«Θυράζε Κάρες, ουκ, έτ’ Ανθεστήρια», τί σημαίνει αυτή η φράση; (όχι δεν είναι για τα πνεύματα» ούτε και τις «ψυχές»)

στις

― Θυράζε Κάρες, ουκ, έτ’ Ανθεστήρια – δηλαδή «Έξω από την θύρα (της οικίας μου), Κάρες, δεν είναι ακόμη Ανθεστήρια», παραθέτει ο Ζηνόβιος (+2ος αιών, από το έργο του Διδύμου) (Ζην. Αθ. 1. 30, 4. 33) και εξήγησε την παροιμιώδη φράση η οποία μετέπειτα παραδίδεται στους παροιμιογράφους και στα αρχαία λεξικά και λεξικογράφους (Διογ. 5. 24, Απ. 10. 36, Αρσ. 290, Παυσ. αττικ. Ησ. Φωτ. Σουδ. –θυράζε Κάρες).

Μερικά από αυτά τα λεξικά προσθέτουν μια παραλλαγή, την λέξη «Κήρες» αντί της λέξεως «Κάρες», που προτιμάται από κάποιους μεταγενέστερους λεξικογράφους (Ησυχ. κήρ, κήρες).

Για την πρώτη εκδοχή, παρέχονται δύο επεξηγήσεις.

Η πρώτη επεξήγηση λέει ότι οι Κάρες ήταν δούλοι στην Αθήνα και ήταν πολυάριθμοι οι οποίοι συμμετείχαν στο ξεφάντωμα του εορτασμού των Ανθεστηρίων μέχρι την στιγμή που έπαυαν οι εορτασμοί και στέλνονταν και πάλι στην δουλειά τους.

Η δεύτερη επεξήγηση λέει ότι οι Κάρες κατέλαβαν κάποτε μέρος της Αττικής, και έγιναν ανεκτοί υπό εκεχειρία στα Ανθεστήρια, και μετά εκδιώχθηκαν.

Η δεύτερη εκδοχή περιγράφει πιο συνοπτικά ότι «φάσματα» (φαντάσματα) ή «σκιές», ή «ψυχαί», περιπλανιόνταν στην πόλη κατά τη διάρκεια των Ανθεστηρίων.

Ο Ησύχιος υπονοεί σε μια νύξη του τις ονομασίες «Κήρ» και «Κήρες» ως «ψυχή» και «ψυχαί» (Ησυχ. λήμ. κήρ, κήρες).

Από αυτά τα στοιχεία συνάγεται συνήθως το συμπέρασμα ότι φαντάσματα βρίσκονταν και αιωρούνταν έξω κατά τη διάρκεια των Ανθεστηρίων και κατά το τελετουργικό «χύτρα» που φέρεται στα σχόλια του Αριστοφάνη (1096). Το τελετουργικό «χύτρα» τελείται την τρίτη ημέρα των Ανθεστηρίων όπου βράζονται σπόροι και καρποί στην χύτρα και προσφέρονται στον Ερμή (χθόνιο) για την μνημηϊα αυτών που απεβίωσαν στην μεγάλη επομβρία του Δευκαλίωνος.

Υποστηρίζεται ότι η εκδοχή με την λέξη «Κήρες» είναι η αυθεντική, ή ότι οι «Κήρες» και οι «Κάρες» είναι ισοδύναμες μορφές.

Επειδή όμως η λέξη «κήρ» δεν σημαίνει «φάσμα» (φάντασμα) (παρά το τι γράφει ο Ησύχιος), υποστηρίζεται περαιτέρω ότι τα φαντάσματα αποκαλούνταν «κακά πνεύματα», «στοιχειά».

Το νόημα λοιπόν τότε της φράσης γίνεται «Φύγετε, κακά πνεύματα, τα Ανθεστήρια τελείωσαν».

Είναι ένα τελετουργικό ξόρκι, όπως αυτό που χρησιμοποιούσαν στη Ρώμη στην εορτή Λεμούρια (τα Λεμουράλια). Η τελετή στα Λεμούρια γινόταν την νύχτα αφού έριχναν μαύρα κουκιά ολόγυρα στη οικία και χτύπαγαν χαλκώματα για να τρομάξουν τα φαντάσματα και να φύγουν

. Κατά τη διάρκεια της γιορτής απαγορεύονταν οι γάμοι και οι ρωμαϊκοί ναοί ήταν κλειστοί.

Ο Burkert στο έργο για την Ελληνική Θρησκεία (250) δίνει μια διαφορετική εκδοχή, ότι τα «κακά πνεύματα» είναι μεταμφιεσμένοι άνθρωποι προσωπιδοφόροι που κυκλοφορούσαν πειράζοντας και τρομάζοντας τους άλλους ανθρώπους· στην έρευνά του υποστηρίζει ότι υπήρχαν τέτοιοι μεταμφιεσμένοι προσωπιδοφόροι και την προηγούμενη μέρα, εκείνοι οι «πανηγυριστές επάνω στις άμαξες» που μερικές φορές συνδέονται με τον εορτασμό στους Χόες. Τίποτα από αυτά δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό διότι είναι εικασίες.

Τα αποδεικτικά στοιχεία έχουν εξαναγκαστεί με διάφορες εικασίες, και όσοι εξαναγκάζουν τα τεκμήρια τότε αυτά ξεκάθαρα είναι ανύπαρκτα.

Αρκεί μόνο να δηλώσουμε το αυτονόητο. Ο Ζηνόβιος μας δίνει ένα ιαμβικό τρίμετρο, μια αξιομνημόνευτη γραμμή από κάποια κωμωδία ή από κάτι άλλο. Ένα μεγάλο ποσοστό των ελληνικών «παροιμιών» είναι γραμμές ή φράσεις από ποίηση, κυρίως από δράμα, και συχνά το αποτέλεσμα εξαρτάται από τη φανταστική κατάσταση.

Εδώ στη φράσηκάποιος αναφωνεί: «Έξω από την οικία, εσύ —; η εορτή τελείωσε!».

Το επιφώνημα δεν είναι μια συνηθισμένη μορφή λέξεων, ακόμη λιγότερο δε ένα τελετουργικό ξόρκι, ο όρος «Κάρες» ή «Κήρες» δεν είναι από μόνο του στοιχείο των Ανθεστηρίων. Δεν σημαίνει ότι ορισμένες συνήθεις λέξεις έχουν επαληθευτεί· διότι τότε οι αρχικές λέξεις θα αποτελούσαν την παροιμία.

Η παράδοση που περιγράφεται παραπάνω καθιστά σχεδόν βέβαιο ότι ο Ζηνόβιος γνώριζε μόνο την εκδοχή με τους «Κάρες» και τις δύο εξηγήσεις της. Η εκδοχή με τις «Κήρες» προστέθηκε μεταγενέστερα στο κείμενο, από κάποιους λάτρεις των παροιμιών.

Ένα τέτοιο άτομο μπορούσε κάλλιστα να είναι εξοικειωμένο με τα ρωμαϊκά Λεμουράλια και την Λεμούρια, ή τουλάχιστον με την αφήγηση του Οβιδίου γι’ αυτήν, ή αλλιώς με κάποιον παρόμοιο λαϊκό τρόπο. Και ένα τέτοιο άτομο μπορούσε κάλλιστα να παραβλέψει τη δυσκολία του όρου «Κήρες», και την περαιτέρω συνήθεια ότι οι Αθηναίοι δεν διασκέδασαν ποτέ με τα φαντάσματά τους μέσα στην οικία τους.

Από τις δύο εξηγήσεις για τους «Κάρες», αυτή για τους Κάρες κατοίκους στην Αττική είναι παράλογη αλλά προβλέψιμη· η άλλη φαίνεται ακριβώς η πιο σωστή.

Οι δούλοι Κάρες ήταν πολυάριθμοι· Οι δούλοι συμμετείχαν στο εορταστικό ξεφάντωμα των Ανθεστηρίων. Έτσι, κάποιος σε ένα θεατρικό έργο θα μπορούσε εύκολα να πει στους δούλους που απέφευγαν να πάνε πίσω στην εργασία τους, «Έξω από την οικία, Κάρες· τα Ανθεστήρια τελείωσαν!». Αυτή η απλή φράση διατυπώνεται με λίγα λόγια.

«Δεν ήταν σωστό» να εμποδίσουμε έναν δούλο να απολαύσει το κρασί στα Ανθεστήρια, λέει ένα σχόλιο στον Ησίοδο (Ησ. 368). Ο Καλλίμαχος (Αιτ. θρ. 178. 1-2) γνώριζε έναν Αθηναίο στην Αλεξάνδρεια που τηρούσε πιστά την αθηναϊκή εορτή των Ανθεστηρίων, και τις τρεις διαδοχικές ημέρες η δεύτερη μέρα είναι «η λευκή ημέρα για τους δούλους». Την ημέρα αυτή, ο Διονύσιος από την Ηράκλεια (Αθ. 10.50, 437Ε), ένας φιλόσοφος έφυγε από την Στοά ασπαζόμενος την αρχή της προσωπικής ευχαρίστησης και πήγε να ξεφαντώσει ο ίδιος μαζί με τους δούλους. Οι κατάλογοι των εξόδων των ελευσινιακών κτηρίων του -329/8 (IG II² 1672, 204) καταγράφουν το κόστος μιας θυσία ζώου αξίας 23 δραχμών για «τους δημόσιους δούλους στους Χόες – και έξοδα για να φάνε και να πιούνε.

Είναι αληθές ότι το ξεφάντωμα των δούλων γίνεται στη δεύτερη από τις τρεις μέρες, όταν κάθε ελληνική οικία με τα μέλη της έπινε από τους χόες του κρασιού. Οι δούλοι δεν έπαιρναν μέρος στον εορτασμό της τρίτης ημέρας. Αλλά επειδή οι Αθηναίοι στο σύνολό τους απολάμβαναν ακόμα τις διακοπές, μεγάλο μέρος της τακτικής εργασίας που έκαναν οι δούλοι έξω από την οικία πρέπει να είχε ανασταλεί.

Το κάλεσμα για επιστροφή στη δουλειά ανήκει στο τέλος της εορτής.

Το όνομα «Καρίων» είναι ένα από τα πιο κοινά ονόματα των αθηναίων δούλων, είναι το όνομα για παράδειγμα ενός δούλου που κατείχε ο Χρεμύλος στον Πλούτο του Αριστοφάνη. Μεταξύ των δούλων αναγνωρίσιμης προέλευσης που αναφέρονται στις Αττικές Στήλες, οι Θράκες και οι Κάρες προηγούνται όλων των υπολοίπων, αριθμούν 12 και 7 από τους 35. Αν και οι Θράκες μπορεί να ήταν ίσοι ή περισσότεροι από τους Κάρες τον -5ο αιώνα, είναι ωστόσο πιθανό ότι οι Κάρες δούλοι ήταν εξοικειωμένοι με τους Αθηναίους πολύ πιο πριν από τους Θράκες, και έτσι παρέμεναν πάντα σίγουρο απόθεμα.

Επομένως η φράση του Ζηνοβίου είναι μια καθαρά κοσμική παραίνεση ώστε να επιστρέψουν οι δούλοι Κάρες στην εργασία τους.

Δεν δεικνύει σε καμία περίπτωση ότι «φαντάσματα» ή «πνεύματα» αιωρούνταν ή «περιπλανιόνταν» έξω στην πόλη για τα Ανθεστήρια.

Βιβλιογραφία από Noel Robertson / Ο νέος οίνος στα Ανθεστήρια

Σχολιάστε