο αυτό το εύρος αποδεικτικών στοιχείων, δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να δείχνει γιατί οι άνεμοι θα έπρεπε να ονομάζονται Τριτοπάτρεις «οι έχοντες τρίτους πατέρες». Όπως ειπώθηκε, οι γραμματικοί που συζητούν την ετυμολογία ασχολήθηκαν πολύ πιο μετά από την εγκατάλειψη της λατρείας• και τα λεξικά τους μόνο εικάζουν και αυτοσχεδιάζουν.

Στον Ησίοδο, όμως, ο κορυφαίος Εκατόγχειρας γίνεται γαμβρός της νέας τάξης των Ολυμπίων και θυμίζουμε ότι στην κρίση του Αρτεμισίου η Αθήνα επικαλέστηκε τον Βορέα ως γαμβρό. Φαίνεται ότι οι τοπικοί θεοί του ανέμου συνήθως επικαλούνταν ως γαμβροί της κοινότητος που βασιζόταν σε αυτούς. Η αττική ελληνική γλώσσα για ιστορικούς λόγους στερείται της κανονικής λέξης «γαμβρός»• την υποκαθιστά με τους Τριτοπάτρεις «οι έχοντες δεύτερους πατέρες» (με συνυπολογισμό), δηλαδή οι έχοντες ντόπιους πεθερούς.

Παλιές θεωρίες και νέα στοιχεία

Αυτή η ομάδα θεοτήτων που ονομάζονταν τόσο περίεργα ήταν αποκλειστικά κάποτε γνωστή από τα αρχαία λεξικά που προσφέρουν πολλές παραπομπές σε πεζογραφία και ποίηση. Ένα από αυτά, σε ένα ορφικό ποίημα τους περιγράφει ως φύλακες των ανέμων, και ερμηνεύτηκε από το C. A. Lobeck (1829, 1.753 73) σαν να έδειχνε ότι ήταν στην πραγματικότητα πιο αληθινά θεοποιημένοι πρόγονοι. Πολύ αργότερα, ο καθ. E. Rohde αναπαρήγαγε εσφαλμένα αυτήν την ερμηνεία όπως και τόσες άλλες για να απεικονίσει μια γενική λατρεία των προγόνων (1896, 3 5; 1925, 171, 204 σ. 124, 342, 356 σ. 45). Περίπου την ίδια εποχή, μια πραγματική λατρεία των Τριτοπατρέων ήρθε στο φως αρχαιολογικά μεταξύ των αρχαϊκών και μεταγενέστερων τάφων έξω από την Ιερά Πύλη στην Αθήνα. Η ταυτότητα όμως των Τριτοπατρέων είχε πλέον καθοριστεί στο μυαλό των κλασικών μελετητών, επιβεβαιώνοντάς τη για τα επόμενα εξήντα χρόνια σε κάθε δημοσίευση που ανάφερε τους Τριτοπάτρεις. Έχει ενισχυθεί μόνο από την στήλη του Σελινούντος και την ικεσία της για ακάθαρτη και αγνή Τριτοπατρεία. Το λεξικό JJK (56 57, 73, 112 13) ορίζει τους Τριτοπάτρεις ως «οι συλλογικοί πρόγονοι μιας οικογένειας ή μιας ομάδας», ένας ορισμός που υποστηρίζεται από πολλούς και δεν αμφισβητείται από κανέναν.

Το ερώτημα όμως θα πρέπει να ξαναγίνει. Σήμερα, πολλές λατρείες των Τριτοπατρέων είναι γνωστές από πρώτο χέρι από επιγραφές, και δύο από ανασκαφές, και δεν υπάρχει συσχέτιση με τάφους. Τα ιερά τοποθετούνται για λόγους ευκολίας, όπως έξω από μια πύλη της πόλης, και η λατρεία ανήκει στα τέλη της άνοιξης και στις αρχές του καλοκαιριού, και αν αναφέρονται άλλες θεότητες, είναι σαφώς αγροτικές. Αν κατανοηθούν σωστά, οι παραπομπές της γραμματείας και της ποίησης δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Το όνομα Τριτοπάτρεις είναι περίεργο από κάθε άποψη και συνοδεύεται από ιστορίες για μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του ανέμου και της κοινότητας.

Οι Λατρείες των Τριτοπατόρων ή Τριτοπατρέων στην Αθήνα και αλλού

Οι λατρείες των Τριτοπατρέων παρουσιάζουν πολύ περιορισμένη κατανομή και πολύ περιορισμένο εύρος χρόνου. Η Αθήνα έχει τον περίβολο τους έξω από την Ιερά Πύλη (στα τέλη του (-)έκτου αιώνος), ακόμη δύο ιερά που ανήκαν σε επώνυμες συγγενικές φρατρίες (αρχές (-)τέταρτου αιώνος, (-)τέταρτος αιών), μια καταχώρηση σε ιερό έτος (ημερολόγιο) που αφορά ίσως σε ένα γνωστό γένος (-470,- 450), και ένα άλλη σε ιερό έτος του άστεως (ημερολόγιο) του (-)400. Η Έρχια και ο Μαραθών έχουν επίσης τις εγγραφές τους στο ιερό τους έτος (ημερολόγιο) (και τα δύο στα μέσα του (-)τέταρτου αιώνος). Στη Δήλο το ιερό έξω από τον περίβολο του Απόλλωνος ανήκει σε γνωστή συγγενική φρατρία από τον αττικό δήμο Αιγιλίας (-400). Αλλού, υπάρχει μόνο ένα όρος, δηλ. ένας οριακός δείκτης όπως στην Τροιζήνα (-4ος αιών)• μια αναφορά των Τριτοπατρέων στους νόμους θυομένων της Κυρήνης εμφανίζεται (τέλη τέταρτου αιώνα) και του Σελινούντος. Εκτός κι αν αυτό το εύρος των αποδεικτικών στοιχείων είναι εντελώς παραπλανητικό, η λατρεία κατάγεται από την Αθήνα και ίσως την Αττική και αρκετά σύντομα μεταφέρθηκε στο εξωτερικό και τις αποικίες μέσω της αθηναϊκής επιρροής. Οι λογοτεχνικές πηγές, ομολογουμένως αθηνοκεντρικές, αντιμετωπίζουν τη λατρεία ως αθηναϊκή.

Ο περίβολος έξω από την Ιερά Πύλη κατέχει πολύ περίοπτη θέση μέσα στη γωνία μεταξύ της Ιεράς Οδού προς την Ελευσίνα και της οδού των Τάφων. Στα ανατολικά, η στρογγυλεμένη κορυφή του τριγωνικού σχήματος σημειωνόταν με ένα όριο, μια στήλη ορίων που αναγράφεται «όριο του ιερού των Τριτοπατρέων• ο τόπος που δεν πρέπει να πατηθεί» (IGΙ³ 1066 C). Στα δυτικά η πλατιά βάση. το ένα τρίτο του τριγώνου, οριοθετείται από δύο ακόμη τέτοιες πέτρες (IG Ι³ 1066 A B). Στο τέλος του του (-)πέμπτου αιώνος ή τις αρχές του (-)τέταρτου, αυτή η περιοχή ήταν περιφραγμένη από τείχος, και μια προγενέστερη επιγραφή «ιερό Τριτοπατρέων» χτίστηκε στη νότια πλευρά (IG Ι³ 1067, -500). Μια ηχητική βολιδοσκόπηση το 1971 αποκάλυψε δύο μέρη κοντά στο μέσο του τριγώνου αλλά εκτείνεται σε μια ξεχωριστή περιοχή στη βάση, όπου έχουν τελεστεί ολοκαυτώματα και ήταν μεταγενέστερα πριν από την κατασκευή του τείχους και καλύφθηκε από στρώματα αργίλου σε κάποια περίοδο πλημμύρας και παραμελήθηκε. Όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν υπάρχει καμία πρόταση εδώ για ξεχωριστές συνοικίες για δύο είδη Τριτοπατρέων. Τα ολοκαυτώματα είναι μια ιεροτελεστία, που ίσως διεξάγεται και για τα δύο είδη (οι δύο ξεχωριστοί τόποι δεν χρειάζεται να σημανθούν, γιατί αναμφίβολα υπήρχαν και άλλοι).

Η ξεχωριστή περιοχή που σημειώνεται από τις στήλες ορίων και στη συνέχεια προστατεύεται από ένα κτιστό περίβολο ήταν για την ανάθεση επιτραπέζιων προσφορών. Στην πορεία του χρόνου, ο εξωτερικός Κεραμεικός έγινε το πιο πολυσύχναστο σημείο της Αθήνας, όπου σύχναζαν οι εταίρες και οι αγύρτες γυρολόγοι. Και έτσι το ιερό των Τριτοπατρέων εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια, τον (-)τέταρτο αιώνα καλύφθηκε. Θεωρείται ότι αυτό το πρώιμο ιερό αναφέρεται στο πρώιμο ιερό έτος (ημερολόγιο) (IG Ι³ 246) που ήρθε στο Βρετανικό Μουσείο «από τη συλλογή Elgin» και μπορεί κάλλιστα να είχε στηθεί ί στην Ακρόπολη. Το ιερό έτος είναι μαρμάρινο εγγεγραμμένο και στις τέσσερις πλευρές, με το τριτοπατρεύσι τει – – – να εμφανίζεται σε αυτήν που ίσως είναι η δεξιά πλευρά (Β 15 17).

Η στήλη, όπως και να ‘χει, καταγράφει εορτές τον μήνα Θαργηλιών, την «έκτη» και «στα Πλυντήρια» (που ανήκει στην εικοστή πέμπτη ημέρα), ακολουθούμενοι από άλλες, όλες χαμένες, στο μήνα Σκιροφοριών (C 22 28). Οι προσφορές στην 6η ισταμένου του Θαργηλιώνος περιλαμβάνουν μια «προς τον Ήρωα», και η θυσία στα Πλυντήρια είναι «στην Αθηνά, ένα πρόβατο», και αλλού, στην αριστερή πλευρά, υπάρχουν προσφορές σίτου «στο ζεύγος Ηρώων» (Δ 29 32), και πάλι «στο ζεύγος των Ηρώων στο πεδίο, ένα ενήλικο ζώο σστον καθένα» (Δ 34 39).

Όπως όλοι συμφωνούν, δεν είναι ένα πολιτειακό ιερό έτος (ημερολόγιο) αλλά ένα που ανήκει σε κάποια μικρή ένωση, όπως μια φυλή, μια φρατρία ή ένα γένος. Ωστόσο, η εορτή Πλυντήρια που αναφέρεται εδώ είναι πολιτειακή εορτή που εορτάζεται στην Ακρόπολη, και όχι κάποια παρόμοια εορτή των δήμων, η μόνη οι πολιτειακή εορτή που εορταζόταν τον Θαργηλιώνα παρά τον Σκιροφοριώνα. Η προφανής επιλογή είναι ένα γένος φορτισμένο με τη λατρεία της Ακρόπολης της Αθηνάς, είτε των Πραξιεργιδών είτε των Ετεοβουτάδων.

Το γένος των Ετεοβουτάδων υπηρετεί επίσης τον Βούτη και τον (Ποσειδώνα) Ερεχθέα και πιθανώς τις δύο Βουτάδαι (Ησίοδ. θρ. 251), μορφές μπορούμε να ονομάσουμε «Ήρως» ή «το ζεύγος των Ηρώων» ή, αν βρίσκονται στο πεδίο της άρωσης δυτικά της Αθήνας και στο δήμο Βουτάδαι, «το ζεύγος των Ηρώων στο πεδίο της άρωσης». Ο δήμος Βουτάδαι προφανώς ονομάστηκε από τους Ετεοβουτάδαι, των οποίων το ιερατείο στην Ακρόπολη τελεί τα Σκιροφόρια, την πομπή στο αρόσιμο πεδίο, Σκίρον. Βουτάδαι και επίσης Λακιάδαι, που έχουν , παρόμοιες σχέσεις, βρίσκονται στην Ιερά Οδό ανατολικά του Κηφισού και ενώνονται με πολλούς άλλους μικρούς δήμους πιο δυτικά για να σχηματίσουν την πόλη τριττύ της Οινηίδος.

Οι Τριτοπάτρεις εμφανίζονται στη στενή πλευρά πριν από αυτές τις αναφορές, κάτω από τον Θαργηλιώνα και τον Σκιροφοριώνα, και ίσως κάτω από το μήνα Μουνιχιώνα. Στη στενή πλευρά μετά αυτές οι καταχωρήσεις, «το ζεύγος των ηρώων» και «το ζεύγος των ηρώων στο πεδίο» παρατίθενται κάτω από μια συνέχεια του Σκιροφοριώνος. Σε κάθε περίπτωση, οι Τριτοπάτρεις της Αθήνας τιμούνται την ίδια εποχή, την εποχή των Σκίρων.

Οι Τριτοπάτρεις αντιπροσωπεύονται πλέον από ένα λήμμα στο συνοπτικό ιερό έτος της Αθήνας στην εγγεγραμμένη πλευρά με αττικά γράμματα λίγο πριν το -400. Δέχονται ένα θύμα, που μένει χαμένο από τα κενά της επιγραφής, αξίας οκτώ δραχμών• τα ιερατικά επιμίσθια είναι σχετικά υψηλά, τρεις δραχμές. Η ημερομηνία είναι «η ένατη» ενός μήνα που δεν εμφανίζεται. Πριν και μετά από αυτούς την ίδια μέρα είναι οι αναφορές για τον Ηρακλή και τις Υακινθίδες, αντίστοιχα• ο Ηρακλής λαμβάνει επίσης μια προσφορά νωρίτερα. Συνήθως τιμάται την άνοιξη και το θέρος, κάτι που δεν μας βοηθά να αποφασίσουμε πολύ το μήνα. Οι Υακινθίδες, όμως, εκχωρούνται στον Σκιροφοριώνα με εικονική βεβαιότητα. Ο Ευριπίδης στον Ερεχθέα ταυτίζει αυτές τις Νύμφες με τις κόρες του Ερεχθέα (θρ. 370, σειρ. 74). Η μάχη μεταξύ του Ερεχθέως των Αθηνών και του Εύμολπου της Ελευσίνας τιμάται και μνημονεύεται από την εορτή Σκιροφόρια της 12ης Σκιροφοριώνος.

Οι κόρες του Ερεχθέως είχαν αυτοθυσιαστεί λίγο πριν, και η μνημηϊα διατηρείται στο ιερό έτος (ημερολόγιο) την 9η. Οι Τριτοπάτρεις τιμούνται την ίδια ημέρα στην πολιτειακή λατρεία που μπορεί κάλλιστα να είναι αυτή στο ιερό έτος της Ακρόπολης.

Η Έρχια τιμά τους Τριτοπάτρεις στις 20 του Μουνιχιώνος, με πρόβατο και χωρίς οίνο, νηφάλια σπονδή στο ιερό . Ο Μαραθών τιμά τους Τριτοπάτρεις κάθε έτος τον μήνα Σκιροφοριώνα, «πριν τα Σκίρα», με ένα πρόβατο (IG II² 1358 A στ. 2 σειρ. 30, 33).

Κάθε δύο χρόνια στον Σκιροφοριώνα «πριν από τη Σκίρα», ο Μαραθώνας τιμά τους Τριτοπάτρεις με φαινομενική θυσία «του φρέαρος» και με μια «τράπεζα» (γραμμές 51, 52 53). Μαζί, οι καταχωρίσεις στην Έρχια και τον Μαραθώνα καλύπτουν όλη την περίοδο του θέρους και της συγκομιδής των σιτηρών, τα τέλη της άνοιξης και τις αρχές του καλοκαιριού. Και στην Έρχια και στον Μαραθώνα οι Τριτοπάτρεις φαίνεται να συνδέονται με ορισμένους ήρωες, συγκρίσιμους με αυτούς του ιερού έτους (ημερολογίου) της Ακρόπολης και του πολιτειακού ιερού έτους της Αθήνας.

Το ιερό του Τριτοπάτορος στη Δήλο βρίσκεται νότια της νοτιοανατολικής γωνίας του περιβόλου του Απόλλωνος, στη διασταύρωση του δρόμου που διατρέχει νότια από το περίβολο και άλλων που εκτείνονται δυτικά και νοτιοανατολικά. Στο νότιο άκρο του τριγωνικού περίβολου η κορυφή είναι ο κυλινδρικός θάλαμος που ήδη αναφέρθηκε. Το εσωτερικό του κράσπεδου φέρει την επιγραφή «Τριτοπάτωρ (των) Πυρρακίδαι» και μια άλλη γενικής κλίσης «της Αιγιλίας» είναι στριμωγμένη από κάτω και είναι μεταγενέστερη προσθήκη (Επ. Δήλου 1.66, -400).

Η θυσιαστική τέφρα από κάτω, που εκτείνεται και κάτω από το πεζοδρόμιο του περιβόλου, αποτελείται από οστά ζώων, κάρβουνο και στάχτη και κατεβαίνει ως κάτω στο παρθένο χώμα. Πολύ πιο μακριά στο δρόμο που διατρέχει νοτιοανατολικά, κοντά στην κάτω δεξαμενή του Ινοπού, είναι ο άλλος κυλινδρικός θάλαμος εγγεγραμμένος με τον ίδιο τρόπο, «Νύμφες των Πυρρακιδών» (Επ. Δήλου 1.67, ομοίως -400).

Άλλα λείψανα στην Αθήνα και ξανά στη Τροιζήνα είναι λιγότερο κατατοπιστικά. Μια στήλη όρους που βρέθηκε στη νότια όχθη του Ιλισού φέρει επιγραφή «όριο του ιερού των Τριτοπατρέων», και μια άλλη στην γενική «των Ζακυαδών» είναι εγγεγραμμένη εγκάρσια από κάτω (IG ΙΙ² 2615). Μια στήλη όρους που βρέθηκε στους βόρειους πρόποδες του Αρείου Πάγου αναγράφει «το όριο του ιερού της Τριτοπατρείας των Ευεργίδων» (Αγορά 19 H 20). Αναρωτιόμαστε αν το ένα ιερό βρισκόταν σε ένα δρόμο έξω από την αγορά και το άλλο σε ένα δρόμο έξω από μια πύλη της πόλης στα νοτιοανατολικά.

Στην Τροιζήνα μια στήλη με απλή επιγραφή «της Τριτοπατρείας», με χρονολογία ανάθεσης (SEG 46. 370) έως τον τέταρτο αιώνα, ήρθε στο φως σε μεταγενέστερο πλαίσιο «κοντά στην αρχαία πόλη». Πιθανώς τότε ήταν σε έναν δρόμο έξω από μια πύλη.

Ο ιερός νόμος της Κυρήνης του τέλους του (-) τέταρτου αιώνος περιέχει μια ενότητα για τα ιερά και τις ιεροτελεστίες για τους Τριτοπατέρες και τους Ακάμαντες. Μακρά παρεξηγημένο, φαίνεται να λέει ότι παρέχεται σε όλους πρόσβαση, χωρίς άδεια ή εμπόδια από τις ιερατικές φυλές στις οποίες ανήκουν τα ιερά. Αν μια θυσία τελεστεί άτεχνα (μη ιερατικώς κατά τα πάτρια) από ένα ανειδίκευτο άτομο, ο βωμός καθαρίζεται σχολαστικά με μια διαδικασία που θα αναιρούσε την «επάλειψη» της πινακίδος μας. Οι δύο κανόνες, στο Σελινούντα και στην Κυρήνη, ταιριάζουν εντυπωσιακά. Οι Ακαμάντες είναι γνωστοί από άλλες επιγραφές της Κυρήνης, και μπορεί κάλλιστα να αντιπροσωπεύεται από μια πρόσφατη ανακάλυψη ενός βωμού στην αγορά σε μορφή κυκλικού πέτρινου θαλάμου όπως αυτών για τους Τριτοπάτρεις.

Noel Robertson: Athenas Shrines and Festivals –  Διατριβή του 1996 του καθ. Noel Robertson στο πανεπιστήμιο του Wisconsin – μέρος αυτής περιλαμβάνεται στο βιβλίο Worshipping Athena της καθ. Jenifer Neils. 

Σκίρα ή Σκιρροφόρια / Walter Burkert
Ἐπίσημη αττικὴ ἑορτὴ τῶν γυναικῶν τῆς Ἀθήνας πρὸς τιμὴν τῆς Δήμητρος καὶ τὴς Κόρης, και στην Αθήνα της Αθηνάς Σκιράδος.

Στις 12 Σκιροφοριώνος, εορτάζονται τα Σκιροφόρια ή Σκίρα. Κύρια εκδήλωσή της είναι η πομπή που κατευθύνεται από την Ακρόπολη, σε μια τοποθεσία ονομαζόμενη Σκίρον. Στην πομπή συμμετέχουν, η ιέρεια της Αθηνάς, ο ιερέας του Ποσειδώνος καθώς και, προστιθέμενος μεταγενέστερα, ο ιερέας του Ήλιου, όλοι καλυπτόμενοι από ένα σκιάδιο, το οποίο κρατούν τα μέλη της οικογένειας των Ετεοβουτάδων.
Η τοποθεσία Σκίρον, βρίσκεται εκτός των Αθηνών, κατά μήκος της Ιεράς Οδού.
Έλαβε την ονομασία της από τον τάφο του Σκίρου, του μάντη που πήρε το μέρος των Ελευσινίων και σκοτώθηκε στη μάχη που διεξήγαγαν εναντίον των Αθηναίων.

Η ονομασία «Σκίρον», που έδωσε και το χαρακτηρισμό της Αθηνάς ως Σκιράδος, σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με το Θησέα και την επιστροφή του στην Αθήνα, μετά τη
σφαγή του Μινώταυρου. Οι μύθοι γύρω από το Θησέα σχετίζονται με τα Ωσχοφόρια, τον μυητικό χαρακτήρα των οποίων, έχουμε ήδη διαπιστώσει.
Σκίρος είναι ο γύψος, ο οποίος διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στις μυητικές διαδικασίες. Ωστόσο τα στάδια της μύησης, όπως είδαμε, αντιστοιχούν με τον κύκλο της βλάστησης (κάθε αναγέννησης προηγείται ένας θάνατος) και κατ’ αυτόν τον τρόπο η Αθηνά Σκιράς, μια θεότητα κατεξοχήν μυητική, κατέστη και μια θεότητα της βλάστησης.


Γνωρίζουμε ότι πλησίον της τοποθεσίας Σκίρον, υπήρχε ένα ιερό της Δήμητρας και της Κόρης, όπου συλλατρεύονταν η Αθηνά και ο Ποσειδώνας.
Έχουμε ήδη αναφερθεί στην αναλογία των Σκιροφορίων με τα Θεσμοφόρια. Κατά συνέπεια σωστά ο DEUBNER απέδωσε τη ρίψη των χοίρων (τα υπολείμματα των οποίων ανέβαζαν οι «αντλήτριες» κατά τα Θεσμοφόρια) στα μέγαρα των ιερών της Δήμητρας, στα Σκιροφόρια.


Η πομπή μετά το Σκίρον, πιθανότατα κατευθυνόταν στο ιερό της Δήμητρας και της Κόρης, όπου πραγματοποιείται η θυσία των χοίρων και η ρίψη τους στα χάσματα.
Στο Σκίρον πιθανότατα διεξαγόταν αποτροπαϊκή θυσία προς τιμήν του ομώνυμου μάντη που είχε σκοτωθεί στον πόλεμο μεταξύ Αθηναίων και Ελευσινίων. Eίναι φανερό ότι της γονιμικής τελετής, προηγούνταν αποτροπαϊκή θυσία, προκειμένου να μην εμποδισθεί η αποτελεσματικότητα της πρώτης.


Ωστόσο η λέξη «σκίρος», είχε και τη σημασία της λευκής γης, ενός μείγματος ασβέστη που χρησιμοποιούνταν στους λάκκους κατά τη σπορά, με στόχο την αύξηση της γονιμότητας. To μείγμα αυτό τοποθετούνταν μαζί με τους χοίρους στα μέγαρα των ιερών της Δήμητρας. Η προπαρασκευή του γινόταν πιθανότατα στο «Σκίρον», όπως υποδεικνύεται και από την ταυτότητα των όρων.
Τα υπολείμματα των χοίρων αναμεμειγμένα με τον ασβέστη, «αναβιβάζονταν» κατά την εορτή των Θεσμοφορίων και χρησιμοποιούνταν την ημέρα της Καλλιγένειας στον ιερό άροτο, που λάμβανε χώρα στο Σκίρον.


Κατά συνέπεια στα Σκιροφόρια η πομπή κατευθυνόταν από το Σκίρον στο ιερό της Δήμητρας και της Κόρης. Στα Θεσμοφόρια, η πορεία αυτή αντιστρεφόταν.
Η αναφορά στη χρήση σκιαδίου, πρέπει να αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη στην πομπή και οφείλεται σε πρακτικούς λόγους.
Τα Σκιροφόρια λοιπόν, στοχεύουν στην αύξηση της γονιμότητας και ευρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με τα Θεσμοφόρια. Σε αυτό το πλαίσιο υπάγονται και οι τελετές καθαρμού.


Τα Σκίρα εορτάζονται με μια περίεργη πομπή: κάτω από ένα σκιάδιο (σκίρον), πηγαίνουν από την ΑΚΡΌΠΟΛΗ προς έναν τόπο ονομαζόμενο Σκίρον η ιέρεια της Αθηνας , ο ιερεύς του Ποσειδώνος και ο ιερεύς του Ηλίου· το σκιάδιο το κρατούσαν οι Ετεοβουτάδες. Οι Ετεοβουτάδες ήσαν η αριστοκρατική οικογένεια της Αττικής , από την οποία επίσης προέρχονταν η ιέρεια της Αθηνάς και ο ιερεύς του Ερεχθέως. Η τοποθεσία Σκίρον, ένας περίβολος ηρώων, βρισκόταν έξω από την πόλη στον δρόμο προς την Ελευσίνα· όχι μακριά απ΄αυτόν υπήρχε Ιερό της Δήμητρος και της Κόρης, όπου λατρεύονταν επίσης η Αθήνα και ο Ποσειδών, προφανώς αυτό το Ιερό ήταν οο προορισμός αυτής της πορείας· η Αθηνά και ο Ποσειδών γίνονται δεκτοί εδώ ως φιλοξενούμενοι της Ελευσινίας θεάς. Οι ιερείς του Ερεχθέως και της Αθηνάς κατ΄ αυτήν την ημέρα πορεύονται όχι προς τον «δικό τους» ναό πάνω στην ακρόπολη, αλλά μακριά απ’ αυτόν πέρα από τα όρια της πόλεως· αυτή δεν είναι η κανονική πομπή, αλλά μια απομάκρυνση, μια αποπομπή· η θεά της πόλεως και ο πρώτος βασιλιάς , εκπροσωπούμενοι από τους ιερείς τους, αφήνουν την Ακρόπολη και την πόλη.

Οι συγγενείς τους συνοδεύουν φέροντας την «αιγίδα του Διός» (Διός κώδιον), η οποία εχρησιμοποιείτο για να εξαγνισθούν οι μιασμένοι από φόνο. Η έξοδος με κατεύθυνση την Ελευσίνα εμφανίζεται στον μύθο ως η πορεία του Ερεχθέως στον πόλεμο εναντίον των Ελευσινίων υπό τον Εύμολπο , κατά τον οποίο ο βασιλιάς βρήκε μυστηριώδη θάνατο. Ο «Σκίρος» εισήχθη ως μάντης των Ελευσινίων, ο οποίος σκοτώθηκε στη μάχη και τον τάφο του έδωσε στον τόπο το όνομα του· η σύζυγος του Ερεχθέως ορίσθηκε ως πρωτη ιέρεια της Αθηνάς- έτσι υποστηρίζει ο Ευριπίδης στο δράμα Ερεχθεύς.


Κατ΄αυτόν τον τρόπο ο μύθος δίνει σ΄αυτήν την αποπομπή την πιο πιζοσπαστική σημασία : κατα τα μέσα του μηνός πριν από το τέλος του έτους, γύρω στην εποχή του ηλιοστασίου, γινόνταν τελετές για τον θάνατο του βασιλιά.
Τα Σκίρα έχουν ιδιαίτερη σημασία για τις γυναίκες της Αθήνας, είναι μια από τις λίγες ημέρες του έτους, κατά τις οποίες επιτρέπονταν να εγκαταλείπουν τον γυναικωνίτη και σύμφωνα με ένα αρχαίο έθιμο να συγκεντρώνονται· οι γυναίκες σχηματιζαν την δική τους ιδιαίτερη οργάνωση· ήταν υψηλή τιμητική διάκριση η ανάληψη της προεδρείας.
Για τους άνδρες όλη αυτή η ιστορία δεν ήταν ακίνδυνη· ο Αριστοφάνης περιγράφει πως οι γυναίκες με αυτήν την ευκαιρία εξύφαναν την συνομωσία τους για να αναλάβουν την εξουσία της πόλεως μέσω μιας «γυναικείας εκκλησίας του δήμου».

Η πατριαρχική τάξη του οίκου καταστρέφεται κι αυτή, όταν η ύψιστη αρχή εξαφανίζεται από την Ακρόπολη.
Δεν υπάρχει περιγραφή των υπολοίπων καθαρμών και θυσιών της ημέρας.
Η λέξη Σκίρος φαίνεται να σημαίνει κάτι όπως «λευκή γή» , λέγεται ότι ο Θησέας κάποτε , πριν φύγει από την Αθήνα, κατασκεύασε από γύψο ένα άγαλμα της Αθηνάς και το μετέφερε.
Περαιτέρω εκδηλώσεις της ημέρας είναι το παιγχίδι κύβων (ζαριών) και η μεγάλη ευθυμία στα Σκίρα.

WALTER BURKERT

Τὰ Σκιρροφόρια ἀκολουθοῦν μισὸ χρόνο μετὰ τὰ Θεσμοφόρια.
Ἡ ἑορτὴ εἶχε μυστικό χαρακτήρα καὶ οἱ τελετὲς τῶν γυναικῶν δὲν μᾶς εἶναι γνωστὲς.
Ἡ ἑορτὴ είναι ἀφιερωμένη στὴ Δήμητρα καὶ τὴν Κόρη.

Σὲ αὐτὴ τὴν ἑορτὴ οἱ γυναίκες στὶς Ἐκκλησιάζουσαι τοῦ Ἀριστοφάνους σχεδιάζουν τὴν κατάληψη τῆς ακροπόλεως.
Στὶς Θεσμοφοριάζουσαι, διαφαίνεται ὅτι ἡ γυναίκα ποὺ ἔφερε ἕνα γιὸ χρήσιμο γιὰ τὸν κράτος ὄφειλε νὰ ἔχει τὴν προεδρία στὴ Σκίρα καὶ στη Στήνια.
Ἡ Σκίρα ἐπίσης, μερικὲς φορὲς ἀναφέρεται καὶ ὡς Σκιρροφόρια, ὅπου ἄρχιζε μὲ μία πομπὴ.
Ἡ πομπὴ λαμβάνει χώρα τὴν δωδεκάτη τοῦ μηνὸς, τὴ σημερινὴ ἡμέρα, απ’ ὅπου καὶ αὐτὸς ὁ μῆνας πήρε τὸ ὄνομα του καὶ ποὺ δείχνει τὴ σημασία τοῦ ἑορτασμοῦ της.
Ἡ ἱέρεια τῆς Ἀθηνᾶς Πολιάδος, ὁ ἱερέας τοῦ Ποσειδῶνος Ἐρεχθέως καὶ ὁ ἱερέας τοῦ Ἥλιου ξεκινοῦσαν σὲ πομπὴ ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολη πρὸς τὸ Σκίρον.
Οἱ ἱερεῖς καὶ ἡ ἱέρεια σκιάζονταν μὲ τὰ σκιάδια (σκῖρα) κατὰ τὴν πομπὴ , τὰ ὀποῖα τὰ κρατοῦσαν ἔφηβοι ἄνδρες ἀπὸ τὸ γένος τῶν Ἐτεοβουταδῶν (Φιλοχόρος FGH 328 F14).

Τὸ Σκῖρον, ἡ τοποθεσία ἤ τὸ ἱερὸ τῆς Δήμητρος καὶ τῆς Περσεφόνης βρίσκονταν κοντὰ στὸν Κηφισσὸ ποταμὸ ποὺ χωρίζε τὴν Ἐλευσίνα ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη Ἀττική. Ἐκεῖ ἐπίσης τιμόνταν ἡ Ἀθηνᾶ καὶ ὁ Ποσειδών Ἐρεχθεύς . Στὸ Σκῖρον ἐπίσης ὑπῆρχε καὶ τὸ ἱερό του ἥρωα Σκίρωνα (Παυσανίας 1.36.4) .
Ἡ Ἀθηνᾶ καὶ ὁ Ποσειδῶνας ἐκπροσωποῦνταν σὲ αὐτὴν τὴν ἱεροτελεστία ἀπὸ τὴν ἱέρεια της (Ἀθηνᾶ) καὶ τὸν ἱερέα του (Ποσειδών) , ἀλλὰ οἱ τελετὲς τῶν γυναικῶν ἦταν ἰδιαίτερα συνδεδεμένες μὲ τὸ ἱερό της Δήμητρος καὶ τῆς Κόρης. Εἶναι οἱ γυναῖκες καὶ ἡ ἑορτὴ Σκίρα ποὺ συνδέονται μὲ αὐτὲς τὶς τελετὲς τῆς Δήμητρος ὡς οἱ κύριες πηγὲς τοῦ πυρῆνος τῆς ἑορτῆς.
Μὲ τὸν συνοικισμὸ («Ἐνοποίηση»), τῆς Ἀττικῆς, οἱ ὁμόλογοι τῆς Ἀθηνᾶς καὶ τοῦ Ποσειδῶνος, δηλαδὴ ἡ Δήμητρα καὶ ἡ Κόρη νὰ εἶχαν ἐγκατασταθεῖ καὶ καθιερωθεῖ ἀρχικῶς ἐδῶ.

Ἕνα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς ἑορτῆς πρὸς τιμὴν τῆς Δήμητρος καὶ τῆς Κόρης,είναι , κατὰ τὸν Ἀριστοφάνη , τὸ μάσημα τοῦ Σκόρδου ἀπὸ τὶς γυναῖκες, γιὰ νὰ κρατήσει τὴ σεξουαλικὴ πράξη κρυφή , (Φιλοχόρος FGH 328 F89).

Κατὰ τὸν ἐχθρικὰ σατυρικὸ Ἀριστοφάνη πρὸς τὶς γυναῖκες, αὐτὲς μασοῦν σκόρδο τὸ πρωὶ τῆς ἐπομένης, καὶ ἔτσι οἱ σύζυγοί τους δὲν θὰ συνειδητοποιοῦσαν ὅτι εἶχαν πάει μὲ ἄλλους ἄνδρες κατὰ τὴ διάρκειά τῆς νύχτας. (ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΘΕΣΜΟΦΟΡΙΑΖΟΥΣΑΙ 496-7

Μία ἀπὸ τὶς τρεῖς ἱερὲς ἀρώσεις ποὺ ἀναφέρει ὁ Πλούταρχος ἔλαβε χώρα ἐδῶ :

― ἡσθείη θεασαμένη καὶ τί ποιοῦσαν ἢ λυπουμένην καὶ στασιάζουσαν πρὸς τὸν ἄνδρα καὶ τὸν οἶκον αὐτὸν καὶ τὸν θάλαμον προϊεμένην;’ ἐπὶ Σκίρῳ, τοῦ παλαιοτάτου τῶν σπόρων ὑπόμνημα, δεύτερον ἐν τῇ Ρ̓αρίᾳ, τρίτον ὑπὸ πόλιν τὸν καλούμενον Βουζύγιον. τούτων δὲ πάντων ἱερώτατός ἐστιν ὁ γαμήλιος σπόρος καὶ ἄροτος ἐπὶ παίδων τεκνώσει. καλῶς τὴν Ἀφροδίτην ὁ Σοφοκλῆς ‘εὔκαρπον Κυθέρειαν’ προσηγόρευσε.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΗΘΙΚΑ 144α

(ἐπὶ Σκίρων, ἡ Ράρια πεδιάδα, καὶ κάτω ἀπὸ τὴν ἀκρόπολη), ὅποτε προφανῶς ἦταν μία σημαντικὴ καὶ ἱερὴ ἑορτή.
Ὁ Πλούταρχος δηλώνει ὅτι αὐτὴ ἡ Σκίρων ἄρωσις ἦταν πρὸς τιμὴν τῆς μνήμης τῆς πιὸ ἀρχαίας σπορᾶς καὶ συγκομιδῆς ἀπὸ τὶς γυναῖκες.

Ὕμνος στὴ Δήμητρα
Καλλίμαχος 118-19

― ἄισατε παρθενικαί, καὶ ἐπιφθέγξασθε τεκοῖσαι
Δ̔άματερ μέγα χαῖρε πολύτροφε πουλυμέδιμνε᾽.
χὠς αἱ τὸν κάλαθον λευκότριχες ἵπποι ἄγοντι
τέσσαρες, ὣς ἁμὶν μεγάλα θεὸς εὐρυάνασσα
λευκὸν ἔαρ, λευκὸν δὲ θέρος καὶ χεῖμα φέροισα
ἡξεῖ καὶ φθινόπωρον, ἔτος δ᾽ εἰς ἄλλο φυλαξεῖ.

Ὁ Καλλίμαχος ἐδῶ περιγράφει μία πομπὴ στὸ ναό τῆς Δήμητρος.
Δὲν μᾶς παρέχει καμία τοποθεσία ἢ χρονικὸ πλαίσιο.

Στὸ Μαραθῶνα οἱ Τριτοπάτορες λαμβάνουν Θυσία ἀνὰ διετία.

Ὁ Ἠσίοδος ἀναφέρεται στὶς ἐπισημασίαι ποὺ ἔχουν να κάνουν μὲ τὶς φάσεις τῆς σελήνης στὴν ἐποχὴ του καὶ τὴν καταγράφει ὡς καλότυχη καὶ εὑνοϊκὴ γιὰ τὶς γεωργικὲς ἐργασίες.

― ἑνδεκάτη δὲ δυωδεκάτη τ’ἄμφω γε μὲν ἐσθλαὶ
ἠμὲν ὄις πείκειν ἠδ’εὔφρονα καρπὸν ἀμᾶσθαι•
ἡ δὲ δυωδεκάτη τῆς ἑνδεκάτης μὲγ’ἀμείνων•

[ἡ ἑνδεκάτη καὶ ἡ δωδεκάτη καὶ οἱ δυὸ εἶναι καλές γιὰ νὰ κουρεύεις τὰ πρόβατα, καὶ νὰ θερίζεις τὸν ευφραντικό, καρπό, ἤ δωδεκάτη εἶναι πολύ πιὸ σπουδαία ἀπ’ τὴν ἑνδεκάτη]
ΗΣΙΟΔΟΣ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ 774