Ο Ορφεύς για τους Έλληνες ήταν μια μορφή του μύθου, αλλά και κάποιος ασυνήθιστος, υπό την πραγματική ελληνική έννοια του όρου, διότι δεν είχε θέση στο δίκτυο γενεαλογιών από το οποίο σχεδόν όλοι, όσοι υποτίθεται ότι έζησαν στην ηρωική εποχή, συνδέθηκαν μαζί στην ησιοδική και τη λογογραφική παράδοση.
Αυτές οι γενεαλογίες συνέδεσαν την Ελλάδα με την Αίγυπτο, τη Φοινίκη και την Ανατολία, αλλά ποτέ τη Θράκη, τη χώρα του Ορφέως.
Ο Ορφεύς βρίσκεται εκτός του μυκηναϊκού κόσμου. Ο πατέρας του, Οίαγρος είναι ένα απλό όνομα άνευ ουσίας. Τέσσερις ξεχωριστές ιστορίες για τον Ορφέα μαρτυρούνται στους κλασικούς χρόνους, όλες αντανακλούν τα μοναδικά χαρίσματά του.
1. Πουλιά και ζώα έρχονταν να τον ακούσουν την ώρα που ερμήνευε τις ωδές του, ποτάμια παρέκλειναν από την ομαλή ροή τους, ακόμη τα βράχια και τα δέντρα κινούνταν κάτω από το βουνό για να τον ακούσουν (Βακχ. 28 (b), A. Aγ. 1630, Ε. Bακ. 562, Iφ.Aυλ. 1212, κ.λπ. (47-55 Kern)· στην τέχνη από περίπου -500 (βλ. Fraenkel στο Aγ.). Το θαύμα δεν σχετίζεται με κάποια ιδιαίτερη περίσταση, αν και ο Σιμωνίδης το προσαρμόζει στο πλαίσιο της ιστορίας των Αργοναυτών.
2. Συμμετείχε στην Αργοναυτική εκστρατεία και έσωσε τους Αργοναύτες από τις παραπλανήσεις των Σειρήνων, ξεπερνώντας τες με την ωδή του. (Σίμων. 567 (πρβλ. 544-8, 576· 5957)· Πινδ. Π. 4.176f., E. Υ. σελ. 27, 48 Bond, Ηρόδωρος 31 F 42-43. Σύμφωνα με μια εναλλακτική, ίσως παλαιότερη παράδοση, ο μουσικός των Αργοναυτών ήταν ο Φιλάμμων (Φερεκ. 3 F 26). Τα πρώτα αποδεικτικά στοιχεία είναι μια μετόπη του θησαυρού της Σικυωνίας στους Δελφούς (πριν από το -550 ), όπου προφανώς και οι δύο απεικονίστηκαν στη Αργώ.
3. Υπερίσχυσε επί των καταχθονίων δυνάμεων να απελευθερώσει τη γυναίκα του από τον Άδη. (Ε. Aλκ. 357-9, Πλ. Συμπ. 179d, βλ. Ισοκ. Bουσίρις 8; Linforth, 16-21.)
4. Εφονεύθει από μια ομάδα Βασσάρων Θρασσών (γυναικών από την Θράκης) (προφανώς διότι οι άντρες καθόταν εντυπωσιασμένοι από τη φωνή του και τη μουσική του). Έκοψαν το κεφάλι του, αλλά αυτό συνέχισε να άδει.
Ο Ορφεύς σύρθηκε εισδύοντας μέσα στους πολιτιστικούς ορίζοντες της κλασικής Ελλάδας και έγινε υιός του Απόλλωνος και μιας Μούσας, αλλά και πρόγονος του Ησίοδου και του Ομήρου. Ωστόσο, οι ιστορίες τον απεικονίζουν όχι ως μακρινό πρόδρομο του Ομήρου, αλλά ως αοιδό διαφορετικού τύπου· κάποιου που μπορεί να ασκήσει δύναμη πάνω στον φυσικό κόσμο και που μπορεί να αντιμετωπίσει τον ίδιο τον θάνατο, μια «σαμανική» μορφή. Εισέβαλλε στην ελληνική μυθολογία, σίγουρα, όχι μέσω της μυκηναϊκής ιστορίας, αλλά σε μεταγενέστερη περίοδο από τη Θράκη, ή μέσω της Θράκης από βόρεια, από περιοχές όπου υπήρχαν πράγματι σαμανικές πρακτικές ή διατηρούνταν από τους ντόπιους.
Η λέξη «σαμάνος» (shaman) προέρχεται από τη Τουνγκουζική γλώσσα (Tungus) της κεντρικής Σιβηρίας, αλλά ο προσδιορισμός Shaman χρησιμεύει ως μια βολική ονομασία για έναν τύπο «μάγου» αναγνωρίσιμο σε όλη την Κεντρική και Βόρεια Ασία, την Αρκτική, την Αμερική, την Ινδονησία, την Αυστραλία και την Ωκεανία. Η χαρακτηριστική του ικανότητά είναι να οδηγεί μόνος του τον εαυτό του σε μια κατάσταση στην οποία το πνεύμα του φεύγει από το σώμα του και πραγματοποιεί ταξίδια και περιπέτειες πέρα από την κόσμο των απλών ανθρώπων. Μπορεί το πνεύμα του να πετά στον αέρα για τεράστιες αποστάσεις, να επισκέπτεται το κέντρο του κόσμου, και να περνά από εκεί στα διάφορα επίπεδα του ουρανού. Μπορεί να βυθιστεί στα βάθη της θάλασσας ή να πάει στη γη των νεκρών.
Ο σαμάνος είναι ένας θεουργός που μπορεί έτσι να διαπραγματευτεί με θεούς και πνεύματα (στη δική τους γλώσσα) για λογαριασμό της κοινότητας ή να συνομιλεί με τις ψυχές των απερχομένων και να φέρνει πίσω μηνύματα από αυτούς.
Μπορεί να θεραπεύει τους αρρώστους ακολουθώντας τις φυγόπονες ψυχές τους (εάν είναι απαραίτητο κατεβαίνει μέχρι το βασίλειο των νεκρών) και τις φέρνει πίσω στους ιδιοκτήτες τους, ή νικάει τους νοσηρούς δαίμονες σε κάποια μάχη.
Μπορεί μόνος του να δει ψυχές και πνεύματα· συχνά παίρνουν την μορφή κάποιου ζώου, αλλά ο σαμάνος μπορεί να ασχοληθεί με ζώα και πουλιά και να κατανοήσει τη γλώσσα τους.
Έχει πρόσβαση σε ολόκληρη τη φύση, οι πνευματικές του περιπέτειες εκπροσωπούνται δραματικά στους θεατές με τον μιμητικό χορό του, τις συμβολικές πράξεις, τα χαρακτηριστικά του, τις εκτάσεις του, και τις κραυγές του ή μπορεί να τα αναφέρει σε μεγάλες ωδές.
Φυσικά, αυτή είναι μια σύντομη δυνατή περίληψη ενός τόσο διαδεδομένου και ποικίλου φαινομένου. (Δείτε M. Eliade, Shamanism, Archaic Techniques of Ecstasy 1964).
Το ότι πρέπει να αντιληφθούμε τον Ορφέα μέσα στο πλαίσιο του βόρειου σαμανισμού δεν είναι κάποιο νέο συμπέρασμα, και, εν ευθέτω χρόνω, θα προσπαθήσω να δείξω ότι δεν εκπροσωπεί μια μεμονωμένη εισβολή σαμανικών στοιχείων στον ελληνικό μύθο και θρύλο.
Αλλά ήταν, ή έγινε, κάτι περισσότερο από το θέμα των μύθων, τα ποιήματα συντάχθηκαν στο όνομά του και απέκτησαν μια αρχή «αυθεντίας» προερχόμενη από αυτό. Το ίδιο ισχύει και για διάφορους θρυλικούς αοιδούς (Μουσαίο, Εύμολπο, Λίνος κ.λπ.), για τους οποίους θα πω κάτι παρακάτω. Αλλά από τα τέλη του -6ου αιώνος έως το τέλος της αρχαιότητας ο Ορφέας ήταν το αγαπημένο όνομα για τα ψευδεπίγραφα ποιήματα θρησκευτικού, μεταφυσικού ή εσωτερικού χαρακτήρα.
Δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο και μόνο επειδή ήταν διάσημος αοιδός του παρελθόντος. Κάποια από την πρώτη ποίηση που του αποδόθηκε ήταν ιδιαίτερα κατάλληλη για τη σαμανική φύση του.
Υπήρχε μια Κάθοδος στον Άδη, κατά την οποία αναπαριστάται ο απολογισμός του ταξιδιού του στο κόσμο των νεκρών για να ανακτήσει τη γυναίκα του και όλα όσα είδε εκεί.
Υπήρχαν ξόρκια και μαγικά άσματα. Το πιο αξιοσημείωτο από όλα είναι ότι, υπήρχε ένας ιερός μύθος για τον σπαραγμό και την επανασύσταση του Διονύσου, που σχετίζεται με ένα ορφικό ποίημα, το οποίο αντικατοπτρίζει, ένα ιδιαίτερο είδος μύησης στο οποίο ο σαμάνος υποτίθεται ότι πρέπει να υποβληθεί. Αυτό υποδηλώνει ότι ο Ορφέας μπορεί να είχε συνδεθεί από την αρχή, ωστόσο, επιθετικά, με θρησκευτικές πρακτικές στις οποίες υπήρχαν στοιχεία που προέρχονταν από σαμανιστική παράδοση.
Ο εξελληνισμός του περιελάμβανε ένα μέτρο ορθολογισμού. Τα θαυμαστά του επιτεύγματα – κυριάρχηση επί των ζώων, ανάκτηση της συζύγου του από τον Άδη κ.λπ. – φάνηκε να προέρχονται απλώς από την αριστεία του στην ωδή, την οποία όφειλε στους μουσικούς του γονείς. Εάν είχε πρόσβαση σε ειδικές γνώσεις για τα θεϊκά πράγματα, ήταν επειδή ήταν υιός του Απόλλωνος. Στο προοίμιο της Ραψωδικής Θεογονίας αναγκάστηκε να πει (απ 62):
― Ώναξ, Λητούς υί, εκατηβόλε, Φοίβε κραταιέ, ώ δέσποτα, ημέρας υιέ, ο τα πάντα πόρρωθεν ταις ακτίσί σου τοξεύων, αμίαντε και δυνατέ, πανδερκές, θνητοίσι και αθανάτοισιν ανάσσων, ο τα πάντα επιβλέπων, θνητών και αθανάτων βασιλεύων, Ηέλιε, χρυσέαισιν αειρόμενε πτερύγεσσιν, Ήλιε τιμίαις εις τον αέρα υψούμενε πτέρυξι, δωδεκάτην δη τήνδε παραί σεο έκλυον ομφήν, δωδεκάτην δη ταύτην παρά σου ήκουσα θείαν φωνήν, σευ φαμένου· σε δε γ’ αυτόν, εκηβόλε μάρτυρα θείην.
Ω Κύριε, υιέ της Λητούς, εκατηβόλε, πανίσχυρε Φοίβε, παντοδύναμος . . . . . . . άρχοντας θνητών και αθανατών,. . . Ήλιος θεός που φέρεται ψηλά στα χρυσά φτερά,. . . . αυτό είναι ο δωδέκατο χρησμός που έχω ακούσει από το στόμα σου:. . . . εσύ, μακρινέ εκηβόλε, είμαι ο μάρτυρας μου.
Ο Τίμαιος στον διάλογο του Πλάτωνος δίνει μια γενική γενεαλογία των θεών που προέρχεται προφανώς από μια Ορφική θεογονία, λέγοντας ότι είναι αρκετά καλή γιατί προέρχεται υπό το κύρος «εκείνων που έχουν μιλήσει προηγουμένως, για τους απογόνους των θεών, όπως είπαν, που γνώριζαν με ακρίβεια τους προγόνους τους »(Τίμαιος 40e).
Ο Πλάτων φυσικά αποσκοπεί σε έναν απλό λόγο, περισσότερο αστειεύεται παρά μιλάει σοβαρά· αλλά το πρόβλημα της αυθεντικότητας στις θεολογικές ερωτήσεις ήταν πραγματικό.
Ο Ησίοδος μπορούσε μόνο να ισχυριστεί ότι γνώριζε την ιστορία των θεών γιατί την είχε μάθει από τις Μούσες. Αν και δεν έλεγαν πάντα την αλήθεια, σύντομα αποδείχθηκαν ανεπαρκείς ως εγγυητές.
Ο Παρμενίδης παρέλαβε επίσης την αποκάλυψή του από μια θεά.
Ο Πυθαγόρας και ο Εμπεδοκλής ισχυρίστηκαν ότι ήταν οι ίδιοι θεοί, ο Ψευδο-Επιμενίδης απέκτησε τη γνώση με εγκοίμηση στο σπήλαιο του Διός.
Στη μεταγενέστερη αρχαιότητα, επίσης, η θρησκευτική διδασκαλία τέθηκε στο «στόμα» των θεών, για παράδειγμα στους «Ερμητικούς Διαλόγους» και στους «Χρησμούς» των Χαλδαίων.
Το αρχικό στάδιο της ανάπτυξης μιας ορφικής λογοτεχνίας ήταν, υποθέτω, η απόδοση στον Ορφέα ως ο μεγάλος «σαμάνος» του παρελθόντος, των ποιημάτων σαμανικού χαρακτήρα (περιγραφή ταξιδιών των καταβάσεων στον Άδη κ.λπ.) , ή των ποιημάτων που συντέθηκαν σε θρησκευτικούς κύκλους των οποίων οι τελετές περιείχαν στοιχεία σαμανικής προέλευσης. Αυτό είχε ξεκινήσει πριν προοδεύσει ο εξορθολογισμός του Ορφέως έτσι ώστε να απομακρύνει τις σχέσεις του με τον σαμανισμό.
Το επόμενο στάδιο ήταν να χρησιμοποιηθεί το όνομά του πιο γενικά για τα ποιήματα που αποκάλυπταν την «αλήθεια» για θέματα όπως η φύση το πεπρωμένο της ψυχής ή την ιερή ιστορία των θεών.
Όπως θα δούμε, και τα δύο στάδια εκπροσωπούνται μεταξύ των πρώτων βεβαιωμένων Ορφικών ποιημάτων, που χρονολογούνται από τα τέλη του -6ου ή στις αρχές του -5ου αιώνος.
Η χρήση του «Ορφέως» ως αρχική προέλευση δεν παλαιότερη ή δεν πάει παλαιότερα. Δεν ήταν παράδοση των Ελλήνων. Κάποιος μεταγενέστερα πρέπει να το σκέφτηκε την σύνδεση του ονόματος Ορφέα για πρώτη φορά. Μόλις το σκέφτηκε, ήταν μια εύκολη ιδέα να το αντιγράψει και να το αναπαραγάγει, αλλά πρέπει να προήλθε από ένα και μόνο μέρος σε μια και μόνη στιγμή της ιστορίας. Εάν δεν μπορούμε να εντοπίσουμε αυτήν τη στιγμή ακριβώς, νομίζω, μπορούμε να την προσεγγίσουμε παρατηρώντας τη σύγκλιση τριών κατευθυντήριων γραμμών τεκμηρίων, μία εκ των οποίων μόλις πρόσφατα έγινε διαθέσιμη και μια άλλη εκ των οποίων τείνει να φθείνει.
Στη Δίνη των κειμένων: The Orphic Poems by Martin L. West
