ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ: Ο Αττικός Προμηθεύς, τα δώρα τα ευεργετήματα που ποτέ δεν επινόησε και η «λατρεία» που ποτέ δεν υπήρξε. Οι αληθινοί ευεργέτες Έλληνες ήρωες στις κατά τόπους ελληνικές κοινωνίες

στις

Στο δεύτερο έργο του Προμηθέως του Αισχύλου (παρ. 439-506), ο ήρωας αφηγείται προς όφελος των ωκεανίδων τις υπηρεσίες του στους θνητούς, ακόμα και στους θεούς. Είναι τόσο έντονος  στη δήλωσή του, για το τι του οφείλουν και οι δύο, θεοί και θνητοί,  σε αυτόν ως ευεργέτη τους, ώστε κάποιος  οδηγείται να υποψιάζεται ότι ο ποιητής, που σε κάποια περίπτωση φαίνεται ότι τόλμησε να αποκαλύψει ακόμη και κάποια μυστικά των Ελευσινίων μυστηρίων (Αριστοτ Ηθ. Νικ.3.2), αναλαμβάνει στο σημείο αυτό να θέσει ενώπιον του κοινού  μερικές από τις διδασκαλίες που αφορούσαν τη λατρεία του Προμηθέως Πυρφόρου [efn_note]Ο τίτλος του – ως θεός στην Αθήνα είναι Προμηθεύς πυρφόρος , αυτό συνάγεται από τον Σοφοκλή και την τραγωδία του Οιδίπους επί Κολωνώ στ. 55-56., ο πυρφόρος θεός τιτάν Προμηθεύς, και στα σχόλια . Αυτό πιθανόν είναι ένα επιφανειακό συμπέρασμα, αν και δεν υπάρχει σε επιγραφές, ούτε αναφέρεται από τον Ευριπ. Φοιν. στ.1122 ή τον Παυσανία. Η εδραίωση αυτής της λατρείας που περιγράφεται, εορταζόταν μόνο μέσα στο έργο «Προμηθέας πυρφόρος» του Αισχύλου, το τελευταίο έργο της Προμηθειακής τριλογίας. Το απόσπασμα φέρει την ίδια σχέση λατρείας με τα Προμήθεια όπως οι Ευμενίδες στην Ορέστεια.[/efn_note] στην Ακαδημία. Σε τρεις ξεχωριστές θέσεις στο κείμενο ο Προμηθέας διαφαίνεται ότι διεκδικεί τον ισχυρισμό του για την επινόηση ορισμένων οφελών για τους θεούς, και ιδιαίτερα για την ανθρωπότητα, έναντι άλλων, πραγματικών αιτούντων :

439-440.       καίτοι θεοίσι τοίς νέοις τούτοις γέρα

                   τις άλλος ή ’γώ παντελώς διώρισεν;

467-468.       θαλασσόπλαγκτα δ’ ούτις άλλος αντ’ εμού

                   λινόπτερ’ ηύρε ναυτίλων οχήματα.

500-504.                                    ένερθε δε χθονός

                   κεκρυμμέν’ ανθρώποισιν ωφελήματα,

                   χαλκόν, σίδηρον, άργυρον, χρυσόν τε τις

                   φήσειεν αν πάροιθεν εξευρείν εμού;

                   ουδείς, σάφ οίδα, μη μάτην φλύσαι θέλων.

Είμαστε τόσο εξοικειωμένοι να παίρνουμε τα αποδεικτικά τεκμήρια μας για την θρησκεία και την μυθολογία  από αττικούς συγγραφείς ώστε δεχόμαστε αυτά ως πραγματικά για όλη την Ελλάδα, και θεωρούμε τις λέξεις του Προμηθέως ως αντιπροσωπευτικές για την πίστη των Θηβαίων,  των Αργείων, των Κορινθίων  και επίσης και των Αθηναίων. Όμως, η απολογητική σημείωση στον τελευταίο στίχο (504) είναι αδιαμφισβήτητη και, στην πραγματικότητα, η άμιλλα του ισχυρισμού του για τους πραγματικούς ήρωες του πολιτισμού στις άλλες ελληνικές κοινότητες, είναι αξιοσημείωτη.

 Κατά την εξέταση της έκτασης αυτής της απόκλισης στην πίστη, δεν χρειάζεται να λάβουμε υπόψη την κλοπή της πυράς.  Αυτή είναι μια πράξη που αποδίδεται στον Προμηθέα από σχεδόν όλους τους Έλληνες, με πιο αξιοσημείωτη την εξαίρεση των Αργείων, που αποδίδουν το δώρο του πυρός στον Φορωνέα.

 ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ 2.19,5

― εξής δε της εικόνος [Βίτωνος] ταύτης πυρ καίουσιν, ονομάζοντες Φορωνέως είναι· ου γαρ τι ομολογούσι δούναι πυρ Προμηθέα ανθρώποις, αλλά ες Φορωνέα του πυρός μετάγειν εθέλουσι την εύρεσιν.

 Οι Αθηναίοι πηγάζουν την πίστη τους από την Ησιοδική παράδοση [efn_note]Σε άλλες σχετιζομενες περιπτώσεις αγνοείται από τον Αισχύλο. Η Θεογονία του Ησίοδου δεν περιέχει τίποτα, εκτός από την πιθανή εξαίρεση του μύθου του Κέφαλου, που μπορεί να θεωρηθεί ιδιαιτέρως αττικός[/efn_note], και το δώρο του πυρός αναφέρεται αρκετές φορές στο έργο. Αλλά είναι αξιοσημείωτο ότι δεν γίνεται καμία αναφορά στο απόσπασμα που περιλαμβάνεται στους στίχους 439-506, στο οποίο, όπως έχω προτείνει, περιέχει ισχυρογνωμική δήλωση, και στην αττική λατρεία η λέξη «πυρφόρος» δεν σημαίνει «κλεφτη του πυρός», αλλά τον «φορέα του πυρός», λόγω των αγώνων πυρός (Λαμπαδηδρομιών) που πραγματοποιούνται στα Προμήθεια.[efn_note]

Ευριπ. Φοιν. 1121 :                             ― δεξιά δε λαμπάδα

                                                Τιτάν Προμηθεύς έφερεν ως πρήσων πόλιν.

[/efn_note]

   Τα δώρα ή τα ευεργετήματα, τότε, στα οποία ο Αττικός Προμηθέας επιμένει ότι οι δικές του συνεισφορές στον πολιτισμό είναι:

Α. Οικοδόμηση της οικίας, στ. 450-453.

Αυτό στην πραγματικότητα δεν δηλώνεται, αλλά οι συνέπειες αυτού είναι σαφέστατες:

                   ― κούτε πλινθυφείς

          δόμους προσείλους ήσαν, ου ξυλουργίαν·

          κατώρυχες δ’ έναιον ώστ’ αήσυροι

          μύρμηκες άντρων εν μυχοίς ανηλίοις.

Απ’ όσο γνωρίζω, αυτό δεν αποδίδεται σε κανένα άλλο σημείο στον Προμηθέα. Σίγουρα έρχεται αντιμέτωπο με τις τοπικές παραδόσεις του Άργους, γιατί ο Φορωνεύς, ο πρώτος άνδρας, που ξεπήδησε από την τέφρα [efn_note]Αυτό φαίνεται να είναι το νόημα της ποιητικής γενεαλογίας, σύμφωνα με την οποία ήταν γιος του Ινάχου και της νύμφης Μελίας.[/efn_note] έχτισε το «άστυ Φορωνικόν». Ο Πλίνιος [efn_note]Φ.Ι .7.194 παρ. 198[/efn_note] λέει ότι τις πρώτες οικίες στην Αθήνα, και με αναφορές οπουδήποτε, χτίστηκαν από τους Ευρύαλο και τον Υπέρβιο, οι οποίοι φαίνεται να ήταν Κορινθίοι:

Ο Eυρίαλος και ο Υπέρβιος, δύο αδελφοί στην Αθήνα, έβαλαν το πρώτα τούβλα και κεραμίδια, για να γίνουν οι οικίες,  πριν από αυτό τον  χρόνο , οι άνθρωποι κατοικούσαν σε τρύπες και σε σπηλιές στο έδαφος.

Λέει επίσης ότι ο Κέκρωψ είναι ο πρώτος που δημιούργησε την πόλη. Η Αισχύλεια εκδοχή, ωστόσο, είναι πραγματικά αττική, όπως φαίνεται από τον Ομηρικό ύμνο στον Ήφαιστο:

                   Ήφαιστον κλυτόμητιν αείσεο, Μούσα λιγεία,

ός μετ’ Αθηναίης γλαυκώπιδος αγλαά έργα

ανθρώπους εδίδαξεν επί χθονός, οί το πάρος περ

άντροις ναιετάασκον εν ούρεσιν, ηύτε θήρες.

νυν δε δι’ Ήφαιστον κλυτοτέχνην έργα δαέντες

ρηϊδίως αιώνα τελεσφόρον εις ενιαυτὸν

εύκηλοι διάγουσιν ενί σφετέροισι δόμοισιν

Δεν υπάρχει η βεβαιότητα ότι ο ύμνος αυτός έχει την προέλευσή του από τα  Ηφαιστεία της Αθήνας, ούτε υπάρχει καμμία αναφορά στον Προμηθέα, αλλά η στενή σχέση ανάμεσα στις λατρείες της Αθηνάς, του Ηφαίστου και του Προμηθέα στην Αθήνα επιτρέπει μια δίκαιη τεκμηρίωση υπέρ της αττικής προέλευσης του ύμνου και ταυτόχρονα αυτή η σχέση οδήγησε σε σύγχυση ιδεών, έτσι ώστε σε πολλές περιπτώσεις ο Προμηθέας και ο Ηφαιστος έγιναν ταυτόσημο ζεύγος. Σε αυτό το μικρό απόσπασμα, στ.39, είναι πολύ ευδιάκριτο. Ο Ήφαίστος λέει:

― το συγγενές τοι δεινόν ή θ’ ομιλία.

Αποσπ. 14

εγώ δ’ άτολμός ειμι συγγενή θεόν

δήσαι βία φάραγγι προς δυσχειμέρω.

Διαφαίνεται ότι αυτή η ταύτιση δεν είχε πλήρως πραγματοποιηθεί μέχρι τον πέμπτο αιώνα, διότι ο Σόλων (Αποσπ.13, 49 Bergk) αναφέρει μόνο την Αθηνά και τον Ήφαιστο, και αυτό δείχνει τον 6ο αιώνα ως πιθανή ημερομηνία για τον ομηρικό ύμνο.

Β. Γνώση των εποχών, και της Αστρονομίας, στ. 454-458.

 Στην Αργολική χερσόνησο αυτό καταλογίζεται στον Παλαμήδη όπως διαφαίνεται από τον Σοφοκλή, Απόσπ.399 (Nauck), ή στον πατέρα του τον Ναύπλιο [efn_note]Θέων παρ. Αρατ. Φαιν. 27[/efn_note]. Ακόμα και ο Ατρέας λέγεται ότι ήταν ο πρώτος ερευνητής της Αστρονομίας αν και αυτό μπορεί να οφείλεται στην προσπάθεια του Ευριπίδη για να δώσει ορθολογική ερμηνεία περί της φημισμένης ηλίου μετάστασις [efn_note]Ιφιγ. εν Ταυρ. 816, Σοφοκ. Αποσπ. 672 (Nauck), Σχόλια Ευριπ. Ορ. 998, Στράβων 1.15, Ευστ. 1645,58, όπου αυτή η γνώση αποδίδεται στον Ατρέα.[/efn_note].

Ο Άτλας επίσης ήταν ο πρώτος αστρολόγος, σύμφωνα με την ευημεριστική καταγραφή του Πλίνιου [efn_note]Φ.Ι .7.194 παρ. 203[/efn_note].

Γ. Αριθμοί και καταμέτρηση, στ. 459-460:

           ― και μην αριθμόν, έξοχον σοφισμάτων

              εξηύρον αυτοίς.

Αυτά γενικά θεωρήθηκαν και αποδίδονται ως επινόηση του Παλαμήδη,

παραπομπή σε Σοφοκλέους απόσπ. 399 και 438 [efn_note]Οι επινοήσεις που αποδίδονται σε αυτά τα θραύσματα είναι: (1) τείχος Αργείων στρατώ. Παρ. φρυκτωρίας και φύλακας, Σχόλια Ευρ. Ορ. 432 Πλιν. Φ.Ι. 7. 202 (2) Αριθμός και μέτρο/μέτρηση. Παρ. Φιλόστ. 10 , όπου τα βάρη και τα μέτρα χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τον Φείδων του Άργους, σύμφωνα με τον Πλίνιο 7.198. (3) Αστρονομικά σημάδια, αστερισμοί και πλοήγηση. (4) Διακοπή του λοιμού των Ελλήνων, μια αποκαλυπτική ιστορία, που ειπώθηκε στα Σχόλια Ευρ. Ορ. 432, όπου σύμφωνα με αυτά έλαβε χώρα στο Aυλίδα, παραπέμπεται από τον Ευστάθιο, 228.6, ο οποίος αναφέρει το θραύσμα, αλλά κάνει την Τροία το μέρος της ιστορίας. Βάσει αποδεικτικών , ως λιμόν καταλαβαίνουμε τον λοιμόν, Φιλοστρ. 10, παρ. Ευσταθ. όπου η προφανής αντίφαση μεταξύ αυτού και της ομηρικής εκδοχής, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος ο Απόλλωνας καταστέλλει τον λοιμό, εξηγείται με ορθολογικό τρόπο. Εάν τότε, αναγνώσουμε λοιμόν στο θραύσμα του Σοφοκλέους, συν θεώ ειπείν , σε αυτό το θραύσμα θα σημαίνει, «Με το σωστό σεβασμό προς τον θεό, ο Παλαμήδης ήταν ο ανθρώπινος παράγοντας που απελευθέρωσε από τον λοιμό». (5) Παίγνια και ζάρια, Ευσταθ.,Σχόλια Ευρ, Ορ. 432, τα οποία παραθέτουν «αστράγαλοι». Αλλά στις Ετυμολ. του Ισιδώρου 18.60, περιγράφονται ζάρια σε συγκεριμένα «Αλεα». (6) Ψήφος, Σουϊδας λημ. Παλαμήδης, Σχόλ. Ευριπίδης.[/efn_note], Ευριπίδου απόσπ 578. Τα τραγικά θραύσματα που καταγράφονται από τον Στοβαίο [efn_note]Ανθολογία 1.1, Αδέσποτα Θραύσματα 470 Nauck.[/efn_note] ανήκουν στον Παλαμήδη του Αισχύλου, βλέπουμε ότι στον Προμηθέα ο ποιητής διατυπώνει αυτό που αντιφάσκει με τη δική του γνώμη που εκφράζεται σε αυτό το θραύσμα. Είναι εντυπωσιακό όπως το απόσπασμα μας [efn_note]Ευριπίδης Θραύσμα 578[/efn_note]:

          έπειτα πάσης Ελλάδος και ξυμμάχων

          βίον διώκης’ όντα πεφυρμάνον (παρ. Προμ. 450)

          θηρσίν θ’ όμοιον. πρώτα μεν τον πάνσοφον

αριθμόν ηύρηκ’ έξοχον σοφισμάτων.

Από αυτή τη σύμπτωση στην έκφραση ο Kiehl πίστευε ότι αυτοί οι στίχοι του Προμηθέα (459-461) ανήκαν αρχικά στον Παλαμήδη. Αλλά εγώ προσωπικά προτιμώ και βλέπω σε αυτούς τους στίχους μια ένδειξη για το βαθμό στον οποίο θα μπορούσε να μεταφερθεί η απομίμηση του Αισχύλου σε μεταγενέστερους χρόνους. Η απομίμηση αυτή, με τη σειρά της, αντέδρασε στα έργα του Αισχύλου, έτσι ώστε-  τουλάχιστον πριν από τον νόμο του Λυκούργου [efn_note]Wilamowitz, Ηρακλής 1. I, 131[/efn_note] – οι σοβαρές αλλοιώσεις στην περίπτωση μερικών από αυτές που επιχειρήθηκαν διαπράχθηκαν με ατιμωρησία.

Δ. Τα Γράμματα, στ. 460-461.

 Στον Παλαμήδη, και πάλι, ανήκει αυτή η επινόηση η οποία παραπέμφθηκε από τον Στησίχορο, εν δευτέρω Ορεστείας [efn_note]Σχόλια Διονυς. Θρακ. , παρ. Bekk. Ανέκδ. 2.781 θραύσμ.[/efn_note], και ακολουθεί ο Ευριπίδης, με το θραύσμα 578, που ανήκει στο -415, και ο Αριστοφάνης,με τις  Θεσμοφοριάζουσες στ.770, το οποίο  χρονολογείται το -411 ή -410. Μερικοί αποδίδουν μόνο μερικά γράμματα στον Παλαμήδη [efn_note]Πλίνιος Φ.Ι. 7 192. Σερβ. Αιν. 2.81, Σουϊδας Παλαμήδης. Στα Ανέκδοτα της Οξύρυγχου 4 318 απόσπ. μας εχει ειπωθεί ότι ο Κάδμος πρόσθεσε το Θ, Φ και το Χ στα γράμματα που επινόησε ο Παλαμήδης.[/efn_note], όπως το  Ζ, Ψ, Χ ΚΑΙ Φ.

         Στη μακρά συζήτηση για την επινόηση αυτή στο Ανέκδ.Bekk. ΙΙ, 781 κ.ε., πρέπει να σημειωθεί ότι ο Προμηθέας είναι η μόνη αρχή που αναφέρεται και αποδίδεται στον Προμηθέα. Άλλοι επινοητές που ονοματίζονται (ήταν γνωστοί ως απόρημα  στην αρχαιότητα), είναι ο Μυσσέας, ο Σίσυφος, ο Ερμής και ο Αιγύπτιος Θώθ, η Αθηνά, ο Φοίνιξ (ο Δούρις), ο Κάδμος (Αριστοτέλης και Έφορος). Η παράδοση για τον Κάδμο και τα Καδμήια γράμματα μας πηγαίνει πίσω σε μια Μιλησιακή πηγή [efn_note]O. Crusius Roscher, Lex. 2.892[/efn_note]. Ο Τάκιτος [efn_note]11.14[/efn_note] καταγράφει μια πεποίθηση, που δεν επιβεβαιώνεται αλλού, ότι ο Κέκρωψ ήταν ο επινοητής.

5. Ο Οικισμός, (η  εξημέρωση) του αλόγου, στ.462-466.

Σύμφωνα με πηγές μεταγενέστερες  του Αισχύλου, ο Αττικός μύθος  αναφέρει αυτή την επινόηση στον Εριχθόνιο[efn_note]Ερατοσθ. Καταστ.13 σελ. 98, Βιργ. Γ. 3.113 Πλιν. Φ.Ι 7. 202. Υγιν. Αστρον. 2.13 Αιλ. 3.38[/efn_note], αλλά γενικά ορίζει μόνο τετράδα του Τέθριππου ως την εφεύρεσή του, και περιστασιακά ταυτιζει τον Ερεχθέα με τον Ερυχθόνιο[efn_note]Σχόλια Αριστείδ. 3.62, Αριστ. 1.170, Θεμιστ. Ορ. 27.337α[/efn_note], έτσι ώστε η  Αισχύλεια εκδοχή έχει περισσότερο βάρος.  Ωστόσο αυτό να είναι ασυμβίβαστο με την τάση να θέλει την Λιβύη ως τον οίκο της εκπαίδευσης του αλόγου και της ιππασίας.

Παρ. Σοφοκ. Ελ. 702 και 727 (Βαρκαίοις όχοις) με τον Σουίδα και τον Ησύχιο στο λήμμα:

― Βαρκαίοις όχοις· Λιβυκοίς. ούτοι γαρ εσπούδαζον περί ιπποτροφίαν. φασίν αυτούς και πρώτους άρμα ζεύξαι διδαχθέντας υπό Ποσειδώνος, το δε ηνιοχείν υπό Αθηνάς, ως Μνασέας εν τοις περί Λιβύης.

 Στην Κορινθιακή μυθολογία, που το μεγαλύτερο μέρος της προέρχεται από το Άργος[efn_note]Bethe, Θηβ. Heldenlieder, σελ. 180φ.[/efn_note], η εκπαίδευση του αλόγου, που σε κάποια έκταση της  συμβολίζεται με την χαλιναγώγηση του Πήγασου από τον Βελλεροφόντη,  συνδέθηκε με τον Ποσειδώνα Δαμαίο και την Αθηνά Ιππία ή Χαλινίτις[efn_note]Πίνδαρος Ολ. 13. 6Ι θραυσμ. Παυσαν. 2.4 Ι[/efn_note].

6. Πλοία, στ. 467-468.

 Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος[efn_note]Ι.138[/efn_note] χρεώνει αυτή την επινόηση στον Ναύπλιο. Ο Ποσειδών έδωσε στους Φαιάκες  τα πλοία τους, οι οποίοι στην ιστιοπλοία ξεπερνούσαν όλους τους άλλους άνδρες[efn_note]Οδ. 7.35 παρ. 108, Θουκ.1.25[/efn_note]. Στην Αργολική μυθολογία έχουμε την ιστορία για το πώς η  Αθηνά βοήθησε τον Δαναό να κατασκευάσει την πρώτη Πεντηκόντορο, η Αθηνά βοήθησε επίσης και τον Ιάσονα να κατασκευάσει την Αργώ.

7. Φαρμακευτική, στ.478-483.

Αυτή η αναφορά αφήνει εντελώς άγνωστη την λατρεία του Απόλλωνος-Ασκληπιού, και τους ήρωες τους Ποδαλείριο, Μαχάων[efn_note]Welcker, Επ. ΙΙΙ, 46 θρ.[/efn_note],και Παιάνα [efn_note]Ιλιαδ. 5. 401, 899[/efn_note] ή Παίωνα[efn_note]Σόλων, Θραύσμ. 13.57[/efn_note] . Ακόμη και ο Παλαμήδης μπορεί να χρεωθεί με αυτή την επινόηση, εάν εμπιστευθούμε τον Φιλόστρατο[efn_note]Ερ. 10. Ισως και Σοφ. Θραύσμ. 438 , όπου διαβάζουμε «λοιμόν».[/efn_note]. Η καταγραφή του Αισχύλου είναι πιο αξιοσημείωτη όπου η πίστη ως μια εξουσία της ανάρρωσης μπορεί να επεκταθεί ώστε  να περιλαμβάνει την αρχή της αποκατάστασης από τον θάνατο στη ζωή, όπως στην περίπτωση του Ασκληπιού, που συγχέεται με τον Προμηθέα στην Φωκική πόλη του Πανοπέως[efn_note]Παυσανίας 10. 4.4[/efn_note]. Από την πίστη σε αυτήν την αρχή, με τη σειρά της, η μετάβαση στον Προμηθέα ως δημιουργός των ανθρώπων είναι πολύ εύκολη[efn_note]Το βρίσκουμε στον Φιλοστ. Γυμν. 16. σελ.30, εκεί η ορθολογική ερμηνεία της δημιουργίας του ανθρώπου από τον Προμηθέα σε γραμμές που κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Λέει ότι « οι πλασθέντες εκ πηλού υπό Προμηθέως άνθρωποι» ήταν αυτών τα σώματα όπου ο Προμηθέας είχε «μορφωποιήσει» και γυμνάσει σε γυμναστικές ασκήσεις, έτσι ο Προμηθεύς χρεώνεται και ως επινοητής της γυμναστικής. Το ίδιο , ο Θεόφραστος ερμηνεύει την πυρά του Προμηθέως ως την φιλοσοφία, Σχόλια Απ. Ρ 2.1248[/efn_note].

Αλλά δεν βρίσκουμε πουθενά στην Αττική, τον πέμπτο αιώνα κανένα ίχνος σε αυτή την πίστη, η οποία υπήρχε και ήταν σταθερά της Φωκίδας, και το σημείο όπου ο Προμηθέας διαμόρφωσε τους ανθρώπους από τον πηλό  επισημαίνεται κοντά στον Πανωπέα[efn_note]Παυσανίας 10. 4. 4[/efn_note]. Στον θρύλο υπάρχει και η  παράλληλη ιστορία του Δευκαλίωνος και της Πύρρας. Η πονηρή δήλωση του Λακτάνιου  Placidus  (+350 – +400) ότι ο δήθεν ο Ησίοδος ήταν ο πρώτος που αποδίδει τη δημιουργία του ανθρώπου στον Προμηθέα οφείλεται στη σύγχυση στο μυαλό του συγγραφέα, και  πιθανόν να προέρχεται από την εγγύτητα της Φωκίδας και της Βοιωτίας. Στην Αττική, σε κάθε περίπτωση, θα έρχονταν σε αντίθεση με τη δημοφιλέστερη πίστη  για την αυτοχθονία[efn_note]Ελλ.Μυθ. Preller A.82,ν[/efn_note], και η παλαιότερη ένδειξη εκεί στη βιβλιογραφία βρίσκεται στον 4ο αιώνα στον Φιλήμονα (Θραύσμ .89 K.), όπου και ο ίδιος δεν είναι εκ γενετής  αθηναίος.

8. Διάφοροι τρόποι μαντείας, στ. 484-499.

 (α’) από τα όνειρα, (β’) οι οιωνοί και οι σύμβολοι, (γ’) η πτήση των πτηνών, (δ’) η εμφάνιση των εντόμων, των χοίρων, του λοβού και (ε’) η πυρά της θυσίας.

 Όλα αυτά σίγουρα έρχονται σε αντίθεση με τις καταγραφές του Πλινίου, Φ.Ι. 6. 203, όσο αναξιόπιστη και να είναι η ιστορία του της παραδόσεως που παραδίδει.  Παραδίδει ως :

auguria ex avibus (γ’) Car a quo Caria appellata; adiecit ex ceteris animalibus Orpheus (β’) haruspicia και (δ’) Delphus, ignispicia (ε’) Amphiaraus, extispicia avium mTiresias Thebanus, interpretationem ostentorum etsomniorum (α’) και (β’) Αmphictyon[efn_note]Το τελευταίο είναι μοναδικό το οποίο δεν αναφέρεται πουθενά.[/efn_note].

          Στον Αργολικό-Θηβαϊκό κύκλο το πρώτο μέρος (α’) ανήκει μάλλον στον Αμφιάραο[efn_note]Παυσανίας 1.34, 5, 2.13, 7.[/efn_note].

Ο Αισχύλος δεν προσθέτει, ούτε και υπονοεί, ότι ο Προμηθέας εφευρίσκει την θυσία. Αυτό θα ήταν φυσικό συμπέρασμα από την ιστορία του Ησιόδου (Θεογ. 521) για το τέχνασμα που έκανε στον Δία, και  ίσως ήταν μια ιδεα η οποία δεν είναι ασυνήθιστη. Βλέπε Ησυχίο, Ιθάς· ο των Τιτάνων κήρυξ Προμηθεύς, και Πλίνιος Φ.Ι. 7.209:  animal occidit primus Hyperbius Martis filius, Prometheus bovem.

9. Ορυχεία χαλκού, σιδήρου , αργύρου, χρυσού, στ.  500-503.

Ο Εριχθόνιος ήταν ο επινοητής των χρημάτων, σύμφωνα με τον Πλίνιο Φ.Ι. 7.197,όταν ο Υγίνος στους Μύθους 274, λέει ότι προσέφερε την χρήση του άργυρου, όταν ανακαλύφθηκε από τον Ινδό. Παρακάτω, θα δούμε τον Λάκωνα Λυνγκέα, ο οποίος είχε τόσο «αιχμηρά» μάτια που μπορούσαν να διαπεράσουν την γη και όλα τα συμπαγή πετρώματα. Αυτό ερμηνεύτηκε  ευημεριστικά από μεταγενέστερους συγγραφείς ώστε ο Λυγκεύς χρεώθηκε ως τον πρώτο ανθρωπο που ανακάλυψε τα μεταλεία και τα πολύτιμα μέταλλα, και στην πραγματικότητα ήταν ο πρωτος μεταλλορύχος[efn_note]Σχολια Αριστ. Πλουτ. 210, Υγινος μυθ. 14.[/efn_note]. Επίσης και πάλι ο Κάδμος και Αιακός ταυτίζονται με την ανακάλυψη αυτή από τον Πλίνιο, Φ.Ι. 7.197.

Αυτή η σύνοψη, η οποία δεν θεωρείται εξαντλητική[efn_note]Ανευ της ερευνας του Kremmer, De catalogis Heurematum, 1890.[/efn_note], μπορεί να χρησιμεύσει για να δείξει πόσο μακρά και μοναδική  είναι η πατρότητα αυτών των διαφορετικών επινοήσεων στον Προμηθέα από τον αττικό ποιητή.

Είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε εδώ με τη χαρακτηριστική αττική πίστη του -5ου αιώνα που αγγίζει τον Προμηθέα και αυτό το γεγονός έχει άμεση σχέση με την ημερομηνία της τραγωδίας του Αισχύλου. Ο ποιητής, ο οποίος επιμένει με τόσο μεγάλη αντίληψη για τα οφέλη που παρείχε ο Προμηθέας στον άνθρωπο, πρέπει να είχε αντλήσει την έμπνευσή του από τις έννοιες που συνδέονται ιδιαιτέρως με την αττική λατρεία του Τιτάνα – τις έννοιες που, όπως συνηθίζεται στην ελληνική θρησκεία, βρέθηκαν αργότερα σε σύγκρουση με τις απαιτήσεις άλλων ηρώων, όπως του Κέκροπος ή του Παλαμήδου. Αν, λοιπόν, υπαινιγμοί αυτού του είδους αξίζουν κάτι για την χρονολόγηση της δραματικής σύνθεσης , τότε δεικνύουν εδώ μια περίοδο αναβίωσης και ανασχηματισμού σε μια εποχή που αυτές οι πεποιθήσεις ήταν πιο ισχυρές και ξεχωριστές. Στην αρχική της, αναλλοίωτη μορφή, η τραγωδία  δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη από την τρίτη δεκαετία του -5ου αιώνος[efn_note]Bethe σελ. 192[/efn_note],  αν και είμαι και κατά στον von Christ[efn_note]Sitzungsber. der Munch. Akad. 1888, I σελ. 375[/efn_note], και την τοποθετώ νωρίτερα από την δεκαετία αυτή, όταν, μετά την απέλαση και φυγή  των Μηδών οι Αθηναίοι ασχολήθηκαν με την αποκατάσταση των βωμών και των ναών τους και την αναδιοργάνωση των αρχαίων λατρειών. Αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή για την τελική ένωση της συνδυασμένης λατρείας της Αθηνάς, του Ηφαίστου και του Προμηθέα, η οποία προφανώς δεν είχε ολοκληρωθεί τον -6ο αιώνα[efn_note]Βλέπε αρχή του κειμένου[/efn_note], και αυτή η άποψη θα έδινε το έδαφος στη θεωρία του Westphal ότι ο Προμηθεύς πυρφόρος εορτάζει την αποθέωση του Αττικού Προμηθέα . Η θεωρία που μας προσφέρεται εδώ πηγαίνει ακόμη πιο μακρυά, και κάνει την αποθέωση και τον εορτασμό του σχεδόν σύγχρονα.

Μια προσεκτική μελέτη μπορεί να υποδηλώσει την ημερομηνία της τραγωδίας στην μορφή κατά την οποία βρίσκεται τώρα, γιατί αυτό η τραγωδία είναι το αποτέλεσμα σοβαρών αλλαγών και παρεμβολών που είναι δύσκολο να απαρνηθούν, μετά  την πειστική έκθεση των αποδεικτικών στοιχείων που δίδονται από τον καθηγητή Bethe[efn_note]Prolegg. zu einer Gesch. d. Theaters, σελ. I59 ff. Μερικές από τις απόψεις του μπορεί να διορθωθούν μετα από σύγκριση με του Robert, Hermes 31, σελ.. 561 ff. παρ. Weck- lein στην τριτη έκδοση του, σελ. 26, και (κατά των συμπερασμάτων του Robert) στον Bursian jahresber. XXVI, I898, σελ. II9 f.[/efn_note]. Οι αλλαγές ανήκουν σε μια περίοδο όχι νωρίτερη του έναρξης του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο Oberdick[efn_note]Wock.f kI. Phil., 1888, 1311.[/efn_note] πρότεινε γύρω στο -425, αλλά αυτή η υπόθεση βασίζεται στην ημερομηνία της έκρηξης του ηφαιστείου της Αίτνας από τον Θουκυδίδη, 3. 116, που τον υποχρεώνει να υποθέσει ότι η  περιγραφή της ηφαιστειακής έκρηξης μέσα στην τραγωδία (367 κ.ε.) δεν γίνεται από το χέρι του Αισχύλου. Οι περισσότεροι αναγνώστες αυτού του χωρίου έχουν κάποια δυσκολία να το αποδεχθούν αυτό. Πρέπει λοιπόν να βρούμε κάποιο άλλο σημείο εκκίνησης.

Λίγο καιρό μετά την ολοκλήρωση της Νικίειου Ειρήνης, ο Ευριπίδης παρουσίασε τις Ικέτιδες  του. Σε αυτό το έργο ( στ. 201 ) ο Θησέας λέει:

― αἰνῶ δ᾽ ὃς ἡμῖν βίοτον ἐκ πεφυρμένου

καὶ θηριώδους θεῶν διεσταθμήσατο,

πρῶτον μὲν ἐνθεὶς σύνεσιν, εἶτα δ᾽ ἄγγελον

γλῶσσαν λόγων δούς, ὥστε γιγνώσκειν ὄπα,

τροφήν τε καρποῦ τῇ τροφῇ τ᾽ ἀπ᾽ οὐρανοῦ

σταγόνας ὑδρηλάς, ὡς τά γ᾽ ἐκ γαίας τρέφῃ

ἄρδῃ τε νηδύν: πρὸς δὲ τοῖσι χείματος

προβλήματ᾽, αἶθρον ἐξαμύνασθαι θεοῦ,

πόντου τε ναυστολήμαθ᾽, ὡς διαλλαγὰς

ἔχοιμεν ἀλλήλοισιν ὧν πένοιτο γῆ.

ἃ δ᾽ ἔστ᾽ ἄσημα κοὐ σαφῶς γιγνώσκομεν,

ἐς πῦρ βλέποντες καὶ κατὰ σπλάγχνων πτυχὰς

μάντεις προσημαίνουσιν οἰωνῶν τ᾽ ἄπο.

ἆρ᾽ οὐ τρυφῶμεν θεοῦ κατασκευὴν βίῳ

δόντος τοιαύτην, οἷσιν οὐκ ἀρκεῖ τάδε;

Σε αυτούς τους  στίχους γίνεται  γενικά κατανοητό ότι αναφέρονται στον Προμηθέα, αλλά δεν υπάρχει τίποτα άλλο που να το υποστηρίξει  (στ. 294),  θα μπορούσε να ληφθεί καλύτερα ως ένας υπαινιγμός στον Ήφαιστο, που έδωσε την αυδήν  στην Πανδώρα[efn_note]Ησιοδ. Οπ. 61, Προκουλος Οπ. 79[/efn_note], η τροφή ανήκει στον Τριπτόλεμο και τα οφέλη που απαριθμούνται εδώ δεν μπορούν να αποδοθούν όλα σε κανέναν γνωστό θεϊκό συντελεστή της Ελληνικής Μυθολογίας. Αυτό φαίνεται με την χρήση της λέξης «θεού», στ. 214, όπως και  «ός. . . θεών» στην εισαγωγή, είναι αρκετά ασαφές για να αποδώσουμε την αναφορά στον Προμηθέα[efn_note]Δεν δίδω καμμία έμφαση στο γεγονός ότι το δώρο της φωτιάς δεν αναφέρεται, αυτό εμφανίζεται στη σελ. 104, ισχύει ωστόσο και στον κατάλογο ωφελών από τον Αισχύλο.[/efn_note]. Εν αντιθέτως, είναι πιο πιθανό ότι ο ορθολογιστής Ευριπίδης τείνει να μην αποδώσει καμμία συγκεκριμένη θεότητα με  την φράση «ός…θεών», αλλά  χρησιμοποιεί μια θεία πρόνοια αφηρημένα.

 Επιπλέον, οι στίχοι 201-202  που μοιάζουν με το θραύσμα που αναφέρθηκε παραπάνω  ανήκουν στον Παλαμήδη (ή στον Αισχύλο), και μερικά χρόνια αργότερα  μετά την τραγωδία Ικέτιδες και το -415, βρίσκουμε τον Ευριπίδη να αποδίδει γράμματα στον Παλαμήδη (Θρ. 578).

Μέχρι το -420, λοιπόν, μερικές από αυτές τις διδασκαλίες που εκδόθηκαν από τον Αισχύλο είχαν εν μέρει ξεχαστεί ή είχαν γίνει  λιγότερο διακριτές λόγω των διεκδικήσεων των διαφόρων ηρώων και την ανακύκλωση της διεκδίκησης. Έτσι σύντομα, έφτασε ένας καιρός μετά από αυτή την χρονιά όπου είχαν ανανεωθεί κατάλληλα.

Το -415, λίγο μετά τον αποκεφαλισμό των Ερμαϊκών στηλών  και την αναχώρηση του στόλου στην Σικελία, η πόλη πλήττονταν με εσωτερική διχόνοια, γεμάτη από τρόμο και αλληλοκατηγορίες για τα προβλήματα στο εσωτερικό και εξωτερικό. Υπό το βάρος αυτών των ιδιωτικών και πολιτικών ανησυχιών, οι δεισιδαίμονες είχαν βρεί καταφύγιο στους ψευτοπροφήτες στους κάπηλους μάντεις,  ενώ ο συντηρητικός πιστός υπό το πλαίσιο της θρησκευτικής παράδοσης, γύρισε πίσω σε παλαιότερες μορφές πίστης.

 Ο Ορθολογισμός, ο οποίος επικρατούσε στην εποχή των Ικετίδων, δεν ικανοποιούσε όλους τους ανθρώπους λίγα χρόνια αργότερα.

 Αυτή, λοιπόν, ήταν η εποχή της αναβίωσης του Αισχύλειου Προμηθέα, που περιείχε την έντονη επιμονή της δυνάμεως του Τιτάνα που είχε ταυτιστεί με την  Αθηνά Παλλάδα, όταν είχε συναντηθεί με απόλυτα ιδιαίτερη επιτυχία.

Πιο θετικά αποδεικτικά στοιχεία επίσης, μπορούν να αναζητηθούν στις Όρνιθες του Αριστοφάνους,οι οποίες είχαν ποιηθεί εν άστει στην Άνοιξη του

 -414. Όταν οι δύο τραγωδίες συγκρίθηκαν στίχο με στίχο, υπήρξε ένας παραλληλισμός της ιδέας  και της αγωγής που δεν μπορούσε παρά να θεωρηθεί εσκεμμένη και μόνον.

Υπάρχουν πραγματικές ενθυμίσεις, όπως, στις Ορν.1547, -μισώ δ’ απάντας τους θεούς, ως οίσθα συ-, το οποίο απαντάτε στον Προμηθ. 975, -απλώ λόγω τους πάντας εχθαίρω θεούς-, αλλά και κάποιες ιδιαιτερότητες στο λεξιλόγιο, όπως , -ολιγοδρανίαν- (Προθ. 548) και –ολιγοδρανέες-, (Ορν. 686), και όταν στρεφόμαστε στην Παράβαση η σύνδεση γίνεται ακόμη εμφανέστερη.

Τα ευχολόγια που υπόσχονται στις Όρνιθες είναι η γνώση των εποχών (709) και των οιωνών (θρ.719). Έτσι στο θραύσμα 593, οι Όρνιθες αποκαλύπτουν Μεταλλεία πολύτιμων μετάλλων που δίνουν υγεία και πλούτο, 604,605, παρ. 733-736.

Τέλος, η σκηνή της παρωδίας μεταξύ του Γερών Β και του Προμηθέα (θρ. 1494) δίνει με ακρίβεια τις ιδέες των Αισχυλείων και των Αττικών αντιλήψεων  σε σχέση με τον Προμηθέα. Το λογοπαίγνιο για το όνομά του (1511) είναι Aισχύλειο[efn_note]Προμηθ.86[/efn_note], ενώ οι στίχοι 1545 και 1548 προέρχονται από την ιστορία όπως ειπώθηκε στο έργο. Όλη αυτή η σκηνή δίνεται με το πνεύμα της καλής-παρωδίας, αλλά μια παρωδία δεν έχει καμία δύναμη, εκτός αν αυτό που έχει διακωμωδηθεί είναι φρέσκο ​​στο μυαλό του ακροατηρίου, και δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι όλοι οι ακροατές είχαν διαβάσει και ξαναδιαβάσει τον Προμηθέα σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσαν να εκτιμήσουν τα σημεία που ταυτίστηκαν στις Όρνιθες  από την ανάγνωση μόνο.

Αυτή η άποψη μπορεί να δώσει μια εξήγηση για την παράδοση[efn_note]Τριλ. Αισχύλ. Σελ. 469[/efn_note], για το ότι ο Μύννισκος της Χαλκίδας ήταν ένας ηθοποιός στα έργα του Αισχύλου. Αλλά γελοιοποιείται από τον κωμικό ποιητή Πλάτωνα, δηλαδή, αυτό συμβαίνει πολλά χρόνια μετά το θάνατο του Αισχύλου, και ο Μύννισκος αναφέρεται ως ηθοποιός σε διδασκαλία[efn_note]-εν Συρφάκι- Θραύσμα 160[/efn_note] του -421.  Ο Meineke, λοιπόν, θεώρησε ότι ο Μύννισκος του Πλάτωνα ήταν εγγονός του Μύννισκου της Τριλογίας, αλλά αυτό είναι μια αμφίβολη προσφυγή και καθίσταται περιττό αν κατανοήσουμε την δήλωση στην Τριλογία ως αναφερόμενη στην παραγωγή  των Αισχυλείων δραμάτων και υποθέσουμε ότι  ο Μύννισκος εμφανίστηκε συχνά στις αναβιώσεις των παλαιότερων  έργων.

Επομένως, όχι  πολύ πριν από το -414, πιθανότατα η χρονιά και η εορτή που μόλις είχε προηγηθεί  της παραγωγής των Ορνίθων, ή την Άνοιξη του -415,  φαίνεται να πέφτουν ακριβώς κατά τη στιγμή που η αναβίωση του Αισχύλειου δόγματος ήταν πολύ πιθανό να προκαλέσει τις συμπάθειες και τον ενθουσιασμό του ακροατηρίου, υπενθυμίζοντας στο μυαλό τους τις εκμεταλλεύσεις του θεού των οποίων οι πράξεις εορτάζονταν από τον ποιητή λίγο μετά τις μεγάλες νίκες των προγόνων τους ενάντια των Περσών.

Ταυτόχρονα αναμορφώθηκε για να ταιριάζει με την πρόοδο που έγινε στις μηχανικές ρυθμίσεις του θεάτρου, παίρνοντας έναν πιο θεαματικό χαρακτήρα, και έγινε, σε αυτή την περίοδο πολιτικής καταιγίδας και άγχους, μια πραγματική δραματουργία με μια νέα έννοια, ιδιαίτερα με την αρμονία και με την ιδιοσυγκρασία των εποχών.


Σχολιάστε