Πέμπτη μεσούντος Γαμηλιώνος

ΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΓ

Πέμπτη μεσούντος Γαμηλιώνος

Αθηνάς

οικιακά

θυόμενα

ιερός

άσβεστος

Λύχνος

Λήναια

Αθηναίων

Ποιητικός

Αγών

Ληναίων

Έναρξη

ιερής Εκεχειρίας

Η πέμπτη, πέμπτη μεσούντος, πεντεκαιδεκάτη,
πέμπτη επί δέκα, πέμπτη επί δεκάτη.

Κορυφώνονται οι εορτασμοί για τα Λήναια.

Κάποιες αρχαίες πηγές αναφέρουν ὅτι οι άνθρωποι πάνω σε καρότσια και άμαξες απαγγέλνουν ποιήματα και σκώμματα, τραγουδούν ύμνους προσπαθώντας έτσι και αυτοί με τον δικό τους τρόπο να αφυπνήσουν ή να εγείρουν τον θεό Διόνυσο.

ΣΟΥΙΔΑΣ ΛΕΞΙΚΟ

― ἡ λεγόμενη εορτή παρ Αβηναίοις, Λήναια, εν ἡ ἡγονίζοντο οι ποιηταί..εφ αμαξών γαρ οι άδοντες καθήμενοι έλεγον τε και ήδον τα ποιήματα.

Τα Μυστήρια εν Άγρας (που ακολουθούν), τα Ελευσίνια Μυστήρια, καθώς και άλλες πανελλήνιες εορτές συνοδεύονται απὀ εκεχειρίες.

Μια καθορισμένη περίοδος ορίζεται για τήν ιερή εκεχειρία της κάθε εορτής, οι ημέρες που καταγράφονται είναι 55 για τα Μικρά και για τα Μεγάλα Μυστήρια, και ορίζονται ως Σπονδαί ἡ Μυστηριωτίδες ημέρες.

Στην επιγραφή του -πέμπτου αιώνος, η αθηναϊκή ιερή Εκεχειρία για τα Μικρά Μυστήρια άρχεται από την 15ή του Γαμηλιώνος (Διχόμηνος), εν μέσω Ανβεστηριώνος, έως την 10η Ελαφηβολιώνος,

IG³ 6, Β. 36- 47. ΕΝΑΡΞΗ ΑΠΟ ΔΙΚΟΜΗΝΙΑΣ (15ή),SEG 30, 61Α.16-17

― τοίσι δὲ ολείζοσι

μυστερίοισιν τάς σπονδάς

εἶναι τό Γαμελιόνος μενός

ἀπὸ διχομενίας καὶ

τὸν Ἀνθεστεριόνα

καὶ τὸ Ἐλαφεβολιόνος

μέχρι δεκάτες hισταμένο.

Η δεκάτη πέμπτη είναι πάντα ιερή για την Αθηνά.

Τελετή και εκδήλωση Ευλάβειας προς το άγαλμα της Αθηνάς αποτελεί η χρυσή «ἄσβεστος λύχνος» που καίει μπροστά του ημέρα και νύχτα. Η ιερή άσβεστος λύχνος είναι έργο του πλάστη Καλλιμάχου και εφοδιάζεται μια αφορά τον χρόνο με την αναγκαία ποσότητα λαδιού, συνδέεται ψηλότερα με τον κορμό ενός χάλκινου φοίνικα ο οποίος μεταφέρει την καπνιά της θρυαλλίδας πάνω από την σκεπή του ναού για να μην ρυπαίνεται η εσωτερική επιφάνεια των τοίχων του ναού και η οροφή. Η ιερή άσβεστος λύχνος περιέχει μόνον ελαιόλαδο. ―ΔΙΑ ΤΟ ΑΣΒΕΣΤΟΝ ΑΘΗΝΗΣΙ ΛΥΧΝΟΝ ΙΕΡΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΥ ΕΛΑΙΟΥ ΠΕΡΙΕΙΔΕ ΣΧΟΛΙΑ ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

ΔΙΟΝΥΣΟΣΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΕΥΣ ΡΗΤΟΡΙΚΑ 243,1

—ει μεν τή Νουμηνία, ὅτι αρχή του μηνός… ει δε εβδόμη ἡ έκτη. ὅτι ιεραί τοιν θεοίν. .. ἐχοις ὃ ἄν και περί της ενάτης λέγειν ότι ιερά του ἡλίου. . -ει δε πεντεκαιδεκάτη εἴη ότι και αυτή της Αθηνάς και ότι τέλειος εν τούτω ο κύκλος, και εικός ανεύδεή τὴν τοιάτην εἶναι γένεσιν του ανδρός.

Ο Ίακχος στα Λήναια των Αθηναίων και στον εορτασμό των Θυιάδων στους Δελφούς

Στους Βάτραχους του Αρισταφάνους γίνεται επίκληση στον θεό ως «Ίακχος», ο οποίος σε ένα διαφορετικό λατρευτικό πλαίσιο φαίνεται να ηγείται του Χορού των ανδρών και γυναικών μυστών στην Ελευσίνα. Ωστόσο, είναι πιθανό ότι ο κορυφαίος που παίζει το ρόλο του Δαδούχου, να οδηγεί έναν Χορό γυναικών που θα ενωνόταν με το Χορό των ανδρών με επικεφαλής τον ιερέα, (Αρ. βατρ . 316). Όταν ο Ίακχος «προσωποποιείται» παίρνει τή μορφή του «παιδός» Διονύσου και επίσης αυτήν του Δαδούχου,  δεν σχετίζεται μόνο με τα μυστήρια αλλά και με άλλες εορτές όπως τα Λήναια, πιθανώς απὀ πρώϊμη περίοδο.

Ο Ίακχος αυτός δεν σχετίζεται μόνο με τα μυστήρια τής Ελευσίνας, αλλά είναι ο πρωταγωνιστής θεός στα Λήναια, σύμφωνα με τον σχόλιο του Αριστοφάνη και του τελετουργικού των Θυιάδων στους Δελφούς, τουλάχιστον στην αττική τραγωδία. Στην Αντιγόνη (1149/1153) ο Σοφοκλής αναφέρει τις νυχτερινές τελετές στον Παρνασσό για να εορτάσει την Επιφάνεια του παιδός Διονύσου (παις), που ονομάζεται Ίακχος και περικυκλώνεται από τις Θυιάδες που χορεύουν γύρω του:

― ἰῷ πύρ πνειόντων χοράγ᾽ ἄστρων, νυχίων φθεγμάτων επίσκοπε, παι Διός γένεθλον, προφάνηθ’ ὠναξ, σαῖς ἅμα περιπόλοις Θυίαισιν, αἲ σε μαινόμεναι πάννυχοι χορεύουσι τὸν ταμίαν Ἴακχον –

«Εσύ, πρωτοχορευτή, ανάμεσα στα λαμπυρίζοντα αστέρια, που σπιθοβολάνε, πρωτοτραγουδιστή στα ξεφαντώματα τής νύχτας, του Δία παιδί, φανερώσου, άνακτα, με τις Θυιάδες που σε περιπολούν, μαινόμεγες, χορεύοντας ὀλη τή νύχτα τον ταμία (δοτήρα) Ίακχον»».

Επίσης στην Αντιγόνη (1125/1128) του Σοφοκλέους

―  σὲ δ ὑπὲρ διλόφου πέτρας στέροψ ὄπωπε λιγνύς, ἔνθα Κωρύκιαι στείχουσι νύμφαι Βακχίδες

 «εσένα πάνω από το δίκορφο το βράχο, που οι Κωρύκιες οι μαινάδες περνούν βακχεύοντας».

Η τελετή πραγματοποιείται, όπως και στην Αθήνα, με δάδες. Ὁ Ίακχος είναι επίσης ο ταμίας δηλαδή ο «δωτήρ ἡ διανομεύς του πλούτου» στο κείμενο τής Αντιγόνης του Σοφοκλέους, όπως στην επἰκλησή στα |λήναια είναι ο πλουτοδότης.

Ο Σοφοκλής εισάγει τον «Αττικό παίδα Διόνυσο», τον Ίακχο, στο τελετουργικό των Δελφών, πιθανώς με βάση τις ομοιότητες μεταξύ του τελετουργικού και τής μορφής του Διονύσου στους Δελφούς καθώς και τις αττικές τελετές του Ιάκχου, όχι μόνο αυτές στα μυστήρια, όπως πιστεύεται γενικά, αλλά ιδιαίτερα τις τελετές στα Λήναια, οι οποίες είναι ῥήτά αφιερωμένες στον θεό με παρόμοια χαρακτηριστικά με αυτά του Διονύσου στους Δελφούς.

Τί είδους θεός Διόνυσος τιμάται και μνημονεύεται από τις Θυιάδες στους Δελφούς;

Στους Δελφούς ο θεός εκδηλώνεται με τή μορφή του παιδός (Διόνυσος Λικνίτης;), σύμφωνα με τον Σοφοκλή.

Ὁ Λικνίτης, είναι ένας μυστηριακός μεταγενέστερος θεός δηλαδή «το παιδί μέσα στο λίκνο». Ο Ησύχιος γράφει για τον «Λικνίτη»: επίθετον Διονύσου·  από των λίκνων, εν οις τα παιδία κοιμώντα».

Ὁ ορφικός ύμνος 46 επικαλείται τον Διόνυσο Λικνίτη, το παιδί Διόνυσο. Το λίκνο γίνεται σε μεταγενέστερη περίοδο απαραίτητο σε «ορφικά τελετουργικά» στην ελληνιστική περίοδο.

Ενδεχομένως στην Αθήνα, στα Λήναια, ο Ίακχος είναι επίσης προσωποποιημένος ως παιδί, ως «ο υιός τής Σεμέλής», καθορίζεται επίσης και ὡς νεαρός άνδρας, ένας δαδοφόρος όπως ο Δαδούχος.

 Ο Ίακχος καθορίζεται επίσης και ως τελετουργική παραλήρητική ιαχή ή θρηνητική ωδή, σε κάθε περίπτωση σχετίζεται με το «παιδί» Διόνυσο, για παράδειγμα στον Ευριπίδη, Παλαμήδης (θρ. 556, Στράβων. 10.35.13) όπου η λατρεία τής φρυγικής θεάς Μητρός παραπέμπει στην τελετουργική παραληρητική ωδή του Ιάκχου, που δημιουργείται από τον εκκωφάντικό ήχο των κυμβάλων που τιμούν τον παίδα Διόνυσο, που βρίσκεται εκεί με τη μητέρα του.

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρινός στον Προτρεπτικό του (2.21.1), περιγράφει τον Ίακχο ως παιδί που θωπεύει το στήθος τής Βαυβούς- εμφανίζεται επίσης ως παιδί, που σχετίζεται σε αυτήν την περίπτωση με την Δήμητρα, στον Ρωμαίο συγγραφέα Λουκρήτιο (4.11658). Το λεξικό Σούδα (Ίακχος) τον ταυτίζει με τον Διόνυσο «επί τω μαστώ» (λέει επίσης ότι είναι µια ωδή προς τιµήν αυτού του θεού). Ο Στράβων (Στρ. 10.32.10) λέει ότι το όνομα Ίακχος δίνεται τόσο στον Διόνυσο ὀσο και στον αρχηγέτη των μυστηρίων. Στους Βάτραχους του Αριστοφάνη, ο Ίακχος είναι ο ίδιος ο Διόνυσος και ο ηγέτης των μυστών, «φωσφόρος αστήρ» (3453].

 Ο Ίακχος στην ρωμαϊκή εποχή σχετίζεται µε το «μυστικό λίκνον» ή το λίκνο στον Ρωμαίο συγγραφέα Σέρβιο (Γεωργ. 1.166). Η Σεµέλη στους Δελφούς ως πρότυπο για τις Θυιάδες συνδέθηκε σε αυτό το µέρος µε τον «παιδα» Διόνυσο.

Ο Ίακχος εξάλλου, σε μεταγενέστερες πηγές, παρουσιάζεται ως το θύμα του σπαραγμού (Λουκ. Περί Ορχήσεως 33). και πιθανότατα μνημονεύεται στην εορτή των Δελφών, όπως γράφει ο Πλούταρχος (Ισ. και Ὀσ. 365). Σε άλλες μεταγενέστερες πηγές στο τελετουργικό (Πλουτ. Αιτ. Ελ. 233), ο Πλούταρχος ομιλεί για το τελετουργικό της Ηρωΐδος που έχει μυστική έννοια που µόνο οι Θυιάδες γνωρίζουν. Το κείµενο του Πλούταρχου υποδηλώνει ότι υπάρχουν τελετές που εορτάζονται δημοσίως και κάποιες άλλες μυστικές που σχετίζονται µε την «αναγωγή» (Άνοδος) της Σεμέλης- (Παραμ. Ιδ. Γυν. 61· μυστικιστικοί τύποι της λατρείας — οργιασµός– του Διόνυσου. (Πλού.Περ. Ε Δελφ. 358Α-322Α-

Πλού.Αρ.. 245Ε- Αιτ. 636. ορφ. Βρ. 214 Κετη, σχόλιο Λυκ. 212).

Για  την τριετηρική εορτή (κάθε δύο χρόνια) Παυσανίας 10.4.3. Κωρύκιο Άντρο στον Παρνασσό· Παυσανίας. 10.32.2/7. Μακ. Σαβ. 1.18.6- το τελετουργικό των Θυιάδων συνοδευόμενο από σάτυρους, µε την παρουσία κύμβαλων «τύμπανα»». Για το τελετουργικό των Θυιάδων, γράφουν και οι Jeanmaire 1978, 187–195 και Κerenyi 1935, 152q αυτός ο συγγραφέας τονίζει ότι παρόλο που η εορτή πραγματοποιείται κάθε δύο χρόνια, το προσκύνημα στους Δελφούς, σύµφωνα µε τον Παυσανία, γίνεται κάθε γρόνο – (Παυσανίας. 10.4.3). αλλά και στα Λήναια σύµφωνα µε το σχόλιο στον Κλήμη.

Οι υπαινιγµοί για τον διασπαραγµό του θεού στους Δελφούς, τα µέλή του συλλέγονται απὀ τον Απόλλωνα και διατηρούνται σε έναν λέβητα, χρονολογούνται τουλάχιστον απὀ την εποχή του Καλλίμαχου αν και είναι πιθανὀ, όπως γράφει ο Burkert (123/124). να έχουν παλαιότερη αρχαϊκή προέλευση.

Όταν ο Διόνυσος διασπαράχθηκε, τα µέλη του τοποθετήθηκαν σε λέβητα και δόθηκαν στον αδερφό του, ο οποίος τα κράτησε κοντά στον τρίποδα (Καλ.θρ. 643, σχ. Λυκ 207, Καλ. Βρ. 517).

Ο Φιλόχορος (6ρ. 338Ε/} αναφέρει επίσης ότι ο τάφος του Διονύσου βρίσκεται στους Δελφούς, ορφικός μύθος του διασπαραγμού, πριν απὀ τον -5ο αιώνα, τουλάχιστον του -6ου αιώνος (Burkert 225).

Ο μύθος όμως στην Αττική δεν ακολουθεί το δελφικό λατρευτικό πλαίσιο, αλλά γενικότερα στους Έλληνες τοποθετείται σε γεωργικό και αγροτικό πλαίσιο.

Ο Πλούταρχος (Ισ. και Οσ. 365) επιβεβαιώνει ότι οι κάτοικοι των Δελφών πίστευαν ότι τα µέλή του Διονύσου βρίσκονται στον τόπο τους, και ότι οι Ὁσιοι προσέφεραν θυσίες μυστικές στο ναό του Απόλλωνας, ενώ οι Θυιάδες εγείραν τον θεό (Λικνίτη;).

 Έτσι, διαφαίνεται ότι στους Δελφούς υπήρχε «καταμερισμός των ιεροπραξιών» – τα θυσιαστικά καθήκοντα που σχετίζονται µε τον διασπαραγµὀ εκτελούνται κατά κύριο λόγο από τους άνδρες, τους Όσιους, ενώ οι γυναίκες είναι υπεύθυνες για την «αφύπνιση-έγερση του θεού».

Σε κάθε περίπτωση, κατ ᾽αρχήν, δεν μπορούμε απλώς να εφαρμόσουμε αυτόν τον «καταμερισμό» στο τελετουργικό των Ληναίων στην Αθήνα, που εορτάζονται το χειμώνα όπως το τελετουργικό των Θυϊάδων στους Δελφούς ή γενικά στους Δελφούς, ιδιαίτερα αφού ο εορτασμός του διασπαραγμού αποτελούσε µέρος του τελετουργικού των µαινάδων στους Δελφούς και στον ελληνικό κόσμο.

Για το θάνατο του θεού απὀ τον διασπαραγµό και το διαμελισμό των μαινάδων στα θύματά τους ως µέρος του μυστικιστικού τελετουργικού δείτε (Λεξικογράφο Φώτιο ·νεβρίζειν, Πλούταρχος Αίτια Ρωμαϊκά 251. 295, Περί του δελφικού μαντείου 417, Κλήμης Αλεξανδρινός Προπερτικός 12. 119. 1, Αρποκρατίων· νεβρίζων).

Οι µαινάδες, στη μύηση του πάθους του θεού, έσκιζαν ζώα και φυτά που συμβόλιζαν τον θεό, υπό τής µορφής του µιµήματος, του διασπαραγμού του ιδίου του Διόνυσου.

Ἡ σύμπτωση της επίκλησης του Ιάκχου, του παιδός Διονύσου, µε δάδες και μνημόνευση/ εορτασμό του μύθου του θανάτου και της έγερσης/αφύπνισης του θεού, τόσο στους Δελφούς όσο και στην Αθήνα στα Λήναια, σε µια παρόμοια εποχή του χρόνου, το χειμώνα, υποστηρίζει περαιτέρω την ιδέα ότι τα αθηναϊκά Λήναια κατείχαν ἑνα συγκεκριµένο τελετουργικό µε τη συµµετοχή γυναικών, οπαδών του θεού, τις «Λήναι», που συνδέεται σε αυτήν την περίπτωση µε το τελετουργικό πλαίσιο τής αφύπνισης του θεού και της σύνδεσης του µε την παραγωγή του κρασιού και του οινοπιεστηρίου.

Ἡ µορφή του Ιάκχου, προήλθε στήν Αθήνα ως µια τελετουργική ωδή ή παραληρητική θρηνητική ιαχή, που αρχικά δεν σχετιζόταν µε τα μυστήρια και τις εορτές στήν Ελευσίνα, αλλά περιεχόταν στο τελετουργικό πλαίσιο των αγροτικών εορτών του Διονύσου, που ταυτίστήκαν µε αυτή τη θεότητα (όπως ήταν στην Ελευσίνα, ακόµα κι αν η προσωπικότητα προσδιοριζόταν ανεξάρτητη ἡ αυτόνομη ως αρχηγέτης) που είναι εγερμένη, και ως εκ τούτου, µε έναν ειδικὀ τρόπο, µε τον παίδα Διόνυσο που επικαλούνται στο φως των δάδων.

Αρχικά, ο Ίακχος ήταν η παραληρητική ιαχή που σίγουρα συνοδευόταν από χορό, και εκτελείτο από τους πιστούς τη στιγµή τής εμφάνισης του θεού,τής Ἐπιφανείας του θεού ως «θεϊκό παιδί», που μόλις είχε αποκατασταθεί και ανανεωθεί µετά τον διασπαραγµό του. Η τελετουργική ια(κ)χή, δηλαδή ο Ίακχος, εκπροσωπεί την αναζωογόνηση της φύσης και την έγερση του θεικού παιδός. Γι ᾽αυτό ο Ίακχος προσωποποιημένος είναι ο παις Διόνυσος, δηλαδή ο Διόνυσος τη στιγµή της αφύπνισής –Επιφάνειάς του. Αυτή η ωδή του Ιάκχου εισήχθη κατά πάσα πιθανότητα στην Ελευσίνα εκείνη την εποχή που ο Δαδούχος ― και οι Κήρυκες γενικά ― προέρχονταν απὀ την Ἀθήνα, και έγινε µέρος τής Ἑλευσίνιας ιεροσύνης, πιθανώς στις αρχές του -6ου αιώνος, κατά τη στιγµή της αναδιοργάνωσης του Σόλωνος και της πλήρους ενσωμάτωσης των μυστηρίων στην πόλη, µε το ιερά να μεταφέρονται στην Αθήνα και στη συνέχεια να επιστρέφονται στην Ελευσίνα. Ἡ αναδιοργάνωση των μυστηρίων από την Αθήνα σήµαινε την ένταξη Αθηναίων ιερατικών αξιωματούχων, όπως τον Δαδούχο και τον Ιεροκήρυκα και τελετουργικών στοιχείων τυπικά σε αυτούς τους θρησκευτικούς αξιωματούχους, κάτι που ήδη βρίσκεται στις αρχαίες αγροτικές εορτές της Αθήνας, όπως τα Λήναια, η τα Ανθεστήρια (στην περίπτωση αυτή, ο αξιωματούχος ο Ἱεροκῆρυξ). Στην Αθήνα οι Κήρυκες, αναμφίβολα, είχαν συσχετιστεί, από την αρχαιότητα, µε την θρησκευτική δραστηριότητα του βασιλέως στο ἄστυ, τον οποίον βοηθούσαν στα ιερατικά του καθήκοντα. Ὁ Άρχων- βασιλιάς είναι υπεύθυνος για την εποπτεία των Ληναίων, τόσο της νυκτερινής δαδοφορικής πομπής όσο και των αγώνων των ποιητών της πολιτείας (Αριστ. Πολ. 57. 1) και διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στα Ανθεστήρια (Αριστ. Πολ. 58). Αυτή ήταν ακριβώς η στιγµή, στην εποχή του Σόλωνας, σύµφωνα µε τις πηγές, που οι γυναικείες εορτές αναδιοργανώθηκαν και μεταρρυθµίστηκαν (Πλουτ. Σόλ. 21. 5-6). Αυτές οι εορτές πιθανώς περιέλαβαν και τα Λήναια, αλλά και την θεωρία (αποστολή) των Θυιάδων, στους Δελφούς σε µια εποχή που η επίσηµη θεωρία αυτής τής πόλης μεταρρυθµίστηκε επίσης από τους αξιωματούχους της Αθήνας (Στραβ. 5. 2. 11, Ησύχ. «αστραπή δι άρματος». Η πρεσβεία των Δελφών υπήρχε και στον -5ο αιώνα).