Ο ΖΕΥΣ ΩΣ ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΦΩΤΕΙΝΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ – § Ι. Ο Ζευς και το φως της ημέρας. (α) Ο Ζευς Ουρανός

στις

ΖΕΥΣ

ΜΙΑ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΛΑΤΡΕΙΑ

ΤΟΥ
ARTHUR BERNARD COOK
ΕΠΙΤΙΜΟΣ ΥΦΗΓΗΤΗΣ ΤΟΥ ΚΟΛΛΕΓΙΟΥ QUEENS, CAMBRIDGE
ΥΦΗΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΚΛΑΣΣΙΚΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
ΤΟΥ CAMBRIDGE

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

§ Ι. Ο Ζευς και το φως της ημέρας.

Ο Ζευς σε τοιχογραφία από την Πομπηϊα

(α).     Ο Ζευς Ουρανός

Η υπέρτατη θεότητα των αρχαίων Ελλήνων, τουλάχιστον κατά την ιστορική περίοδο, είναι ο Ζευς. Το όνομά του, που αναφέρεται σε μια ρίζα που σημαίνει «να λάμπει», μπορεί να αποδοθεί ως «ο λαμπρός Φωτεινός» [1].

Και, δεδομένου ότι μια ολόκληρη σειρά σχετικών λέξεων στις διάφορες γλώσσες της πρωτογλωσσικής οικογένειας  χρησιμοποιείται για να δηλώσει «ημέρα» ή «ουρανό»[2],

μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια ότι ο Ζευς ονομάστηκε «ο λαμπρά Φωτεινός» ως ο θεός του φωτεινού ή του λαμπρού φωτεινού ουρανού [3].

Πράγματι, θεωρείται ότι ο Ζευς αρχικά έγινε αντιληπτός, ως λαμπρός θεός του ουρανού, όχι με ανθρωπόμορφο τρόπο  , αλλά απλώς ως ο ίδιος ο λαμπρός ουρανός.  Είναι αλήθεια ότι οι Έλληνες την εποχή που ξεκίνησε η λογοτεχνία τους είχαν προχωρήσει πολύ πέρα από αυτήν την πρωτόγονη άποψη. Ο Ζευς στην Ιλιάδα (Α 258) είναι ήδη ο ισχυρός, αν όχι παντοδύναμος, ο ηγέτης των θεών, του οποίου η περιγραφή του νεύματος του λέγεται ότι ενέπνευσε το αριστούργημα του Φειδία στην Ολυμπία [4]

― Ἦ καὶ κυανέῃσιν ἐπ’ ὀφρύσι [5] νεῦσε Κρονίων·

ἀμβρόσιαι δ’ ἄρα χαῖται ἐπεῤῥώσαντο ἄνακτος

κρατὸς ἀπ’ ἀθανάτοιο· μέγαν δ’ ἐλέλιξεν Ὄλυμπον.

«Είπε, τα μαύρα φρύδια του χαμήλωσε ο Κρονίδης,

έκλινε από τ᾽ αθάνατο κεφάλι του κυρίου

η θεία κόμη και ο τρανός ο Όλυμπος εσείσθη» [6].

Παρ ‘όλα αυτά, αν και ο Ζευς – όπως είχε γίνει αντιληπτός από τον Ομηρικό ραψωδό – είναι πλήρως ανθρωπόμορφος, ορισμένα ίχνη της προηγούμενης αντίληψης παρέμειναν ακόμη και στους μετα-Ομηρικούς χρόνους [7]. Τα στοιχεία είναι γλωσσικά παρά λογοτεχνικά. Θα ξεκινήσω  τοποθετώντας το στο πλαίσιο της αναθεώρησης.

            Κοντά στο ουσιαστικό Ζευς είναι το επίθετο δίος, το οποίο σημαίνει  ορθώς «ως» του Διός ή  «ανήκων» στον Δία (Ζευς) [8].  

Αυτή η σημασία στην πραγματικότητα υπονοείται  στο Αττικό δράμα [9].  

―Αλλά πώς γίνεται ότι στα πολύ παλαιότερα Ομηρικά ποιήματα έχει τη δύναμη του «φωτεινού» ή του «ένδοξου» χωρίς κανένα τέτοιο περιορισμό στην κυριότητα  της προσωπικότητας του ιδίου του Διός [10];

Πιθανότατα επειδή η λέξη σχηματίστηκε πριν ο Ζευς γίνει προσωπικότητα, ενώ μέχρι τώρα ήταν Ο Ζευς, ο λαμπερός ουρανός που πιστώνονταν με μια δική του απρόσωπη ζωή.  Ο Δίος  στην πραγματικότητα σήμαινε  αρχικά  αυτόν «ως» ή  αυτός που «ανήκει στον λαμπρό φωτεινό ουρανό»·  και ένα υπόλειμμα της πρωταρχικής του σημασίας βρίσκεται στις συχνές Ομηρικές φράσεις  «ο λαμπρά φωτεινός  άνω αέρας» [11]

και  «η φωτεινή αυγή» [12].  

Η μετάβαση από τη φωτεινότητα υπό αυτή την έννοια στη δόξα ή λαμπρότητα γενικά δεν είναι  δύσκολο να ακολουθηθεί.  Επιπλέον, όταν ο Ζευς θεωρήθηκε ως μεμονωμένος θεός του ουρανού, ο δρόμος ήταν ανοιχτός για τον δίος,  «του φωτεινού ουρανού», ώστε να πάρει πιο προσωπική σημασία,  για την έννοια «του θεού Διός». Έτσι, με την υπόθεση ότι ο Δίας ξεκινά τη ζωή ως ο Δίας, εξηγούνται ικανοποιητικά τόσο οι ομηρικές όσο και οι αττικές χρήσεις [13].

Παρατηρούμε εν συντομία ότι στη βορειοανατολική Φρυγία ο Ζευς λατρευόταν ως Ζευς Δίο [14], μια διπλή ονομασία που ανακαλεί τη Dea Dia των Ρωμαίων και πιθανότατα βεβαιώνει την επιβίωση μεταξύ των Θρακο-φρυγικών λαών ενός πρώιμου, για να μην πούμε ενός πρωτόγονου Διός (Ζευς).

Ένα άλλο επίθετο ένδιος εμφανίζεται στον επικό στίχο με την έννοια «στο μέγα φως της ημέρας» ή «στα μέσα της ημέρας» [15].

Για παράδειγμα, ο Νέστωρ στην Ιλιάδα περιγράφει μια αποστολή στην οποία κάποτε είχε συμμετάσχει:

― ἔνδιοι ἱκόμεσθ’ ἱερὸν ῥόον Ἀλφειοῖο [16]

«και στου Αλφειού καταμεσήμερα τ’ ιερές ροές τραβάμε»

Επίσης, στην Οδύσσεια η Ειδοθέα λέει στον Μενέλαο τις συνήθειες του πατρός της  Πρωτέως:

            ― ἦμος δ’ ἠέλιος μέσον οὐρανὸν ἀμφιβεβήκῃ [17]

«απάνω στα μεσούρανα καθώς ανέβη ο ήλιος»

Και πενήντα γραμμές πιο κάτω ο λόγος της καλυτερεύει:

            ― ἔνδιος δ’ ὁ γέρων ἦλθ’ ἐξ ἁλός [18]

«καταμεσήμερος δε ο γηραιός ήρθε από την θάλασσα»

Ομοίως, ο Σουϊδάς αναφέρει το ακόλουθο δίστιχο, ίσως από τον Καλλιμάχο:

―Ένδιος μεσημβρινός· «όφρα μεν ουν ένδιος έην έτι, θέρμετο δε χθών, τόφρα δ΄έην υάλοιο φαάντερος ουρανός ήνοψ»  τουτέστιν ο λαμπρός. [19]

Από αυτό το επίθετο προέρχονται ρήματα που σημαίνουν «να πάρεις ένα ύπνο το μεσημέρι» [20],

«να ζεις στο ύπαιθρο»[21],

«να μεγαλώσεις στον αέρα» [22].

Αλλά το ίδιο το επίθετο πρέπει να σήμαινε αρχικά «στον Δία» ή «στον φωτεινό ουρανό, [23]

και από εκεί λαμβάνεται  η έννοια «στο μέγα φως της ημέρας» ή «στο  μεσημέρι» [24].

            Τέλος, υπάρχει το επίθετο εύδιος «με καθαρό ουρανό, ήρεμο»[25],

το ουσιαστικό ευδία «ένας καθαρός ουρανός, ήρεμος καιρός» [26],

και τα ρήματα ευδιάν, ευδιάσεσθαι «είμαι γαλήνιος» [27].

 Όλα αυτά προέρχονται από την ίδια ρίζα με το δίος, το ένδιος, [28]

και τα ίδια μαρτυρούν το γεγονός ότι ο Ζευς σηματοδότησε κάποτε τον κινούμενο,  ζωντανό ουρανό.  Παρατηρούμε με  ενδιαφέρον  ότι ο μελετητής του +10ου αιώνος, ο οποίος συνέταξε το μεγάλο ελληνικό λεξικό γνωστό ως Ετυμολογικόν Μέγα, φαίνεται να  κατείχε  μια αληθή υπόνοια περί αυτού·  γιατί συζητώντας τις λέξεις εύδιος και ευδία τις  προτείνει ως πιθανά παράγωγα— «ή επειδή ο Ζευς δηλώνει  επίσης  ‘‘τον ουρανό’’» [29].

Όταν η  προ-ανθρωπόμορφη αντίληψη περί του Διός είχε εξελιχθεί σε ανθρωπόμορφη, η φυσική τάση  θα ήταν να ξεχαστεί η πρώϊμη αντίληψη στην δεύτερη.  Με δυσκολία, επομένως, θα  περιμέναμε να βρούμε στην υπάρχουσα ελληνική λογοτεχνία το όνομα Ζευς να  χρησιμοποιείται ως απλό ισοδύναμο του «ουρανού».   Ακόμα, υπάρχουν περιστασιακά αποσπάσματα ενός περισσότερο ή λιγότερο τυπικού τύπου, στα οποία μπορεί να ανιχνευθεί η αρχαία χρήση.  Έτσι ο Αριστοφάνης στην κωμωδία του, Ταγηνισταί (Τηγανισταίς δηλαδή,  κωμωδία χαμένη τώρα)  κάνει έναν από τους χαρακτήρες να αναφωνεί·

― και μην πόθεν Πλούτων γ΄αν ωνομάζετο,

ει μη τα βέλτιστ΄ έλαχεν· εν δε σοι φράσω,

όσω τα κάτω κρείττω ’στιν ων ο Ζευς έχει.

όταν γαρ ιστάς, του ταλάντου το ρέπον

κάτω βαδίζει, το δε κενόν προς τον Δία. [30]

«Και πώς θα έπρεπε ο Πλούτων να φέρει το όνομα που φέρει,

αν δεν είχε το καλύτερο από αυτό;  Θα εξηγήσω,

τα πράγματα της γης ξεπερνούν τα πράγματα του Δία.

Όταν ζυγιάζετε , είναι το φορτωμένο τηγάνι 

που αναζητά τη γη, το άδειο πηγαίνει προς τον Δία.»

Το σχόλιο υπονοεί σε αυτό το σημείο, να υποθέσουμε ότι  «προς τον Δία» ήταν μια δημοφιλής έκφραση για το «προς τον ουρανόν» [31].

Σίγουρα φαίνεται ότι χρησιμοποιείται με αυτήν την έννοια από τον Ευριπίδη· ο οποίος βάζει στους Κύκλωπές του την ακόλουθη συνομιλία μεταξύ του Πολύφημου, ο οποίος επέστρεψε στην οικία απροσδόκητα, και του Χορού των Σατύρων, που πιάνονται αδρανείς και αντιμετωπίζουν έτσι τον άγριο αφέντη τους με σκυμμένα κεφάλια·

Κύκλωπες –  βλέπετε άνω και μη κάτω.

Χορός    – ιδού! προς αυτόν τον Δί’ ανακεκύφαμεν, και τάστρα και τον Ωρίωνα δέρκομαι. [32]

«Κύκλωπες – βλέπετε  άνω, όχι κάτω.

Χορός    – να εκεί! Κοιτάζουμε τον ίδιο τον Δία · Βλέπω τα αστέρια· βλέπω και τον Ωρίωνα.»

Ο Πλούταρχος, για άλλη μια φορά, παραθέτει ένα πνευματώδες επίγραμμα για το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου του Λύσιππου με το χαρακτηριστικό βλέμμα του στραμμένο προς τα άνω·

            ― αυδανούντι δ’ έοικεν ο χάλκεος εις Δία λεύσσων·

            ‘γαν υπ’ εμοί τίθεμαι , Ζευ, συ δ’ Όλυμπον έχε. [33]

«σα να λέει μοιάζει ο χάλκινος στρεφόμενος στον Δία·

Τη γή θέτω υπ’ εμού· Δία έχε τον Όλυμπο.»

Με αυτά τα αποσπάσματα της κωμωδίας και της κωμικής ποίησης πρέπει να συγκριθούν ορισμένα άλλα πιο σοβαρού τόνου, στα οποία ο ποιητής λέει «οι ακτίνες του Δία» ή «το φως του Δία» εκεί όπου πρέπει να πούμε «το φως της ημέρας». Η Ιλιάς περιγράφει έτσι τη συντριβή μιας μάχης μεταξύ Αργείων και Τρώων:

            ― ἠχὴ δ’ ἀμφοτέρων

ἵκετ’ αἰθέρα καὶ Διὸς αὐγάς. [34]

«ο αχός και απ’ τα δυο μέρη

ως του Διός ανέβαινε τον φωτεινόν αιθέρα»

Η Εκάβη στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη λέει για τον νεκρό υιό της Πολύδωρο·

― ουκέτ’ όντα Διός εν φάει. [35]

«το φως τ᾽ ουρανού, τώρα πια, δεν θωρείς»

Στην Ιφιγένεια εν Αυλίς του ίδιου ποιητή η ηρωίδα, όταν αναχωρεί για το θάνατό της,  ζητά να παραμείνει στο φως της ημέρας:

            ― ιώ ιώ,

            λαμπαδούχος αμέρα

            Διός  τε φέγγος, έτερον έτερον

            αιώνα και μοίρα οικήσομεν

χαίρε μοι, φίλον φάος. [36]

            «Ω ω, λαμπαδούχε της ημέρας

            και λάμψη του Διός, σε άλλη ζωή,

σε άλλον τόπο  εγώ θα πάω

κι αιώνια θα είναι δικός μου

σε χαιρετώ, αγαπημένο  φως.»

Σε τέτοια αποσπάσματα είναι δύσκολο να προσδιοριστεί εάν ο Δίας θεωρείται ως ανθρωπόμορφος ή όχι. Ο ανθρωπομορφισμός, ωστόσο, είναι εμφανής στον Ρήσο, όπου ο Ευριπίδης γράφει όχι μόνο «τη λάμψη του θεού [37]»

αλλά και «το Δία θεό του Φωτός [38]».

Για χίλια πεντακόσια χρόνια και περισσότερο, στην πραγματικότητα μέχρι την παρακμή του πάτριας λατρείας των ανθρώπων, η ανθρωπόμορφη αντίληψη του Δία επικρατούσε στο ευρύ λατρευτικό πλαίσιο. Ωστόσο, η παλαιότερη άποψη δεν ήταν ποτέ αφανής και απόμακρη, και από εποχή σε εποχή, όπως θα δούμε, ξεπεράστηκε με διάφορους τρόπους. Ακόμη και στην ακραία παρακμή των ελληνικών γραμμάτων υπήρχε μια σχολαστική προσπάθεια ανάνηψης. Έτσι, ο πρωτότυπος Δίας ήταν απλά ο ακτινοβολούμενος λαμπερός ουρανός του φωτός της ημέρας. Με την άνοδο του ανθρωπομορφισμού, αυτή η πεποίθηση επισκιάστηκε και επικαλύφθηκε. Ο Ζευς της Ησιοδικής μυθολογίας περιγράφεται ως εγγονός ενός παλαιότερου θεού του Ουρανού (Ουρανός), του έναστρου μεσονύκτιου «Ουρανού» [39].  

Στην Ελληνική εποχή οι δύο Σπαρτιάτες βασιλιάδες ήταν αντίστοιχα ιερείς του Διός Λακεδαίμονος (Ζευς Λακεδαίμων) και του Διός  Ουρανίου (Ζευς Ουράνιος)  «του Ουρανού » [40].  

Στην ελληνιστική εποχή ο τελευταίος τίτλος χρησιμοποιήθηκε πολύ από τους ποιητές [41]·

έτσι έδωσε ένα σημείο επαφής μεταξύ του Έλληνος Διός και του σημιτικού Bα’αλ-σαμίν (Ba’al-samin), «Κυρίου του Ουρανίου τόπου» [42].

Τέλος, η βυζαντινή λογιότητα μίλησε για τον Δία ουρανό (Ζευς ουρανός), τον Δία του «ουρανού» [43], έναν τίτλο ο οποίος κατά γράμμα, και όχι κατά πνεύμα, υπενθύμισε την πρωταρχική ιδέα του ζώντος ουρανού.

Μέρος δεύτερο: (β) Η Μετάβαση από τον Ουρανό στον Ουρανό θεό

Υποσημειώσεις


[1] K. Brugmann Grundriss der vergleichenden Grammatik der indogermanischen Sprachen’2 Strassburg 1897 i. 204, 210, 263, 276 f., 307, 527, 797, 1906 ii. Ι. 133 f., id. Kurze vergleichende Grammatik der indogermanischen Sprachen Strassburg 1904 σ. 312, Schrader Reallex. σελ. 670, Η. Hirt Die Indogermanen Strassburg 1907 ii. 506. Ο Ελληνικός Ζευς  και ο παλαιός Διαύς εκπροσωπούν την  πρωτογλωσσική λέξη °dieu-s από την ρίζα : δι,  διέ, δεία, «να λάμπει». 

[2] Αυτές οι σειρές όπως συλλέχτηκαν από το Walde Lat. etym. Worterb. λήμ. deus, dies, και Hirt op. cit. ii. 734 f. περιλαμβάνουν τις ακόλουθες μορφές : Ελληνικά –  ένδιος, «στο μέσο της ημέρας» , ευδία , «καθαρός ουρανός»· Λατινικά – sub divo  «υπό τον ανοιχτό ουρανό», dies «ημέρα»· Ουαλικά – diw dyw dydd «ημέρα» , Βρετονικά –  dez «ημέρα»·  Κορνουαλικά –  det  «ημέρα»·  Ιρλανδικά –  indiu  «εν-ημέρα»· Γοτθικά –  sin-teins «καθ’ημέρα»· Λιθουανικά –  diena, «ημέρα»·  Σλαβονικά – dini  «ημέρα»· Αλβανικά  –  ditε  «ημέρα»· Αρμένικα –  tiv  «ημέρα»·  Παλαίο-Ινδικά diva «στην ημέρα» divam, «ημέρα, ουρανός».

[3] Πρέπει εδώ να σημειωθούν δύο παραπλανητικές εξηγήσεις. (1) EH Meyer Germanische Mythologie Berlin 1891 σελ. 182, 220 υποστηρίζει ότι ο Δίας δηλώνει στην πραγματικότητα (κατ’ αυτόν) τον «εκτοξευτή» ή τον «εκκενωτή» ακτίνων (πρ. Grassmann Worterbuch zum Rig-veda Leipzig 1873-1875, σ. 600 λμ div. ) και υπονοεί ότι πρέπει να ήταν ο θεός του κεραυνού, και όχι όπως θεωρείται συνήθως ο θεός του φωτεινού, του λαμπρού φωτός της ημέρας. Αλλά η συχνή χρήση της λέξης dyaus στο Rig-veda για «ουρανό» ή «ημέρα» (AA Macdonell Vedic Mythology Strassburg 1897 σελ. 21, P. von Bradke Dyaus Asura Halle 1885 σελ.) και η ύπαρξη των μορφών που καταγράφονται στην προηγούμενη σημείωση είναι αποφασιστικά υπέρ της κοινής άποψης. 2) Ο Frazer Golden Bough1 ii. 369, ib.2 iii. 456 στ . πρότεινε ότι ο Δίας ονομάστηκε «Φωτεινός» ως ο θεός της βελανιδιάς, δηλαδή ο θεός του δέντρου του οποίου το ξύλο χρησιμοποιείται στην πυρκαγιά. Για αυτήν την άποψη διαμαρτυρήθηκα στην Class. Αναθ. 1902 xvi. 372, όπως και ο Gruppe Gr. Μύθος. Θρ. Π. 1100 ν. 2. Και ο Frazer op. cit³ ii. 358 ν. 1 παραδέχεται ότι «ήταν διατεθειμένος να αφήσει πολύ σύντομα αυτό που μπορεί να ονομαστεί μετεωρολογική πλευρά του Δία και του Jupiter», παρόλο που εξακολουθεί να θεωρεί τη βελανιδιά ως πρωταρχικό, όχι δευτερεύον στοιχείο στο σύνθετο χαρακτήρα τους (ib. ii. 373 κ.λ.π.). Τώρα κρατώ και ελπίζω στο τόμ. ΙΙ της παρούσας εργασίας για να δείξω, ότι η βελανιδιά ήταν αρχικά το δέντρο της γης-μητέρας και όχι το δέντρο του ουρανού-πατέρα, και ότι το τελευταίος το απέκτησε σε πρώτη φάση μέσω της σχέσης με το πρώτο.

[4] Στραβ. 354, Val.Max .  3. 7. πρ. 4, Δίων Χρυσ. λογ. 12 σελ. 383 Reiske, Μακροβ. Στα.  5. 13. 23, Ευσταθ. Ιλ. σελ. 145, 10 στ. κ.π. Πολύβ. 30. 10. 6, Πλουτ. Αιμ. 28.

[5] «κυανέῃσιν ἐπ᾽ ὀφρύσι» – Ως «μπλε» εδώ σημαίνει  το«μαύρο» (βλ. Στεφανος Θεσ. Ελ.. Γλ., λημ. κυάνεος και τα σύνθετά του) – ένα χαρακτηριστικό σύγχυσης  της  πρώιμη  σκέψης και γνωστό στους ανθρωπολόγους. Μια καθισμένη μορφή του Δία από το πώρινο αέτωμα  του -6ου αιώνα, τώρα στο Μουσείο της Ακρόπολης στην Αθήνα, έχει, ανευ αμφισβητήσεως, μαύρα μαλλιά, φρύδια και γενειάδα (T. Wiegand Die archaische Poros-Architektur der Akropolis zu Athen Cassel and Leipzig 1904 σελ. 97) πρ. σελ. 8, 1-2. Είναι πιθανό ότι ο χρυσελεφάντινος Ζευς  του Φειδίου και τα αντίγραφά του είχαν μαλλιά και γενειάδα από χρυσό·  ο Λουκιανός  βάζει τον Δία να διαμαρτύρεται ότι μερικές από τις πλεξίδες των μαλλιών του, βάρους έξι μνών η κάθεμια, κόπηκαν και κλέφτηκαν από την Πίζα από τους διαρρήκτες (Λουκ. Ιούπ. τραγ. 25), και ο Παυσανίας δηλώνει ότι ο Θεόκοσμος των Μεγάρων, με τη βοήθεια του Φειδίου, κατασκεύασε για το Μεγαριακό Ολυμπίειο ένα άγαλμα του Διός, το οποίο είχε πρόσωπον ελέφαντος και χρυσού (Παυσ. Α. 40. 4). Αλλά θα ήταν βιαστικό να συμπεράνουμε από αυτό ότι ο θεός ήταν ουσιαστικά ανοιχτόχρωμος. Οι Μινωίτες της Κνωσού κατασκεύαζαν αγαλματίδια από ελεφαντόδοντο με μαλλιά από επιχρυσωμένο χαλκό (Ιστ. Brit. Sch. Ath. 1901 –1902 viii. 72 f. pls. 2 στ.).    Ήταν ξανθοί;    Ο Ηρώδης ο Αττικός ανήγειρε ένα χρυσελεφάντινο άγαλμα του Ποσειδώνος στον ίσθμιο ναό (Παυσ. 2. 1. 7).   Αλλά ο Ποσειδώνας δεν ήταν ξανθόμαλλος. Μια πήλινη κεφαλή του Διός  που βρέθηκε στην Ολυμπία και χρονολογείται από το πρώτο τέταρτο του -5ου αιώνος, φέρει ίχνη από μια μαυριδερή καστανό χρωστική επικάλυψη  στα μαλλιά, στο μέτωπο και γύρω από τα μάτια· αυτή  ήταν είτε μια προστατευτική επίστρωση (G. Treu στην Ολυμπία ΙΙΙ. 35 σ. σ. 7, 4 και εικ. 37), ή κατά πάσα πιθανότητα μια επίστρωση λάμψης  που προοριζόταν να μιμηθεί το  φύλλο  του χαλκού (A. Furtwangler Die Bronzefunde aus Olympia Berlin 1879 σελ. 90,  W. Deonna Les statues de terre cuite dans Vantiquite \ Sicile κ.λπ. Παρίσι 1908 σελ. 25 στ.).   Τα κεραμεικά  από τη Σμύρνη που δείχνουν τον Δία ή τον Δία Σαράπι με επιχρυσωμένο κεφάλι και μαλλιά (Βρεταν.  Μουσ. Κατ. Κεραμεικών  C 445, c. D 392, S. Reinach Esqnisses archdologiques Παρίσι 1888 σ. 223 στ.) αναφέρονται σε προσπάθεια αντιγραφής επιχρυσωμένου χαλκού.  Μια πήλινη κεφαλή του Δία, που βρέθηκε από τον Λόρδο Savile στο Lanuvium και τώρα στο Μουσείο Fitzwilliam στο Cambridge, προήλθε πιθανώς από ένα αέτωμα του -3ου αιώνος  (W. Deonna πρ.  σ. 138)·  δείχνει ίχνη κόκκινου στα μαλλιά και τα γένια· αλλά εδώ πρέπει να υπολογίσουμε τον συμβατικό χρωματισμό της αρχιτεκτονικής  (A. Furtwangler Aegina Munchen 1906 i. 304 στ.).            Οι Έλληνες ζωγράφοι, δεσμευμένοι από την καλλιτεχνική τους παράδοση, συνήθως παριστάνουν τον Δία με μαύρα μαλλιά, αλλά περιστασιακά του δίνουν γκρίζα γενειάδα ή άσπρα μαλλιά (Overbeck Gr. Kunstmyth. Zeus σελ. 29). Στην ρωμαϊκή εποχή, και όχι πριν,  βρίσκουμε  έναν τεκμηριωμένο ανοιχτόχρωμο Δία. Σε τοιχογραφίες από το Villa Farnesina (Gaz. Arch. 1883 viii. 99 στ. σ. 15, ο Zeus με τα χαρακτηριστικά του Διόνυσου, Ann. D. Inst. 1884 lvi. 320, Mon. D. Inst. Xii. Pi. 7, 5, P. Girard La Peinture Antique Paris 1891 σελ. 309 εικ. 188, Helbig Guide Class. Ant. Rome ii. 246 no. 1083) και από την Πομπηία (αναφέρεται στο Helbig Wandgem. Camp. σ. 30 στ., Sogliano Pitt. Mur. Camp, σ. 19 στ, Herrmann Denkm. D. Malerei pis. N, 46, 2 κ.λπ.) τα μαλλιά του ποικίλλουν από σκούρα σε ανοιχτόχρωμα.  Μια τοιχογραφία της Αδριανικής εποχής από την Ελευσίνα τον δείχνει ενθρονισμένο με μια Νίκη στο δεξί του χέρι, ένα σκήπτρο στα αριστερά του·  δυστυχώς η κεφαλή του αποκόπηκε, αλλά παρέμεινε αρκετή ώστε να τεκμηριωθεί μια γενειάδα, που όπως το σώμα του, ήταν κοκκινο-καστανή στο χρώμα με μαύρες σκιές (Αρχ. Εφ. 1888 σ. 77, στ. 5).

[6]  Ιλ. Α 528, 8. 199 (της Ήρας). Για παρόμοιες εξηγήσεις  στους σεισμούς  στην σύγχρονη Ελλάδα δείτε υπό κεφ. ΙΙ § 5.

[7] Wissowa Rel. Κουλ. Ρομ σ. 100· αντιπαραβάλλει τον Δία, τον προσωπικό θεό του ουρανού με τον Ιούπητερ (Δία) του πραγματικού ουρανού (πρ. W. Warde Fowler Η Θρησκευτική Εμπειρία των Ρωμαϊκών Λαών Λονδίνο 1911 σελ. 128, 141). Αλλά η αντιπαραβολή δεν ήταν ούτε αρχική ούτε τελικά έγκυρη·  στην αρχή τόσο ο Δίας όσο και ο Ιούπητερ Δίας ήταν ο ουρανός·  και τέλος ως αποτέλεσμα και οι δύο ήταν  θεοί του ουρανού.

[8]  Brugmann Grundriss etc.² ii. 1. 187 (ουράνιος), ιδ. Kurze vergl. Gram. etc. σ.99 (ουράνιος), 360 (θεϊκός), L. Meyer ffandb. d. gr. Etym. iii. 175 στ. («προέρχεται από τον Δία, που ανήκει στον Δία», τότε γενικότερα «ουράνιος, θεϊκός, ένδοξος» ή παρόμοιο), Prellwitz Etym. Wοrterb. d. Gr. Spr.² σ. 117 (θεϊκός), Boisacq Diet. etym. de la Langue Gr. σ. 189 f. (θείος), χειρίζεται το δίος ως δίFιος από το ΔιF – «Ζευς».

[9] Αισχ. Προμ. Δεσμ. 619― βούλευμα μεν το Δίον, Ηφαίστου δε χειρ, Ευρ. Ίων 1144―  ανάθημα Δίου παιδός.

[10]  Σύμφωνα με τον H. Ebeling Lexicon Hamericum Lipsiae 1885 i. 310 στ. Ο Όμηρος έχει τον δίος με την έννοια «φωτεινός» ή «ένδοξος» των θεαινών (αλλά όχι των θεών, στα θραυσμ. Δίου 2 δίον γένος  είναι ο Διόνυσος υιός του Διός, και στην Ιλ.  Ρ 582· ο Ζηνόδοτος έγραψε δίος Άρης), νυμφών, ανδρών και γυναικών, ανθρώπων και τόπων, θεϊκών ίππων, ποταμών και κορυφές ορέων, γης και θάλασσας.

[11] Ιλ. Π 365 πρ. Δημ. 70  αιθέρος εκ δίης, Οδύσ. Τ. 540 ες αιθέρα δίαν, Εμπεδ. θρ. 109, 2  Diels αιθέρα δίον, Αισχ. Πρ. Δεσ.  88 ω δίος αιθήρ,  Ορφ. θρ. 53, αιθέρι δίω, 167, Ι αιθέρα δίον.

[12]  Ιλ. Ω. 417 ηώς  ότε δία φανήη, αυτ. Ι. 240, 662, Λ. 723, Σ. 255, Οδύσ. Ι. 151, 306, 436, Λ. 375, Μ. 7, Π. 368, Τ. 50, 342 ηώ δίαν.

[13]  Μια πιθανή, αλλά – όπως μου φαίνεται – όχι και τόσο πιθανή, εξήγηση θα ήταν να πούμε ότι ο Δίος σήμαινε αρχικά «του Διός» δηλαδή του προσωπικού Διός, και το νόημά του είχε διευρυνθεί και αποδυναμωθεί από την επική χρήση έως ότου το δίος άρχισε να σημαίνει απλώς «θεϊκός», ενώ όμως η αττική ποίηση διατήρησε την πρωταρχική δύναμη της λέξης Δίος, «του Διός». Το ότι οι διαφορετικές διάλεκτοι πρέπει να βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια στην εξέλιξη της έννοιας μιας δεδομένης λέξης, και ακόμη, ότι η πρώιμη ποίηση μιας διαλέκτου πρέπει να δίνει μόνο το μεταγενέστερο νόημα, ενώ η μεταγενέστερη ποίηση μιας άλλης διαλέκτου έδωσε μόνο την πρώιμη έννοια, είναι σίγουρα λογικό . Όμως η υπόθεση που εκτίθεται στο κείμενο περιλαμβάνει λιγότερες υποθέσεις.

[14] A. Korte στο Gott. Gel. Anz. 1897 clix. 409 στ. δημοσιεύει (μετά τον G. Radet «En Phrygie» στο Nouvelles Archives des Missions Scientifique Paris 1895 vi. 425-594) έναν ασβεστολιθικό βωμό στο Eskischehir στο Kutschuk-Han με εγγεγραμμένο Αγαθή τύχη |Σόλων ιερός κα|τά επιταγήν Δ[ι]|ί Δίω ευχήν.  ❧  | κε εαυτώ ζων.  Στο επάνω μέρος του βωμού βρίσκονται δύο τσαμπιά από σταφύλια· στην βάση, ένα άροτρο από το είδος που ήταν ήδη σε χρήση στην Ανατολία. Ο Korte παρατηρεί ότι η ποσότητα του ι στη λέξη Διος είναι αμφίβολη, και υποδηλώνει ότι ίσως έχουμε εδώ (μια αρχαία ονομαστική, μια υπόθεση που γίνεται από τον H. Usener Gotternamen Bonn 1896 σελ. 43, 70 στ. για να δικαιολογήσει  το Διόσθυος, Δίος Κόρινθος,  nu-dius tertius, Dius fidius, Δίυλλος).  Αυτό, ωστόσο, είναι εξαιρετικά επισφαλές. Προτιμώ να γράψω Δίος  με τον Sir W. M. Ramsay (Σπουδές στην Ιστορία και την Τέχνη των Ανατολικών Επαρχιών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Aberdeen 1906 σελ. Ο 275), που σημειώνει ότι ο Σόλων, υπηρέτης του Ζευς Δίος, εκπλήρωσε έναν όρκο στον θεό του και με την ίδια πράξη αφοσίωσης έκανε έναν τάφο για τον εαυτό του.

[15]   Έτσι, ο Σουϊδ. λμ. ένδιος, Ησυχ. λμ. ένδια, ένδιος, ενδίοις, ετ. μεγ. σ. 339, πρ. Γουδ. σ. 186, 39, Orion σ. 60, 4, Απολλων. λεξ. Ομ. λμ. ένδειος, Cramer ανεκδ. Oxon. ii. 200, 7 στ.

[16]  Ιλ. Λ. 726 με τον Ευστάθ. σε Ιλ. σ. 881, 5, κατά μεσημβρίαν · σχολ. V, διά δειλίαν.

[17]  Οδ. Δ. 400

[18]  Οδ. Δ. 450

[19] Σουϊδας λμ. ένδιος = Καλλίμ. θρ. 24 Schneider. Οι ελληνιστικοί ποιητές επηρέασαν τη λέξη, π.χ. Καλλίμ. σε Δημ. 39 · ποτί τώνδιον με τα σχόλια περί το μεσημβρινόν, ιδ. θρ, 124 Schneider · ίδεος ενδίοιο, ίδ. Εκάλη θρ. pap. col. iv, 2 · αλλ’ ή νυξ ή ένδιος ή έσετ΄ήμαρ,  Απ. Ροδ. Ι. 603 ες ένδιον με τα σχόλ. μέχρι μεσημβρίας, ιδ. 4. 1310 στ. ένδιον ήμαρ έην, περί δ’ οξύταται θέρον αυγαί | ηελίου Λιβύην, Θεόκρ. 16. 95 ποιμένας ενδίους με τα σχολ. κατά την μεσημβρία και με μια έννοια Μ. δειλινούς (κατά μίμηση του Αντίφιλου σε Ανθ. Παλ. 9. 71), Αρατ. Φαιν. 498 πέντε μεν ένδια στρέφεται καθ΄υπέρτερα γαίης με τα σχόλ. το δε ένδια ημερινά, υψηλά υπέρ γην, παρά τον ένδιον καιτόν μεσημβρινό, 945 στ και βόες ήδη τοι πάρος ύδατος ενδίοιο | ουρανόν εισανιδότες απ΄αιθέρος ωσφρήσαντο με σχολ. το δε ύ δ α τ ο ς  ε ν δ ί ο ι ο ήγουν μεσημβρινού και ουρανίου.

[20]  Ενδιάζειν · Πλουτ. Συμπ. 8. 6. 5, Ρωμ. 4, Λουκουλ. 16. Παρ. Ησυχ. ενδιώνται μεσημβριάζουσιν.

[21] Ενδιάν · Θεόκρ. 16. 38, 22. 44, Ανθ. Παλ. 5. 291. 6 Αγαθίας. Το ρήμα κατέληξε να σημαίνει απλώς «να υπάρχω, να ζω»· Ανθ. Παλ. 2. 122 Χριστοδορος, ιδ. 4. 4. 10 Αγαθίας, ιδ. 5. 269. 10 Παύλος Silentiarius. Ο (Αλεξανδρινός;) συγγραφεύς του Ομηρικού Ύμν. στην Σελήνη γράφει για την πανσέληνο 6· ακτίνες δ΄ενδιάονται, που ο Ε. Ε. Sikes θα αποδώσει ως ·«είναι φωτεινές σαν την ημέρα».

[22] Ενδιούν· Επιγρ. Ηρακλ. 1. 120 στ. ταύτα δε πάντα (τα δένδρα) πεφυτεμένα παρεξόντι και ενδ|διωκότα, που ο G. Kaibel στις  Inscr. Gr. Sic. It. σ. 174  αποδίδει «δένδρα που μεγάλωσαν στον αέρα».

[23]  Ένδιος σχετίζεται με εν Διί  ως εννύχιος με εν νυκτί ή ενάλιος με εν αλί· δείτε L. Meyer Handb. d. gr. Etym. i. 423, Prellwitz Etym. Wbrterb. d. Gr. Spr². σ. 142, Boisacq Λεξ, Ετυμ. de la Langue Gr. σ. 250.

W. Prellwitz Eine griechische und eine lateinische Etymologic Bartenstein 1895 σ. 8 σημειώνει ότι ενδίος είναι για το ενδίFιος και ενδίος για ένδιFος, και τα δύο προέρχονται από εν ΔιFί «στον Δία, την καθαρή μέρα».

[24]  Παρ. Οδ. Θ. 449 αυτόδιον «αμέσως»,  δηλ. «στην ίδια ημέρα»,  (έτσι Prellwitz Etym. Wbrterb. d. Gr. Spr.² σ. 66, Boisacq παρ. σ. 103, κατά την αναλογία του  αυτήμαρ.)

[25]  Αρατ. Φαιν. 823 ευδίου. . . ήματος, Γεωπόν. 18. 3. 6 ημέρας ευδίου, Ορφικ. Υμν. Αιθ. 5. 6 λίτομαι σε (Αιθήρ) κεκραμένον εύδιον είναι, ιδ. Υμν. Ηλ. 8. 13 στ. αθάνατε Ζευ, | εύδιε πασιφαές για τον ήλιο, Αρατ. Φαιν. 784 ευδιός κ’ είη για την σελήνη, Ανθ. Παλ. 9. 806. 3 παναιγλήεντα και εύδιον ενός χώρου που εκκαθαρίστηκε για μια ηλιακή ακίδα (ηλιακό ωρολόϊ).

[26] Πίνδ Ίσθμ. 7 (6). 37 στ. ευδίαν όπασσεν | εκ χειμώνος, Θεόφρ. Αιτ. Φυτ. 3. 23. 5 εάν γαρ ευδίαι και τα νότια ενισχύωσι.

[27] Αρατ. Φαιν. 899 πάντη Διός ευδιόωντος με σχόλ. ευδιάς ούσης, Πλατ. Αξίοχ. 370 d  βίος, ασαλεύτω ησυχία ευδιαζόμενος.

[28]  Prellwitz πβλ. σ. 162, Boisacq πβλ. σ. 293.

[29] Ετυμ. Μεγ. σ. 389, 35 ή ότι ο Ζευς σημαίνει και τον ουρανόν, παρ. ιδ. σ. 409, 6 (Ζευς σημαίνει) τον θεόν ή τον ουρανόν. Λυδ. περ. μην. 4. 176 σ. 183, 9στ. Wiinsch Ζευς ο αήρ. . .ώστε διοσημεία το του αέρος σημείον, ώσπερ εύδιον το πράον και γαληνόν του αέρος καλείται σχήμα, Ευστάθ. Ιλ. σ. 881, 9 ένδιοι. ίσως δε και παρά τον υγρόν Δία, ο εστιν αέρα, Τζέτζ. αλληγ. Ιλ. Α. 375 και Ζευς αυτός ηρέμησεν εύδιος συν αιθέρι.   Περί της εξισώσεως Ζευς και αήρ δείτε παρακάτω.

[30] Αριστοφ. Ταγηνιστ. θρ. Ι. 1-5 Meineke Στοβ. flor. 121. 18 (εκδ. Gaisford III 417) ο τελευταίος στίχος είναι·  όταν γαρ ιστάς, του ταλάντου το ρέπον |κάτω βαδίζει, το δε κενόν προς τον Δία.

[31] Για παράλληλη λατινική βλ. Aπ. μετ. 10. 21 (κωδ. Laur. 54. 24) dentes ad Iovem elevens (στρέφοντας τα δόντια κατά τον Δία).

[32]  Ευριπ. Κύκλ. 211 στ.

[33] Πλούτ. Περι της Αλεξ. τύχης ή αρετής. 1. 9, 2. 2 (Cougny Ανθ. Παλ. Προσθ. 3. 53).

[34]  Ιλ. Ν 837, Σχ. Β Διός γαρ αυγάς λέγει τον ουρανός. Σχ. V. τον ουρανόν· δι’ αιθέρος ουρανόν ήκεν (Ιλ. Β 458). Σχ. Τ προσθέτει· οι δε «Διός» του ηλίου, Πλατωνικώς. Παρ. Ευστάθιος σε Ιλ. σ. 962, 64 στ. Διός αυγάς ο εστιν ηλίου κατά τους παλαιούς , και ετ. μεγ. σ. 409, 9 που αναφέρει την σειρά ως απόδειξη ότι, Ζευς, κάποιες φορές σημαίνει τον «ήλιο». Ησ. Διός αυγάς· της ημέρας το φως. τον αιθέρα. Η φράση επαναλαμβάνεται σε μια ελληνική μετρική επιγραφή που βρέθηκε στο Ostia (Επιγρ. Ελ. Sic. It. αρ. 940  [εν αιθέ]ρι και Διός αυγαίς).

[35]  Ευρ. Εκαβ. 707

[36 Ευρ. Ιφ. εν Αλ. 1505

[32] Ευρ. Ρήσ. 331 τουπιόν σέλας θεού = επ’ αύριον  (η λάμψη που θα έρθει την άλλη ημέρα).

[38 Ευρ. Ρήσ. 355 Ζευς ο Φαναίος . Ίσως θα έπρεπε να αποδώσουμε ως  «ο Ζευς  που Εμφανίζεται, ο Ζευς φανερός». πρβ. ιδ. 370 φάνηθι. Ο ίδιος τίτλος δίδεται για τον Απόλλωνα στην Χίο (Ησυχ. λμ. Φαναίος)  Apollon στη Χίο, και εξηγείται έτσι από τον Mακροβ. Sat. 1. 17. 34· Φαναίον (MSS. Φανεόν) επειδή φαίνεται νέος, quia sol cotidie renovat sese. Cornut. theol. 32 σελ. 67, 3 στ. Ο Lang λέει (Απόλλωνα) Φαναίον από του δηλούσθαι δι’ αυτού τα όντα και φωτίζεσθαι τον κόσμον.  Αλλά, όπως ισχύει για τον Χιώτικο Απόλλωνα, πιθανώς ισχύει και για τον Δία, το επίθετο ήταν στην αρχή ένα απλό εθνικόν « ο θεός των Φανών»· για τον Στραβ. 645 όταν περιγράφει την Χίο αναφέρει Φάναι, λιμήν βαθύς, και νεώς Απόλλωνος και άλσος φοινίκων, έτσι και ο Στεφ. Βυζ. λμ. Φάναι,  λέει, ακρωτήριον της Χίου, από του εκείθεν αναφανήται τη Λητοί την Δήλον. οι οικήτορες Φαναίοι κ.τ.λ. Το λιμάνι και το ακρωτήριο αναφέρονται και από άλλους συγγραφείς (Αριστοφ.  Σφ. 1694 με σχόλιο.,Θοθκ. 8. 24, Πτολεμ. 5. 2 σ. 323, 19, Λιβ. 36. 43, 44. 28, 45. 10, Βιργ. γεωπ. 2. 98 με Σερβ. επί ιδ.)

            Οι ορφικοί συγγραφείς περιστασιακά έδωσαν το όνομα του Διός στον πρωτόγονό τους, τον Φάνη, (Δαμάσκιος Απορίαι καὶ λύσεις περὶ τῶν πρώτων ἀρχῶν σ. 380=ορφ. θρ. 48 Abel Πρωτόγονον ανυμνεί και Δία καλεί πάντων διατάκτορα, Ευσ. Εὐαγγελικὴ προπαρασκευή 3.9. 1 θρ. = Ετοβ. Εκλ. 1. 1. 23 = ορφ. θρ. 123 Abel Ζευς πρώτος γένετο κ.τ.λ.· δείτε O. Gruppe in Roscher Lex. Myth. iii. 2260), του οποίου το όνομα εξηγείται μερικές φορές ως αναφορά στο Φως (Μαλ. Χρον. 4 σ. 74 Dindorf, Σουδ. λμ. Ορφεύς 7 φως ή την  Ημέρα (Θέοων Σμυρν. Τα κατά μαθηματικόν χρήσιμα εις την Πλάτωνος ανάγνωσιν σ. 105 = ορφ. θρ. 171 Abel Φανή τε μέγαν και νύκτα μέλαινα), αλλά συνήθως  ως περιγραφ΄γ του Ήλιου (Μακροβ. Sat. 1. 18. 13, Διοδ. 1. 11, Ιαμβλ. Θεολ. αριθμ. σ. 60· δείτε E. Zeller A History of Greek Philosophy μετ. S. F. Alleyne London 1881 i. 106 αρ. 4, O. Gruppe in Roscher Lex. Myth. iii. 2255 στ.). Για ένα ανάγλυφο στη πόλη Μόντενα που αναπαριστάνει τον Φάνη με έναν κεραυνό στο δεξί του χέρι, δείτε τον R. Eisler Weltenmantel und Himmelszelt Mvinchen 1910 ii. 399 στ. εικ. 47.

[39] Η σχέση του Ουρανού με τη Γαία, και των δύο με τον Δία, θα εξεταστεί παρακάτω.

[40] Ηροδ. 6. 56. Wide Λακων. Λατρ. σ. 3 παραπ. Corp. inscr. Gr. i no. 1241, 8 ff  [αγω]νοθέτης | [των] μεγάλων Ου[ρα|νίων, αρ. 1258, 6 στ. [ι]|ερεύς γε[νόμενος;] | Διός Ουρ[ανίου], αρ. 1276, 9 στ. ιερεύς  | Ουρανίων, Lebas-Foucart Peloponnese αρ. 179 a, 3 στ. νεικήσαντα τραγωδούς Ουραν|ιάδα γ’ ( = Corp. inscr. Gr. i αρ. 1420, ίδ, 1421, 11 στ., 1429, 4 στ., 1473, 1, 1719, 6), Corp. inscr. Gr. i αρ. 1424, 1 στ. των μεγίστων Ουρανίων | Σεβαστείων Νερουανιδεί|ων.

[41] Καλλιμ. Υμν. Ζευς 55, παρ. 52. 3 Wilamowitz, Ανθ. Παλ. 9. 352. 4 (Λεωνίδας Αλεξ.), Ανθ. Παλ. 293. 3, Kaibel Epigr. Gr. αρ. 618. 21, Ερατοσθ. επιστ. πρ. Πτολεμ. 15 Hiller, Νόννος Διον. 21. 4, 24. 279, 25. 348, 27. 76, 31. 97, 43. 174 στ., 47. 694 στ. (πρβ. 46. 39 Ζηνός επουρανίοιο) — συλλέχθηκε  από  Bruchmann Επιθ. Θεών. σ. 136. και ο  Αριστοτ. περ. κόσμου 7. 401 a 25.

[42] Αναφ. κεφ. Ι § 6 (α). Δείτε επίσης C. Clermont-Ganneau Recueil d’Archiologie Orientalc Paris 1903 εκδ. 66 σ.

[43] Τζέτζ. περ. Ομηρ. Αλ. 208 Ζηνός φραδμοσύνησιν εν ουρανού αστερόεντος, Ομ. 171 στ. Ζευς δε τοτ΄ουρανός αργυφέας νεφέλας στυφελίζων | βρόντα χωόμενος, αλληγ. Οδ. Ζ 198 επεί και Ζευς ο ουρανός και Ζευς αυτός τυγχάνει, 9.81 Διός όμβρους (όμβρος) αέξει δε, του ουρανού νυν λέγει, 12. 25 στ. αι δε Πλειάδες σφων πατρί Διί  τω ουρανώ δε | φέρουσιν 102 Ζευς ώσεν άνεμον, ο ουρανός ενθάδε πρβ. Ι 78 Διί χείρας ανέσχομεν, τω ουρανίω ύψει.

Ένα Σχόλιο Προσθέστε το δικό σας

Σχολιάστε