Πρώτη μεσούντος Ανθεστηριώνος

ΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΥΗΓ

Πρώτη μεσούντος Ανθεστηριώνος

Διονύσια
εν Λίμναις

Ανθεστήρια

Πιθοίγια

Διονύσου
Λιμναίου

θυόμενα

Η πρώτη μεσούντος.

Η σημερινή ημέρα είναι εορταστική ημέρα, εορτάζουμε την πρώτη ημέρα των Ανθεστηρίων και τα Διονύσια εν λίμναις. Η ημέρα ονομάζεται Πιθοίγια ή πιθοιγία.

Ο μήνας εδραιώθηκε από την ονομασία της τριήμερης εορτής (Ανθεστήρια), απ’ όπου πήρε και το όνομα του. Η εορτή διαρκεί από την 11η έως την 13η:

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟΝ ΘΟΥΚΙΔΥΔΗ 2,15,4
― επί τρείς μεν εστι εορτή ημέρας ια’, ιβ’, ιγ’, επισημός εστι δε η ιβ’, ως και είπεν αυτός.

Η εορτή χωρίζεται σε τρία μέρη και απαρτίζουν τρείς ξεχωριστές ημέρες, τα Πιθοίγια, τας Χόας, και τους Χύτρους:

ΑΡΠΟΚΡΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΣΟΥΔΑ
― Χόες· φησί δε Απολλόδωρος Ανθεστήρια μεν καλείσθαι κοινώς την όλην την εορτήν Διονύσω αγομένην, κατά μέρος  δε Πιθοίγια, Χόας, Χύτρους.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΗΘ. 655Ε
― του νέου οίνου Αθήνησι μεν ενδεκάτη μηνός Αθνεστηριώνος κατάρχονται, Πιθοίγια την ημέρα καλούντες.
– καὶ ἐν τοῖς πατρίοις ἐστὶν ἑορτὴ Πιθοιγία, καθ’ἥν οἰκέτην οὔτε μισθωτὸν εἰργειν τῆς ἀπολαύσεως τοῦ οἴνου θεμιτὸν ἦν, ἀλλὰ θύσαντας πᾶσι μεταδιδόναι τοῦ δῶρου τοῦ Διονύσου. (Πλουτάρχου Απόσπασμα σωζόμενο)
Ο Πλούταρχος εδραιώνει την ονομασία της σημερινής ημέρας, της 11ης Ανθεστηριώνος, ως «Πιθοίγια».

ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΑ
Το όνομα του μηνός και η εορτή είναι κοινά στους Αθηναίους και σ’ όλους τους Ίωνες.
 Στην Αθήνα η εορτή αναφέρεται επίσης ώς τα «αρχαιότερα Διονύσια», σε αντιδιαστολή προς τα «Μεγάλα Διονύσια», τα οποία καθιερώθηκαν για πρώτη φορά τον -6ο αί.  Ενα μικρό ιερό του Διονύσου έν λίμναις, απ’ όλο τον χρόνο μένει ανοιχτό μόνο την ημέρα της εορτής, την 12η του Ανθεστηριώνος – όπου «ημέρα» σύμφωνα με τον ιερό υπολογισμό εθεωρείτο το διάστημα από την δύση του ήλιου ως την επόμενη δύση.

Α’ ΗΜΕΡΑ – ΤΑ ΠΙΘΟΙΓΙΑ,  Πιθοιγία ἤ Πιθοίγια


Η ευχή στα Πιθοίγια

Οι δύο πρώτες ημέρες είναι άμεσα συνδεδεμένες με τον Διόνυσο και τον οίνο. Με τον όρο «Πιθοίγια» δηλώνεται η διαδικασία του ανοίγματος των πίθων που περιέχουν τον οίνο του προηγούμενου έτους.
Αυτοί που συμμετέχουν συγκεντρώνονται μπροστά απο το ιερό του λιμναίου Διονύσου, το ιερό αυτό παραμένει κλειστό όλο το έτος καθώς και την σημερινή ημέρα των Πιθοιγίων. Το ιερό ανοίγει μόνον αύριο, στην ημέρα των Χόων.


Στο ιερό αφιερώνουμε τον πρώτο κεκραμένο οίνο, στο θεό προστατη και αγαθό δαίμονα του οινου.
Ο Καλλίμαχος διασώζει την ευχή που δίδεται μπροστά στο ιερό στην ημέρα των Πιθοιγίων, με την οποία οι θρησκευτές κάνουν σπονδή και ζητούν απο τον Διόνυσο να ειναι η χρήση του «φαρμάκου» αβλαβής και σωτήριος :


παλαι γ’ ως ευχοντο, του οινου πριν η πιειν αποσπενδοτες, αβλαβη και σωτηριον αυτοις του φαρμακου την χρησιν γενεσθαι.


Η ευχη του Καλλιμάχου εμπεριέχεται στα Συμποσιακά του Πλουτέρχου (455ε).


Οι πίθοι, στους οποίους είχαν βάλει τον μούστο το φθινόπωρο, ανοίγονται σύμφωνα μ' ένα αυστηρό έθιμο για πρώτη φορά την νεαρή Ανοιξη (Έαρ), έτσι προέκυψε μια εορτή που καθιερώθηκε ημερολογιακά, ανεξάρτητα από τις μεταπτώσεις του αγροτικού έτους.

[ΦΑΝΟΔΗΜΟΣ FGrHist 325 F 12] ― «Στο ιερό του εν Λίμναις Διονύσου οι Αθηναίοι συνήθιζαν να μεταφέρουν εκεί τον γλυκό οίνο και να το αναμειγνύουν για τον θεό από τους πίθους και κατόπιν να το δοκιμάζουν οι ίδιοι… Ευχαριστημένοι από την ανάμειξη υμνούσαν με τραγούδια και χορείες τον Διόνυσο».
 Ετσι περιγράφει ένας Αθηναίος ατθιδογράφος την αρχή της εορτής της 11ης του Ανθεστηριώνος.

Η «αρχή» της νέας συγκομιδής, η προσφορά απαρχών, φέρεται στην περιοχή του ιερού, το όποιο ανοίγει μόνον κατά την δύση του ήλιου- η ήμέρα είναι γεμάτη από προετοιμασίες, ο οίνος μεταφέρεται από τους πίθους σε μικρά αγγεία για την τελετουργική ανάμειξη στο ιερό. Οι ιδιοκτήτες αμπελουργοί, οι εργάτες, οι δούλοι έρχονται στην πόλη, γνωστοί καί άγνωστοι περιμένουν μπροστά άπό τό ιερό την έλευση της νύχτας κατόπιν ο θεός τιμάται με τις πρώτες σπονδές καθώς αναμειγνύεται τελετουργικά ο οίνος με νερό.

Τόπος τέλεσης

Τόπος τέλεσης των δημόσιων ιεροπραξιών των Ανθεστηρίων, όπου ο λαός απευθύνεται στον θεό Διόνυσο, είναι το ιερό του Διονύσου Λιμναίου.
Ετούτο μάς μαρτυρεί απερίφραστα ο Θουκυδίδης για τη δεύτερη ημέρα, τη μόνη ημέρα όλου τον έτους κατά την οποία το ιερό έμενε ανοιχτό.
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ 2.15.4
― και του εν Λίμναις Διονύσου, ω τα αρχαιότερα Διονυσια (τη δωδεκάτη) ποιείται εν μηνί Ανθεστηριώνι, ώσπερ και οι απ΄Αθηναίων Ίωνες έτι και νυν νομίζουσιν.

ΑΠΟΔΟΣΗ
του Λιμναίου Διονύσου, προς τιμήν του οποίου, τη δωδεκάτη ημέρα του Ανθεστηριώνος εορτάζονται τα αρχαιότερα Διονύσια , συνήθεια που την κρατούν ακόμη και σήμερα οι Ίωνες , οι οποίοι καταγονται από τους Αθηναίους.

Τα χωριά και οι αγροτικές περιοχές της Αττικής έχουν τις δικές τους εορτές του νέου οίνου, μια περιοχή από αυτές είναι η «μάρτυρας» της ιστορίας του Ικάριου, ο επώνυμος του δήμου Ικαρίου της Αιγηϊδος .

Εδώ θα πρέπει να αντιπαραθέσουμε μια «όμορη» παράδοση σε σχέση με την τελετή των Γεραρών.

Ο δήμος «Σημαχίδαι» είναι όμορος δήμος με τον δήμο του Ικαρίου και παίρνει την ονομασία του από τον ήρωα Σήμαχο, ο οποίος υπηρετούσε μαζί με τις κόρες του τον θεό Διονύσιο· υπήρχαν «ιέρειες» του Διονύσου που κατάγονται από τις κόρες του Σημάχου· σε μια άλλη κοντινή αττική αγροτική παράδοση, ο Διόνυσος χαρίζει το δέρας ενός μικρού ελαφιού (νεβρίς) στην «κόρη».

Οι «ιέρειες» αυτές δηλώνουν στα σίγουρα ότι οι Σημαχίδες ήταν γένος καθώς και δήμος, το όνομα τους είναι εκφραστικό της τελετουργίας τους.

Η λέξη Σήμαχος σχηματίζεται από την λέξη «σήμα» με ένα κοινό

επίθημα (π.χ., κύμβα-χος, σέλα-χος, στόμα-χος) επομένως και «σήμα+χος», που σχηματίζει τον όρο για το προσωπείο ή το προσωπείο του πόλου (ξόανο) του θεού Διονύσου των Λιμνών στα Ανθεστήρια.

Η νεβρίς (το δέρας του μικρού ελαφιού) σημαίνει ότι οι ιέρειες θα εορτάσουν όπως κάνουν οι ιέρειες Γεράρες στο δεύτερο στάδιο της τελετουργίας τους.

Στην ημέρα των Πιθοιγίων, στο β’ δεκαήμερο, η πρώτη μεσούντος, στο λατρευτικό πλαίσιο των Διονυσίων εν Λίμναις, στα Ανθεστήρια των μικρών Αθηναίων, οι Νύμφες (οι πηγές με το νεαρόν παρθένο ύδωρ τους) ) είναι αυτές που θρέφουν το γλεύκος του θεού και αναμειγνύονται στον νέο οίνο που θα φέρουν οι Αθηναίοι για να αναμείξουν τελετουργικά στο ιερό των Λιμνών.

― Φανόδημος δὲ πρὸς τῷ ἱερῷ φησι τοῦ ἐν Λίμναις Διονύσου τὸ γλεῦκος φέροντας τοὺς Ἀθηναίους ἐκ τῶν πίθων τῷ θεῷ κιρνάναι, εἶτ᾽ αὐτοὺς προσφέρεσθαι: ὅθεν καὶ Λιμναῖον κληθῆναι τὸν Διόνυσον, ὅτι μιχθὲν τὸ γλεῦκος τῷ ὕδατι τότε πρῶτον ἐπόθη κεκραμένον. διόπερ ὀνομασθῆναι τὰς [πηγὰς] Νύμφας καὶ τιθήνας τοῦ Διονύσου, ὅτι τὸν οἶνον αὐξάνει τὸ ὕδωρ κιρνάμενον.

Αθην. 11 Φανόδημος 325 θρ. 12

Ο Φανόδημος λέει – ότι στο ιερό του Λιμναίου Διονύσου, οι Αθηναίοι φέρνουν τον οίνο σε πίθους και τον αναμιγνύουν για τον θεό, στη συνέχεια πίνουν και οι ίδιοι.

Λιμναῖος, καλείται ο Διόνυσος γιατί ο οίνος για πρώτη φορά αναμιγνύεται με νυμφόνερο, διότι οι νύμφες (το καταχθόνιο πηγαίο ύδωρ) ονομάστηκαν Νύμφες και Τροφοί του Διονύσου, επειδή το νυμφαίο παρθένο ύδωρ που αναμιγνύεται στο γλεύκος αυξάνει την ποσότητα του οίνου.

Τα Διονύσια εν Λίμναις-Ανθεστήρια είναι αρχαιότερα από τον αποικισμό των Ιώνων.

Ο Διόνυσος αυτός, λατρευτικά, είναι διαφορετικός από τον Ληναίο των Ληναίων, και του Διονύσου των Ελευθερών στους εορτασμούς των Διονυσίων εν άστει που θα εορτάσουμε σε ένα μήνα.

Το εν Λίμναις ιερό, είναι το αρχαιότερο ιερό του θεού.

Το Λιμναίον ιερό (κατά μια εκδοχή) βρίσκεται θαμμένο στον κοίλο χώρο μεταξύ του Αρείου Πάγου και του λόφου την Πνύκας όπου υπήρχε πηγή με νυμφόνερο και δημιουργούσε μια μικρή λίμνη, και κατά δεύτερη εκδοχή που νομίζω είναι και η πιθανότερη, βρίσκεται νότια του διονυσιακού θεάτρου σε μικρή απόσταση από την αρχή της οδού Συγγρού σήμερα.

Πού πραγματικά βρίσκεται το ιερό Δ ι ο ν ύ σ ι ο ν εν Λ ί μ ν α ι ς;

Έχουν διατυπωθεί τρεις θεωρίες από μελετητές :

(Α) Βρίσκεται κοντά (ή ακριβώς νότια) του χώρου του θεάτρου του Διονύσου.

Εκείνοι που υποστηρίζουν αυτήν την άποψη βασίζονται κυρίως σε έναν συνδυασμό της δήλωσης του Θουκυδίδη ότι στο ιερό του ε ν Λ ί μ ν α ι ς εορτάζονταν τα Α ρ χ α ι ό τ ε ρ α Δ ι ο ν ύ σ ι α και μιας έκφρασης στον Λόγο κατά της Νεαίρας «εν τω αρχαιοτάτω ιερώ του Διονύσου και αγιωτάτω εν Λίμναις » με τη αναφορά του Παυσανία (Α. 20. 3) ότι το αρχαιότατον ιερόν του Διονύσου βρίσκεται προς τ ω θ ε ά τ ρ ω.

Όμως, μέχρι τον -4ο αιώνα, ο αρχικός περίβολος του ιερού ε ν Λ ί μ ν α ι ς, όπου κι αν βρισκόταν, παρέμενε σε λειτουργία, σίγουρα όμως είχε εξαφανιστεί από την εποχή του Παυσανία, ο οποίος περιγράφοντας την Αθήνα, όπως βρήκε, θα έδινε φυσικά τον τίτλο του α ρ χ α ι ο τ ά τ ο ν ι ε ρ ό ν στον παλαιότερο ναό που βρήκε ακόμη ιστάμενον, δηλαδή τον παλαιότερο ναό του Διονύσου στον περίβολο του Θεάτρου. Η έκφρασή του δεν δίνει καμία καθοδήγηση σχετικά με τον τόπο του ιερού ε ν Λ ί μ ν α ι ς.

Μια υπόθεση που γίνεται είναι ότι ο Θουκυδίδης ονομάζει τα αρχαία ιερά με τη σειρά των τοποθεσιών τους (μια μη αποδεδειγμένη υπόθεση) και ότι το ιερό εν Λίμναις πρέπει επομένως να βρίσκεται ι πιο μακριά από το Ο λ υ μ π ι ε ί ο ν και το Π ύ θ ε ι ο ν από ότι το ιερό της Γ η ς Κ ο υ ρ ο τ ρ ό φ ο υ, στη νοτιοδυτική γωνία της Ακροπόλεως , καθίσταται αρκετά αβέβαιη από το γεγονός ότι είναι μόνο μια εικασία ότι αυτό το συγκεκριμένο ιερό της Γ η ς ήταν αυτό που ανέφερε ο ιστορικός.

Είναι επίσης εξαιρετικά αμφίβολο εάν μπορεί να βρεθεί το απαραίτητο ελώδες λιμναίο έδαφος σε οποιαδήποτε περίοδο γνωστή σε εμάς στη γειτονιά του θεάτρου, και η ονομασία ε ν Λ ί μ ν α ι ς αλλά και ο Χορός των βατράχων (στ. 209) απαιτούν ένα πραγματικό ε λ ώ δ ε ς έδαφος.

(Β) Βρίσκεται στον περίβολο που ανασκάφηκε από τον καθηγητή Dorpfeld το 1894 στα δυτικά της Ακρόπολης στο κοίλο χώρο που περιβάλλεται από τις δυτικές πλαγιές της Ακρόπολης, του Α ρ ε ί ο υ Π ά γ ο υ και την Π ν ύ κ α.

Αυτό το ιερό βρισκόταν, όπως δεικνύουν οι συγγραφείς, έξω από το πρώϊμο ή το επί της εποχής του Θησέως, Τείχος της πόλεως, αλλά περιλαμβανόταν στην μεταγενέστερη πόλη, όπως αναφέρει το απόσπασμα του Ισαίου (8. 35) και αποδεικνύει ότι το ιερό αυτό ήταν το ε ν Λ ί μ ν α ι ς•

― Ισαίος Λ.8. 35• ― Κίρων γαρ εκέκτητο ουσίαν, ω άνδρες , αγρόν μεν Φλυήσι. . . οικίας δ΄εν λαστει δύο, την μεν μίαν μισθοφορούσαν, παρά το εν Λίμναις Διονύσιον, χιλίας ευρίσκουσιν, την δ’ ετέραν κτλ.

Όμως, η ταυτοποίηση δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαια ελλείψει τεκμηρίωσης από επιγραφές και οποιουδήποτε άλλου ίχνους όπως θα έπρεπε κανονικά για να ταυτοποιηθεί, σύμφωνα με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, και να έχουν κατατεθεί για μελέτη. Η υπόθεση για αυτήν την τοποθεσία εκκρεμεί. Υπάρχουν κάποια βασικά στοιχεία της τοποθεσίας που πρέπει να συζητηθούν.

Πρώτον, το ζήτημα του βάλτου. Η περιοχή ήταν σίγουρα ξηρή κατά την περίοδο που καλύφθηκε από τους παλαιούς και σύγχρονους δρόμους αλλά και τα κτίρια που ανάσκαψε ο καθηγητής Dorpfeld.

Ένα αινιγματικό απόσπασμα του Στράβωνος (8. 5.1), στο οποίο πιστεύεται ότι αναφέρεται στην περιοχή του Αθηναϊκού Διονυσίου ιερού εν Λίμναις είναι παράλληλο με μια περιοχή λίγο έξω από τις Αμύκλαι, η οποία ονομαζόταν επίσης Λ ί μ ν α ι και επειδή κάποτε ήταν ελώδης, αν και δεν είναι πλέον έτσι, μπορεί να σημαίνει ότι το αθηναϊκό ιερό ήταν στεγνό και ξηρό στην εποχή του Στράβωνος. Αλλά είναι αμφίβολο αν το ιερό του καθηγητή Dorpfeld να ήταν ελώδες.

Στράβων 8. 5. 1•― υποπέπτωκε δε τω Ταυγέτω η Σπάρτη εν μεσογαία και Αμύκλαι, ου το του Απόλλωνος ιερόν, και η Φάρις. έστι μεν ουν εν κοιλοτέρω χωρίω το της πόλεως έδαφος, καίπερ απολάμβανον όρη μεταξύ• αλλ’ ουδέ γε μέρος αυτού λιμνάζει, το δε παλαιόν ελίμναζε το προάστειον και εκάλουν αυτό Λίμνας• και το του Διονύσου ιερόν εν Λίμναις εφ υγρού βεβηκός ετύγχανε, νυν δ’ επί ξηρού την ίδρυσιν έχει.

Οι πηγές για το Δ ι ο ν ύ σ ι ο ν ε ν Λ ί μ ν α ι ς δηλώνουν ότι ο περίβολος περιείχε Ν α ό και μια Ο ι κ ί α και ότι υπήρχε Β ω μ ό ς, με μια εγγεγραμμένη Σ τ ή λ η πολύ κοντά του. Ο περίβολος που βρήκε ο Dorpfeld περιέχει σίγουρα έναν ναό και ένα άλλο κτήριο• έναν μικρό ναό στο νότιο άκρο, και στη βορειοδυτική γωνία ένα κτήριο που καταλαμβάνεται εν μέρει από ένα αρχαίο Οινοπιεστήριο (Λ η ν ό ς).

Ένα από τα πιο εμφανή αντικείμενα στον περίβολο είναι το θεμέλιο μιας Τ ρ ά π ε ζ α ς π ρ ο σ φ ο ρ ώ ν τοποθετημένης σε τέσσερις χαμηλούς πυλώνες, με αυλακώσεις στο θεμέλιο που μπορεί κάλλιστα να προορίζονται για τη λατρευτική αποδοχή των ιερών Σ τ η λ ώ ν.

Η πολυγωνική τοιχοποιία των κάτω στρωμάτων των τοίχων και των γεωμετρικών αγγείων που βρέθηκαν, δείχνουν την ύπαρξη κτηρίων του -7ου ή των αρχών του -6ου αιώνος. Ο Διονυσιακός χαρακτήρας της περιοχής καθίσταται πιθανός από το γεγονός ότι όταν καταστράφηκε ή αναδιαμορφώθηκε αργότερα, ιδρύθηκε ένα ιερό του Διονύσου – των Ι ο β α κ χ ώ ν – και χτίστηκε πάνω στο ε ν Λ ί μ ν α ι ς ιερό τον -2ο αιώνα.

Παρόλα αυτά υπάρχουν πολλές δυσκολίες στον τρόπο αποδοχής της ταυτοποίησης του καθηγητή Dorpfeld.

Η Τ ρ ά π ε ζ α προσφορών δεν είναι ένας τύπος ιερού αντικειμένου που θα ονομαζόταν Β ω μ ό ς. Η απουσία επιγραφών και αναθημάτων των προϊστορικών περιόδων, μπορεί να εξηγηθεί από τη μαρτυρία ότι ήταν ανοιχτό μόνο μία φορά το έτος• η μικρή είσοδος στον περίβολο για την συντήρηση του ιερού στο υπόλοιπο, όσο ήταν κλειστό για το κοινό, που αναφέρει ο Dorpfeld για να υποστηρίξει την ταυτοποίηση, δεν προσθέτει τίποτα στην περίπτωσή του.

Δεν υπάρχει απαραίτητη σύνδεση μεταξύ του «ανοιχτό μία μέρα μόνο το χρόνο» και «έχοντας μόνο μία είσοδο». Η μεγάλη δυσκολία, φυσικά, είναι ότι αυτός ο περίβολος δεν είναι «νότια» της Ακρόπολης αλλά βρίσκεται προς τα δυτικά. Η θεωρία για το ιερό του Dorpfeld παραμένει μέχρι στιγμής στην άκρη.

(Γ) Βρίσκεται στον Ιλισσό, κοντά στην πηγή που λέγεται Καλλιρόη και εκεί κοντά στο Ολυμπιείο των Πεισιστρατίδων.

Το κύριο εμπόδιο σε αυτήν την υπόθεση είναι η σημαντική απόσταση από την Ακρόπολη (ένα χιλιόμετρο έως ενάμιση χιλιόμετρο, ανάλογα με την ακριβή τοποθεσία) και η απόσταση από το μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας πόλης. Η πιθανή αποδοχή αυτής της τοποθεσίας προέρχεται εν μέρει από τη θέση της, νότια της Ακρόπολης, και εν μέρει από τη σύνδεσή της με το Ολύμπειο και το Πύθειο αυτής της περιοχής.

Για άλλη μια φορά υπάρχει αμφιβολία ως προς το αν η περιοχή ήταν ποτέ ελώδης, αν και η πιθανότητα φαίνεται μάλλον πιο πιθανή εδώ από ότι σε οποιαδήποτε από τις αντίπαλες τοποθεσίες. Μια επιγραφή του -5ου αιώνα (IG. I² 94) αποτελεί απόδειξη για ένα Δ ι ο ν ύ σ ι ο ι ε ρ ό δίπλα στο ιερό του Ν η λ έ ω ς, το οποίο τοποθετείται από άλλους ερευνητές στο σημείο όπου ο Κόδρος (που ήταν επίσης συνδεδεμένος με ιερό) συνάντησε τον θάνατό του στο μύθο• και εκεί όπου βρέθηκε η ίδια η επιγραφή, που βρίσκεται στη δεξιά όχθη του Ιλισσού, ανατολικά του αρχαίου δρόμου για το Φάληρο. Το σημείο της αβεβαιότητας σε αυτή την αποδοχή είναι, φυσικά, η κατάσταση του ιερού του Νηλέως, η οποία με την απόδειξη αυτής της επιγραφής ήταν εξίσου καλή και εντός των τειχών της πόλης, μεταξύ αυτών και της Ακρόπολης.

Η άλλη δυσκολία είναι ο ισχυρισμός του Ισαίου ότι το ιερό ε ν Λ ί μ ν α ι ς ήταν ε ν ά σ τ ε ι• Όλα τα πράγματα, λοιπόν, δεν συμβάλουν σε κάποια συγκεκριμένη απάντηση στο ερώτημα:

― πού ήταν το ιερό του Διονύσου εν Λίμναις;

Το απόσπασμα του Θουκυδίδη από το οποίο άρχισα δεν μπορεί, δυστυχώς, να να δώσει μια σαφή απάντηση, και τα άλλα στοιχεία που προβλήθηκαν δεν είναι ακόμη αρκετά για να αποσπάσουν οποιαδήποτε από τις πιθανές απαντήσεις.

Υπάρχουν επίσης πολύ λίγες αποδείξεις για να προχωρήσουμε με την θεωρία του καθηγητή Dorpfeld, με τον προσδιορισμό του Διονύσου ιερού εν Λίμναις ή με το Ληναίο ιερό.

Στοιχεία και απόψεις σχετικά με την τριήμερη εορταστική ακολουθία για τα Ανθεστήρια

Το άρθρο διερευνά την πραγματική ακολουθία των τελετουργικών και των δρώμενων για την εορτή των Ανθεστηρίων. Οι άμεσες αποδείξεις προέρχονται από τον Αριστοτέλη, τον Δημοσθένη και Φανόδημο, όπως αναφέρει ο Αθήναιος σε δύο σημεία· μόλις σε τέσσερα αποσπάσματα συνολικά.

Η σύζυγος του βασιλέως-άρχοντος, γράφει ο Αριστοτέλης, συζεύγεται με τον Διόνυσο σε μια γαμήλια τελετή μέσα στο Βουκολείον (Αθ. Πολ. 3. 5).

Το Βουκολείον βρίσκεται κοντά στο Πρυτάνειο, δηλαδή στο κέντρο της παλιάς πόλης ανατολικά της Ακρόπολης, και θεωρείται από τον Αριστοτέλη ως η αρχική συνοικία του βασιλέως-άρχοντος.

Ο Δημοσθένης υποστηρίζει στο κείμενό του την επισημότητα των καθηκόντων που ανατίθενται στη σύζυγο του άρχοντος (Νεαίρ. 73-78).

Υποστηρίζεται από ερευνητές ότι ο τίτλος «Βασιλίννα» δεν είναι κάποιος επίσημος τίτλος, αλλά είναι ένα υπερβολικό σχόλιο του Δημοσθένους, παρόλα αυτά βρίσκουμε τον τίτλο σε ένα αθηναϊκό διάταγμα επί ρωμαϊκής κυριαρχίας για την Ιουλία Δόμνα, μια ρωμαία αυτοκράτειρα +170/+217 (HSCP Suppl. I 1940, 527-530 στ. 30-31 και IG II² 5735).

Την αποκαλούσαν «βασίλισσα», βασιλίννα, και ιερουργούσε στο ιερό του Διονύσου στις Λίμνες στη νοτιοανατολική Αθήνα• τα προσόντα που της απαιτούνταν ήταν αναρτημένα σε μια μαρμάρινη στήλη δίπλα στο βωμό του ιερού των Λιμνών.

Στον ίδιο βωμό, και την ημέρα των Χοών —την μοναδική ημέρα που ανοίγει το ιερό — οι γυναίκες που ονομάζονταν Γεράραι εγγράφονται με όρκο από τη βασιλίννα.

Ορκίζονται να κάνουν ιεροτελεστίες που ονομάζονται Θεοίνια και Ιοβακχεία· αμέσως μετά φέρουν κάποια ιερά αντικείμενα.

Ο Δημοσθένης περιγράφει ως εξής τη σειρά των ενεργειών που τελεί η βασιλίννα, η οποία ήταν ανάξια για τις τελετές.

«Και αυτή η γυναίκα έκανε τις μυστικές τελετές σας για λογαριασμό της πόλης· και έβλεπε αυτό που δεν έπρεπε να δει ως μια ξένη γυναίκα· και ως τέτοια μπήκε στο μέρος όπου κανείς δεν μπαίνει από όλους τους γηγενείς Αθηναίους, εκτός μόνο από τη γυναίκα του βασιλέως-άρχοντος· και έδινε τον όρκο στις γεράραι που βοηθούν στις ιεροτελεστίες».

Αμέσως μετά ο Δημοσθένης ανακεφαλαιώνει.

«Δίδεται στον Διόνυσο ως σύζυγος· εκτελεί για λογαριασμό της πόλης τις προγονικές της υποχρεώσεις απέναντι στους θεούς, οι οποίες είναι πολυάριθμες, ιερές και μυστικές».

Ο Αθηναίος αναφέρει τον Φανόδημο για τον μύθο του Ορέστη εξηγώντας τα έθιμα των Χοών, πάνω απ’ όλα την πόση του οίνου από μεμονωμένους χόες.

Ο Φανόδημος ανέφερε επίσης ένα τελετουργικό που τελείται προς το τέλος της ημέρας. Όταν τελειώνει την πόση του ο κάθε πότης βγάζει τον στέφανο του και τον τοποθετεί στον γύρω από τον χού του τον οποίο φέρνει στεφανωμένο στην ιέρεια του τεμένους των Λιμνών και αφιερώνει το υπόλοιπο του οίνου στον χού του μέσα στο ιερό.

Στο επόμενο βιβλίο του ο Αθήναιος (10. 49, 437 C-D,11. 13 , 465 A, Φανόδημος FGrH 325 F 11, F 12). αναφέρει τον Φανόδημο για μια άλλη τελετουργία στις Λίμνες.

«Οι Αθηναίοι φέρνουν τον γλυκό οίνο από τους πίθους και τον αναμειγνύουν για τον θεό και μετά τον καταναλώνουν οι ίδιοι. Και από αυτό ο Διόνυσος ονομάστηκε Λημναίος, διότι ο γλυκός οίνος, αφού συνδυαζόταν με το νερό, αμέσως μετά πινόταν ως μείγμα».

Εξαιτίας αυτής της πρακτικής οι Νύμφες (πηγές) ονομάζονται τροφές του Διονύσου και ο θεός εορτάζεται με έξοχη ωδή και χορεία.

Η ανάμειξη οίνου και νερού στις Λίμνες ενίοτε ανατίθεται στην πρώτη ημέρα, ως άμεση συνέπεια του ανοίγματος των πίθων αποθήκευσης.

Εφόσον όμως το ιερό δεν άνοιγε παρά μόνον τη δεύτερη ημέρα, η ανάμειξη πρέπει να γίνεται κάπου εκεί κοντά, όπως όντως φαίνεται να λέει το κείμενο του Αθηναίου ή

διαφορετικά, γίνεται μετά την δύση της ιδίας, το βράδυ, που είναι και η επικρατέστερη διότι τότε αρχίζει να μετρά η επόμενη ημέρα στο αθηναϊκό τελετουργικό έτος.

Άλλοι ερευνητές όμως υποστηρίζουν ότι η ανάμειξη ανήκει στο πρωί της δεύτερης ημέρας και ότι το ιερό του Διονύσου πρέπει να αναγνωριστεί στις παραστάσεις των Ληναϊκών αγγείων.

Και οι δύο περιπτώσεις αφορούν τον νερωμένο οίνο που πίνεται από τους χόες.

Όλοι συμφωνούν (και έτσι πρέπει), ότι οι πότες φέρνουν τους χόες τους στεφανωμένους στο ιερό αργά την δεύτερη ημέρα.

Αν ο οίνος αναμειγνυόταν το πρωί στο ιερό, τότε αυτή η ανάμειξη αφορά μια δεύτερη επίσκεψη στην ημέρα που είχε αρχίσει από την προηγούμενη δύση.

Ο γάμος του Διονύσου και της βασιλίννας συνήθως ανατίθεται στη δεύτερη μέρα.

Στην πληρέστερη ανακατασκευή της ημέρας, από τον Deubner (1932 100-111), ο Διόνυσος οδηγείται για πρώτη φορά σε πομπή προς το ιερό στις Λίμνες· εδώ ο γάμος τελείται με μυστικές τελετές που μαθαίνουμε από τον Δημοσθένη· αμέσως μετά η γαμήλια πομπή φέρνει το συζυγικό ζεύγος στο Βουκολείο για την τελική πράξη (στην οποία ο βασιλεύς-άρχων υποδύεται τον Διόνυσο).

Το πρώτο μέρος της ημέρας είναι αρκετά απασχολημένο· οι αγώνες οινοποσίας ακολουθούν ως γαμήλια εορτή.

Σύμφωνα με τον Burkert (1972, 225-263), η γαμήλια τελετή ακολουθεί μετά τον αγώνα οινοποσίας ως ένα είδος αποκατάστασης μιας εικονικής προσφοράς αίματος.

Το βράδυ της δεύτερης ημέρας —κατά το τελετουργικό ημερολόγιο, την τρίτη ημέρα — ο Διόνυσος και η βασιλίννα πομπεύονται προς το Βουκολείο· αυτό το γεγονός έχει προετοιμαστεί από μυστικές τελετές στο ιερό στις Λίμνες, καθώς και από τη λατρεία του Διονύσου, της στήλης με το προσωπείο, όπως απεικονίζεται στα Λιναϊκά αγγεία.

Σύμφωνα με μια άλλη άποψη, η ανάμειξη οίνου και νερού που περιγράφεται από τον Φανόδημο πρέπει να διαχωριστεί από τα Ανθεστήρια· και λέγεται ότι συνέβαινε περίπου στην αρχή του χειμώνος, λέει ο Kerenyi (SymbOsio 36 ,1960 5/16, 1976, 290/295), μετά την πρώτη ζύμωση, ο οίνος δοκιμάζεται στο ιερό στις Λίμνες.

Αυτή η άποψη απορρίπτεται αμέσως, διότι βασίζεται εξ ολοκλήρου σε μια υπερβολικά αυστηρή ερμηνεία του όρου «γλεύκος», «γλυκό (οίνος)», που συναντάμε στον Φανόδημο (ή Αθήναιο).

Αν και αυτός ο όρος (όπως ο μούστος) χρησιμοποιείται συνήθως για το κρασί που εξακολουθεί να ζυμώνεται ή ακόμα και από τον χυμό του σταφυλιού που όταν πιέζεται για πρώτη φορά, το νέο κρασί μπορεί επίσης να ονομαστεί έτσι εάν η φρεσκάδα ή η γλυκύτητα βρισκόταν στο σημείο «γλευκήσας» που υπονοείται ως ο «μεθυσμένος από το νέο οίνο».

Δεν είναι ακριβές ότι ο ζυμωμένος οίνος δοκιμαζόταν τελετουργικά την πρώιμη εποχή. Ακόμη λιγότερο ότι αναμειγνύονταν τελετουργικά με νερό, όπως το ώριμο κρασί.

Αυτή η προκαταρκτική ιεροτελεστία θεωρήθηκε ως ανάμνηση της καθιερωμένης πρακτικής της ανάμειξης οίνου και νερού.

Ο νέος οίνος, λέει με έμφαση ο Πλούταρχος, δεν δοκιμαζόταν ποτέ πριν από τις εορτές των Ανθεστηρίων, και ακόμη και οι χωρικοί κρατούσαν τις αποστάσεις τους από τον ζυμωμένο οίνο.

Τέλος, όταν ο Φανόδημος (ή Αθήναιος) αναφέρονται στους αποθηκευτικούς πίθους και το ιερό στις Λίμνες, δεν μπορεί να εννοηθεί άλλη περίσταση εκτός από τα Ανθεστήρια.

Επιστρέφοντας στη συνέχεια στο κανονικό εύρος απόψεων σχετικά με αυτά τα τέσσερα αποσπάσματα, παρατηρούμε ότι όλο το τελετουργικό ανατίθεται στις δύο πρώτες ημέρες (συμπεριλαμβανομένου του βραδιού ή της νύχτας της δεύτερης ημέρας).

Ο μόνος λόγος για αυτό είναι η παρανόηση της ημέρας των Χύτρων που θα παρατεθεί παρακάτω.

Το τελετουργικό διανέμεται σε τρεις ημέρες, όχι σε δύο. Οποιαδήποτε τελετουργία εντός του ιερού στις Λίμνες πρέπει να ανήκει στη δεύτερη μέρα, τη δωδέκατη του Ανθεστηριώνος, τη μοναδική ημέρα του έτους που το ιερό είναι ανοιχτό.

Τα απαιτούμενα για τη βασιλίννα αναρτούνται «στο αρχαιότερο και ιερότερο ιερό του Διονύσου στις Λίμνες», λέει ο Δημοσθένης, «για να γνωρίζουν λίγοι τι γράφεται· γιατί ανοίγει μόνο μια φορά κάθε χρόνο, τη δωδέκατη ημέρα του μήνα Ανθεστηριώνος».

Και ο Θουκυδίδης ξεχωρίζει αυτή την ημέρα· ένα από τα αρχαιότερα ιερά της Αθήνας είναι «αυτό του Διονύσου στις Λίμνες, για τον οποίο τελούνται τα παλαιότερα Διονύσια τον μήνα Ανθεστηριών, τη δωδέκατη ημέρα».

Ο λόγος του Θουκυδίδη, που διαχωρίζει τον μήνα και την ημέρα, υπονοεί ότι «η δωδέκατη ημέρα» πρέπει να διακρίνεται από τις άλλες ημέρες εορτών.»

Αν προκαλεί έκπληξη ότι το ιερό στις Λίμνες ήταν σε χρήση μόνο μία ημέρα, αυτό το γεγονός είναι αναμφίβολο διότι τεκμηριώνεται από τις πηγές μας. Το τελετουργικό της πρώτης και της τρίτης ημέρας τελούνταν κάπου αλλού. Μένει να βρούμε την κατάλληλη ρύθμιση για καθεμία από αυτές τις μέρες.

Noel Robertson

Μετά τα Πιθοίγια ανοίγει και η λατρεία του Πανός στην Αθήνα και στην Σαλαμίνα, μιας λατρείας πανάρχαιας από την εποχή των Μυκηνών και ακόμη παλαιότερης του προστάτου των Αρκάδων.

Οι λατρευτές του ανοίγουν τον κύκλο όταν έχουν ήδη γεννηθεί τα μικρά κατσικάκια στα χειμαδιά (μέσα Ανθεστηριώνος) και επιβίωσαν από τον δύσκολο χειμώνα. Ζωηρά και έτοιμα σε λίγο καιρό, ως το καλοκαίρι τα μικρά κατσικάκια θα απογαλακτιστούν.

Ο τραγο-θεός ο Παν, ζωηρός και λάγνος σαν νεαρό κατσικάκι βγαίνει από το ιερό σπήλαιο του και ανοίγει την λατρεία στα φρεσκοπράσινα λιβάδια με χλόη, στις πηγές των Νυμφών και τους αγρούς.

Στη λατρεία ο Παν βρίσκεται συνήθως δίπλα σε μια ανώτερη μορφή, την θεά που ονομάζεται είτε «η Μήτηρ», είτε «η Μήτηρ των Θεών».

Οι Πανισταί, οι λατρευτές του, οργανώνουν θυόμενα στα σπήλαια, χορείες και συμπόσια στους αγρούς με τραπεζώματα στην Αθήνα εώς τα θυόμενα της Μητρός των θεών στα Γαλάξια.

Ο μονος κατάλληλος τόπος για να πραγματοποιηθεί το τυπικό τελετουργικό της λατρείας του θεού Πανος αλλά και να εκφραστεί η τοπική προέλευση του είναι το σπήλαιον και όχι ο ναός των κλασσικών χρόνων…δηλαδή άνας τρόπος αναβίωσης της αρχέγονης Αρκαδίας των παγωμένων και χιονισμένων ορέων ..στο έδαφος της Αττικης κοντά στο τέλος του χειμώνος και στην αρχή της νεαρής Ανοίξεως.

Στο ιερό Έτος στην Αρκαδία τώρα έχουμε μήνα Ιερό, όλα τα θυόμενα στην λατρεία εκεί απευθύνονται στον Απόλλωνα και την επερχόμενη Επιφάνεια του στους Δελφούς και τη Δήλο με τα τοπικά Απολλώνια όπου η επιρροή του είναι ισχυρή ακόμη και στην Αρκαδία από πολύ παλιά.

Σαφώς γίνονται και εκεί θυόμενα Εισαγωγής για τον Πάνα που προμηνύουν την λατρεία της Μητρός.

Επίσημα στο ιερό Έτος των Αρκάδων η λατρεία του Πανός και τα θυόμενα προς τιμήν του κορυφώνονται στον Πάνιο μήνα των Αρκάδων δηλαδή τον Σκιροφοριώνα των Αθηναίων, τότε που προστατεύει τα κοπάδια και την φρέσκια χλόη, την τροφή των κοπαδιών της Μητρός και της κοινότητας από την ισχυρή επερχόμενη ζέστη.