Οι άμεσες μαρτυρίες για το τελετουργικό
Ο Δίας φράτριος και η Αθηνά φρατρία
Ο Αριστοτέλης για τις Φρατριές και τις Τριττύες
Οι Φρατρίες της Κλασικής Περιόδου
Ο Φιλόχορος για τις «Δώδεκα Πόλεις»
Ο Φιλόχορος για τις Τέσσερις Φύλαι
Ο Αριστοτέλης και άλλοι για τις Επαγγελματικές Τάξεις
Συγγραφεύς Noel Robertson – Μετάφραση: Ορέστης Πυλαρινός
Ο NOEL ROBERTSON ήταν καθηγητής Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Brock. Έγραψε και έκανε διαλέξεις για πολλά θέματα της αρχαίας, ιδιαίτερα της ελληνικής, ιστορίας και τη θρησκεία.
Εισαγωγή
Κατά την διάρκεια της Σκοτεινής Περιόδου (-1200 έως το -700), η κοινωνία και η κυβέρνηση των πολιτειών άλλαξαν. Στην Αττική o αυξανόμενος πληθυσμός οργανώθηκε γύρω από την πόλη της Αθήνας σε ένα σύστημα φρατριών. Οι φρατρίες εγγράφουν τώρα ουσιαστικά στις τάξεις τους νέους άνδρες (έφηβους) ως πολίτες και ως οπλίτες για την υπεράσπιση της πόλεως. Αυτή η διαδικασία, που τελείται στις στοές των φρατριών σε όλη την ύπαιθρο, ρίζωσε τόσο πολύ που συνεχίστηκε ακόμη και όταν ο Κλεισθένης μεταβίβασε την κύρια ευθύνη στους δήμους. Με την έλευση των φρατριών, η τελετή των Εκατομβαίων στη νοτιοανατολική Αθήνα έχασε κάθε σημασία. Οι φρατρίες δεν συνδέθηκαν στην πόλη, όσο μπορεί κανείς να δει, σε καμία αντίστοιχη τελετή.
Αν κοιτάξουμε κατά την εποχή των τυράννων, διαπιστώνουμε ότι έχει επινοηθεί μια άλλη αστική τελετή· η ορκωμοσία στο ιερό του Αγλαύρου, ακολουθούμενη από την παννυχίδα και την πομπή των Παναθηναίων. Η τελετή συνεχίστηκε και όταν οι πολίτες άρχισαν να εγγράφονται από τους δήμους. Αργότερα ακόμη, οι νέοι άνδρες περνούν μια περίοδο εκπαίδευσης για να χαρακτηριστούν οπλίτες· και οι πολίτες και οι δημότες έρχονταν νωρίτερα στην Αθήνα, τον μήνα Μεταγειτνιώνα, για να εκλέξουν τους επόπτες. Αυτές οι εξελίξεις πραγματοποιούνται στην παλαιά Αγορά ανατολικά της Ακρόπολης – μια πανάρχαια «παλαιά» Αγορά όπως φαίνεται αργότερα, αλλά μια νέα την εποχή των φρατριών.
Αν και οι πολίτες εγγράφονταν τοπικά, τα μέλη της φρατρίας έρχονται στην Αθήνα στην αρχή του πολιτικού έτους για έναν άλλο σκοπό· να εκλέξουν ή να αναγνωρίσουν τους αξιωματούχους της πολιτείας. Η διαδικασία, στην πανσέληνο του πρώτου μήνα (Εκατομβαιώνα), ονομάζεται Συνοίκια, δηλαδή τις «τελετουργίες των συν-οίκων», δηλαδή των οίκων στις στοές των φρατριών. Η λατρεία απευθύνεται στον Δία και την Αθηνά, τις θεότητες της Ακροπόλεως που έχουν οικιοθετηθεί από κάθε φρατρία.
Το έδαφος που επιλέγεται για τη συγκέντρωση βρίσκεται κάτω από την ανατολική πρόσοψη της Ακροπόλεως, έτσι ώστε ο Δίας και η Αθηνά να κοιτάζουν από ψηλά τους λατρευτές τους.
Αυτή ήταν τώρα η Αγορά της Αθήνας, και είχε στηθεί ένας βωμός του Διός που έγινε ο πιο διάσημος βωμός της πόλης – «ο βωμός του ελέους», όπου οι ικέτες ζητούν ακρόαση από την λαοσυνέλευση. Ένα Πρυτανείο και άλλες υπηρεσίες της πολιτείας χτίστηκαν δίπλα στον ανοιχτό χώρο.
Η Αττική υπηρετείται από την οργάνωση των φρατριών μέχρι τον (-)έκτο αιώνα, όταν ξέσπασαν συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών περιοχών. Τα μέλη της φρατρίας συγκεντρώνονται τότε πάντα οπλισμένοι στα Συνοίκια, αλλά η πρακτική ήταν πλέον πολλή επικίνδυνη. Ο τύραννος Πεισίστρατος ανέστειλε τις συγκεντρώσεις, και όχι φυσικά το τελετουργικό, και επανατοποθέτησε το κατάλυμα των αρχόντων στον βορειοδυτικό τομέα της πόλης. Από τότε, οι πολιτειακές υπηρεσίες διαχωρίστηκαν ανάμεσα στην παλαιά Αγορά και τη νέα, την Αγορά που γνωρίζουμε από την ανασκαφή. Ολόκληρο το σώμα των πολιτών δεν συγκεντρώνεται πλέον σε καμία από τις δύο Αγορές, αλλά στην Πνύκα ή στο θέατρο του Διονύσου.
Ωστόσο, η παλαιά Αγορά εξακολουθούσε να φιλοξενεί ορισμένες παραδοσιακές συνελεύσεις, καθώς και έκτακτες συνελεύσεις. Τον (-)πέμπτο αιώνα μέρος του εδάφους μετατράπηκε σε ένα ευρύχωρο ιερό του Θησέως, και κατά την ελληνιστική περίοδο ακόμη ένα μέρος αυτού σχεδιάστηκε ως γυμνάσιο· τόσο το Θησείο όσο και το γυμνάσιο έχουν πολιτειακές αστικές χρήσεις που προέρχονται από την Αγορά. Η ίδια η Αγορά ποτέ δεν παρήκμασε· στην πραγματικότητα έγινε λογοτεχνική τάση η διατήρηση του όρου «Αγορά» για αυτήν την περιοχή και ομιλούμε για τη νέα Αγορά ως η Αγορά του «Κεραμεικού».
Η εορτή Συνοικία, όπως και τα Εκατόμβαια, είναι αποτυπωμένη στο βίο του Θησέως. Αλλά το γεγονός είναι καθαρά δευτερεύον. Μετά τον κύκλο των άθλων που κορυφώνεται με τη σφαγή του Μινώταυρου, όταν ο Θησέας διαδέχθηκε τη βασιλεία και το παράδειγμα ενός νεαρού Αθηναίου είχε πλέον ολοκληρωθεί, το επόμενο βήμα, πριν από τους μάλλον ανόμοιους άθλους της ωριμότητας του Θησέως, είναι ο θεσμός των Συνοικίων. Ο Θησεύς καλεί όλον τον λαό της Αττικής στο κέντρο της Αθήνας για να μοιραστούν μια κυβέρνηση επί ίσοις όροις. Πιο συγκεκριμένα, τους δίνει ένα κοινό Πρυτανείον και το Σώμα της Βουλής, και κάνει τις υπηρεσίες εκλέξιμες.
Τίποτα δεν αναφέρεται για τις φρατρίες σε αυτό το πλαίσιο. Το περήφιμο αποτέλεσμα της δράσης του Θησέως είναι η ισότητα στην αθηναϊκή κοινωνία, η εισαγωγή της άμεσης δημοκρατίας, αλλά και η ενοποίηση της Αττικής, που επιφέρουν έναν άμεσο «συνοικισμό». Η πρώτη αντίληψη είναι αναχρονιστική και η δεύτερη είναι μη πραγματική. Οι φρατρίες εγκατέστησαν αξιωματούχους και βουλευτές της Αθήνας, με μια διαδικασία που δεν γνωρίζουμε· μια διαδικασία που αφομοιώθηκε με τις εκλογές ή τις κατανομές της μεταγενέστερης αθηναϊκής δημοκρατίας. Η επανένωση των φρατρικών στοών δίνει την ονομασία στην εορτή, τα Συνοίκια. Τα Συνοίκια έχουν παρερμηνευθεί ως «συνοικισμός» του γνωστού είδους, του ερχομού στις συνοικίες, και μας λένε, εντελώς παράλογα, ότι δήθεν οι άνθρωποι από μακριά, από κάθε μήκος και πλάτος της Αττικής, εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα και ότι σε όλη την Αττική έκλεισαν αναρίθμητα Πρυτανεία και Βουλευτήρια.
Οι φρατρίες των Συνοικίων έχουν αφήσει το στίγμα τους αλλού, στους πανάρχαιους ανασχηματισμούς της πρώιμης Αττικής που αναφέρονται από τη χαμένη αρχή της Πολιτείας των Αθηναίων [του Αριστοτέλη] και από τον αττικό ετεογράφο Φιλόχορο. Οι ανασχηματισμοί τους προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τις τελετές στην εορτή. Για αυτό έχουμε ανεξάρτητη μαρτυρία στο ιερό Έτος των θυσιών της Αθήνας.
Οι ανασχηματισμοί του [Αριστοτέλη] και του Φιλοχόρου είναι υπερβολικά σχηματικές, αλλά συγκρίνοντάς τες με το ιερό Έτος των Αθηναίων, μπορούμε να δούμε πώς έκαναν λάθος. Το κατάλοιπο της αλήθειας απαρτίζει τη γνώση μας για την πρώιμη Αττική.
Η μελέτη ακολουθεί ως εξής. Πρώτα οι πηγές, και το εύρος των αποδεικτικών στοιχείων που παρέχουν, άμεσα και έμμεσα. Στη συνέχεια τα άμεσα στοιχεία για το τελετουργικό, εκ πρώτης όψεως αντιφατικό· η θυσία στην Ακρόπολη· οι θεότητες της εορτής, ο Δίας φράτριος και η Αθηνά φρατρία. Στη συνέχεια μερικά ερωτήματα τοπογραφίας· η θέση της παλαιάς αγοράς. Η αντίληψη του Απολλόδωρου για την Αφροδίτη πάνδημο, που παρεξηγήθηκε από πάντες και τους μεταγενέστερους, «ο βωμός του ελέους»· ο βωμός και άγαλμα της Ειρήνης, μιας μεταγενέστερα εισαγμένης θεότητος στην εορτή. Τέλος, η πρώιμη οργάνωση της Αττικής· Ο Αριστοτέλης περί φρατριών και τριττυών και ο Φιλόχορος για «τις δώδεκα πόλεις» και τις φυλές, και την πραγματικότητα που προϋποθέτουν και οι δύο. Ο Αριστοτέλης και άλλοι περί των τριών επαγγελματικών τάξεων, μια θεωρία τεκμηριώνεται από τους συντελεστές της εορτής· η τελετουργική ταυτότητα των Ευπατρίδων, των Γεωμόρων και των Δημιουργών. (Βλέπε χάρτες 3 και 4.)
Οι πηγές
Ο Θουκυδίδης και ο Πλούταρχος υποστηρίζουν τα Συνοίκια ως ανάμνηση του συνοικισμού του Θησέως· η διακήρυξη του κήρυκα που παραθέτει ο Πλούταρχος είναι ξεκάθαρο μέρος της τελετουργίας και μερικών άλλων τελετουργικών λεπτομερειών που συνάγονται από την ιστορία. Η εορτή εμφανίζεται στην στήλη των πρώιμων κανόνων του δήμου των Σκαμβωνιδών, και, ως τριετηρική εορτή (ανά δύο έτη), στο πολιτειακό Έτος των θυσιών που δημιουργήθηκε περίπου το -399 (Θουκ. 2.15.1-2,16.1, Πλούτ. Θησ. 24.1-4, IG I³ 244.16-19, Hesperia 4 (1935) 19-21 αρ. 2 γρ. 31-59. Μερικές σύγχρονες καταγραφές της εορτής, Mommsen, Feste 35-40, Μ.P. Nilsson, RE 4 A 2 (1932) 1435 λμ. Συνοίκια Deubner, Att. Feste 36-8, Parke, Εορτές 30-3, T.J. Figueira, Hesperia 53 (1984) 465-6. Όλοι εκτός από τον καθ. Mommsen αγνοούν τα στοιχεία του αίτιου της εορτής.
Το πολιτειακό Έτος θυσιών έχει μεγάλη εξουσία. Ένα πιο εκλεκτικό και με εκτενές τελετουργικό συντάχθηκε στα τέλη του (-)πέμπτου αιώνος, αλλά ο συντάκτης, ο γραμματεύς Νικόμαχος, διώχθηκε γι’ αυτό και το έργο του διαγράφηκε από την πολιτεία. Το ιερό Έτος που το αντικαθιστά περιορίζεται σε αυθεντικές παλαιές εορτές, κυρίως εορτές του Σόλωνος, και είναι εγγεγραμμένο με πολύ κομψά γράμματα και μορφή (Phoenix 43 (1989) 372-3, JHS αρ. (1990) 65-75, ο καθ. P.J. Rhodes, JHS 111 (1991) 94-5, διαφωνεί).
Έτσι η εορτή διατηρήθηκε προσεκτικώς πολύ αφότου είχαν σταματήσει οι δημόσιες συγκεντρώσεις των Συνοικίων· και πράγματι συνεχίστηκε με κάποια μορφή μέχρι την εποχή του Πλούταρχου.
Η θεά Ειρήνη συνδέθηκε αργότερα με τον ετήσιο εορτασμό της 16ης του Εκατομβαιώνος (έκτης μεσούντος). Η Λυκούργεια καταγραφή απόκρυψης χρημάτων δίνει μια πρόχειρη επιβεβαίωση της ημερομηνίας και δείχνει ότι η θυσία στην θεά Ειρήνη ήταν τότε σε πολύ μεγάλη κλίμακα (IG II² 1496. 94-5, 127-8). Άλλες πηγές λένε περισσότερα για το βωμό, ή τους βωμούς, της Ειρήνης και του αγάλματος από τον Κηφισόδοτο και της χρονολογίας που φημολογείται ότι ιδρύθηκε η λατρεία, 375-374. Όπως θα δούμε παρακάτω, το άγαλμα και ο βωμός της Ειρήνης μοιράστηκαν τη μοίρα πολλών κλασικών μνημείων στους πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους, και μεταφέρθηκαν από την παλαιά αγορά στη νέα.
Ο συνοικισμός του Θησέως, όπως τον περιγράφουν ο Θουκυδίδης και ο Πλούταρχος, δεν είναι το μοναδικό αίτιον της εορτής μας. Μια αρχαία και σημαντική ιεροτελεστία αναπαράγει πάντα διάφορες ιστορίες. Τα Συνοικία τα διακρίνουμε πίσω από τις ιστορίες του Δημοφώντος, του υιού του Θησέως, του Σόλωνος και του Πεισίστρατου. Αυτές οι ιστορίες βασίζονται στη συγκέντρωση υπό των όπλων, η οποία ήταν ένα κορυφαίο χαρακτηριστικό της εορτής στις πρώϊμες ημέρες· οι φρατρίες ήταν πάνω απ’ όλα ένα μέσο οργάνωσης της κοινωνίας για πόλεμο. Το μόνο ίχνος αυτού που επέζησε στη συνέχεια στο τελετουργικό ήταν η διακήρυξη του κήρυκος, που απευθυνόταν στους ένοπλους. Είναι, εξάλλου, το μόνο ίχνος που βρίσκουμε στην ιστορία του συνοικισμού του Θησέως, που ενδέχεται επομένως να είναι μεταγενέστερη από οποιαδήποτε άλλη ιστορία. Ο Θουκυδίδης το αναφέρει σαν να ήταν καινοτομία.
Στην τραγωδία Ηρακλείδαι του Ευριπίδου, καθώς διαγράφεται η απειλή πολέμου με το Άργος, ο Δημοφών, ο βασιλεύς της Αθήνας συγκεντρώνει τους ανθρώπους στην πόλη (στ. 335-8). Η δράση του αναφέρεται μόνο εν συντομία. Το υπόβαθρο του δράματος δεν είναι η Αθήνα αλλά ο Μαραθών, όπου οι Ηρακλείδες έχουν εκεί καταφύγει, μάλλον περίεργα, και ο Δημοφών τους άφησε, μάλλον κατά περίεργο τρόπο. Όμως η παράδοση εκτός από τον Ευριπίδη φέρνει τους Ηρακλείδες στην Αθήνα, όχι στον Μαραθώνα, και ο βωμός του Διός στον οποίο ζητούν έλεος και άσυλο ανήκει στην πόλη, στην παλαιά αγορά. Η ικεσία των Ηρακλειδών και η συγκέντρωση των Αθηναίων αποτελούν ένα άλλο αίτιον των Συνοικίων.
Τις πρώϊμες ημέρες οι οπλίτες φορούσαν δερμάτινο πέτασο. Ο Σόλων φόρεσε ένα δερμάτινο πέτασο όταν όρμησε στην αγορά και ανέβηκε στην πέτρινο βάθρο του κήρυκος για να προτρέψει τον πόλεμο στα Μέγαρα (Δημ. 19 περ Παρ. 255, Πλούτ. Σολ. 8.1, Ιουστ. 2.7.10). Η ιστορία εμπνεύστηκε αρχικά από τους πρώτους στίχους του ποιήματός του για τη Σαλαμίνα, αλλά οι λεπτομέρειες προέρχονται από το τελετουργικό των Συνοικίων. Η Σπάρτη έχει μια παρόμοια ιστορία για τους Παρθενίες (τους υιούς των παρθένων δηλαδή των ανύπαντρων κοριτσιών).
Ο Αριστοτέλης και ο Πολύαινος περιγράφουν ένα τέχνασμα του Πεισίστρατου με το οποίο αφαίρεσε από τους Αθηναίους όλα τους τα όπλα (Αριστ. Αθ. Πολ. 15.4, Πολυν. 1. 21. 2). Τους κάλεσε πρώτα να συγκεντρωθούν υπό των όπλων τους, και μετά αφαίρεσε τα όπλα τους ενώ απόσπασε την προσοχή τους. Οι δύο συγγραφείς δίνουν διαφορετικές αλλά παράλληλες ενδείξεις για το γενική τοποθεσία που είναι αναμφισβήτητα η παλαιά αγορά. Ο Πεισίστρατος ήταν αυτός, πέρα από κάθε αμφιβολία, που τερμάτισε το έθιμο της συγκέντρωσης των όπλων στα Συνοίκια – αλλά όχι με τον τρόπο που υποτίθεται. Θα δούμε παρακάτω, εξετάζοντας τα Παναθήναια, γιατί η ιστορία λέει ότι τα όπλα είχαν συγκεντρωθεί σε ένα μέρος κοντά στην αγορά.
Η αφήγηση του Αριστοτέλους για την πρώιμη Αττική είναι γνωστή μόνο από τον Πλούταρχο και τα λεξικά, αλλά το πλαίσιο στον Πλούταρχο και η ορολογία του λεξικού παραπέμπουν άμεσα στη εορτή των Συνοικίων. Όσο για τον Φιλόχορο, τα απομεινάρια της αφήγησης του είναι πιο ουσιαστικά και συνεκτικά από ό,τι έχει αναγνωριστεί γενικά.
Οι άμεσες μαρτυρίες για το τελετουργικό
Ας εξετάσουμε τα στοιχεία για την τοποθεσία της εορτής και τις τιμώμενες θεότητες. Τα δύο πρώτα στοιχεία είναι τα πιο ξεχωριστά, αλλά είναι επίσης αντιφατικά.
Η εορτή μας εμφανίζεται στους λατρευτικούς κανόνες του δήμου των Σκαμβωνιδών, είναι εγγεγραμμένοι στις τρεις όψεις μιας στήλης που χρονολογείται από το -460, τα γράμματα της επίμαχης πλευράς λέγεται ότι είναι λίγο πιο πρώϊμα από αυτά των άλλων δύο πλευρών.
Ο δήμος θυσιάζει ένα ενήλικο ζώο στην Ακρόπολη και το κρέας πωλείται ωμό (IG I³ 244 C16-19 Χσυνοικίοις εμ πόλει τέλεον· τα δε κρέα αποδόσθαι ομά) Πωλείται, μπορούμε να υποθέσουμε, είτε για λόγους οικονομίας είτε γιατί δεν υπήρχε χώρος στην Ακρόπολη για γενικό εορταστικό Τραπέζωμα. Το ζώο πρέπει να είναι μεγάλο, αναμφίβολα ένα βόδι. Η τοποθεσία της Ακρόπολης είναι που αντιτίθεται με το επόμενο στοιχείο.
Το σολώνειον ιερό Έτος εγγεγραμμένο το έτος -399, ή αμέσως μετά, ορίζει μια θυσία και τις δύο ημέρες του τριετηρικού εορτασμού. Την 15η (πέμπτη μεσούντος) του Εκατομβαιώνος, η φυλή των Γελεόντων και η τριττύς των «Λευκοταινίων» τελετουργούν, και το θύμα είναι ένα νεαρό πρόβατο. Την 16η (έκτη μεσούντος) του Εκατομβαιώνος, η φυλή Γελέοντες βρίσκεται και πάλι σε ετοιμότητα, η θυσία απευθύνεται στον Δία Φράτριο και την Αθηνά φρατρία, και τα θύματα είναι δύο νεαρά βόδια, αναμφίβολα ένα για κάθε θεότητα (Hesperia 4, 1935, 19-21 αρ. 2, γρ. 35-8 ― Γλεόντων φυλήι, Λευκοταινίων τριττύι, οίν λειπογνώμονα. Γρ. 47-51 ― Γλεόντων φυλήι, Διϊ φρατρίωι και Αθηναίαι φρατρίαι, βόε δύο λειπογνώμονε).
Την πρώτη ημέρα δεν λέγεται σε ποιον προσφέρεται το νεαρό πρόβατο· είναι εξαιρετικά συνηθισμένο σε κανονισμούς λατρείας (π.χ., εκείνου των Σκαμβωνιδών) να καταγράφεται μόνο το όνομα της εορτής και μετά το θύμα. Ο καθ. Hansen, (GRBS 14 (1973) 325), συμπεραίνει εσφαλμένα ότι το ζώο «δεν προσφέρεται σε καμία ειδικότερη θεότητα και ότι η τριττύς απλώς το λαμβάνει». Και εδώ η θυσία απευθύνεται στον Δία φράτριο και στην Αθηνά φρατρία, ή πιθανώς μόνο στον Δία, τον ανώτερο θεό της εορτής. Η τριττύς «Λευκοταινίες» δεν εκπροσωπούν καμία άλλη πτυχή ενδιαφέροντος· θα δούμε ότι στην πραγματικότητα είναι ολόκληρη η ομάδα φρατριών που συνδέονται με τη φυλή.
Τη δεύτερη ημέρα η θυσία είναι πολύ μεγαλύτερη, κοστίζει πενήντα δραχμές αντί για τέσσερις, και η 16η Εκατομβαιώνος καταγράφεται αλλού ως η μοναδική ημέρα του ετήσιου εορτασμού. Υποθέτουμε ότι στην πρώϊμη περίοδο οι κοινωνικές δραστηριότητες πραγματοποιούνταν στην 15η του Εκατομβαιώνος, στην πανσέληνο και ως εκ τούτου ένα καλό σημείο για μια γενική επανένωση, που συνεχιζόταν την επόμενη ημέρα με θυσίες και εορτασμό. Αργότερα η κοινωνική δραστηριότητα εγκαταλείφθηκε, και μόνο η τριετηρική εορτή κράτησε μια μικρή ανάμνηση. Το ιερό Έτος θυσιών είναι αγαπητό από μόνο του, αλλά οι θεοί των φρατριών δεν ανήκουν στην Ακρόπολη.
Ένα ιερατείο στη ρωμαϊκή Αθήνα επικαλείται στα Συνοικία χωρίς να τα κατονομάζει. Την εποχή του Τραϊανού, ο Τίτος Κοπόνιος Μάξιμος ο πρεσβύτερος ήταν ο «ιερέας του Άρεως Ενυαλίου, της Ενυούς και του Διός Γελέοντος», (IGII² 1072. 5-6 ― ιερεύς Άρεως Ενυαλίου και Ενυούς και Διός Γελέοντος). Οι δύο πρώτες θεότητες, ο Άρης και η Ενυώ, ανήκουν μαζί. Αγάλματα και των δύο, από κλασικούς γλύπτες, ίσταντο στον ναό του Άρεως του (-)πέμπτου αιώνος που μεταφέρθηκαν στην Αγορά την εποχή του Αυγούστου, περίπου εκατό χρόνια πριν από την ιεροσύνη του Τίτου (Για την συγκεκριμένη λατρεία του Άρεως, Wycherley, Testimonia 54-5. Για τον ναό, Thompson and Wycherley, Αγορά Αθηνών 162-5). Κοντά στο ναό ο Παυσανίας είδε το άγαλμα της Ειρήνης, και πάλι από έναν κλασικό γλύπτη, και κοντά σε αυτό βρισκόταν ένας μετεδραιωμένος βωμός. Υποστηρίζεται παρακάτω ότι ο βωμός είναι της Ειρήνης και ότι ο βωμός της και το άγαλμά της προέρχονται από την παλαιά αγορά. Ο ναός του Άρεως εντοπίζεται συνήθως στις Αχαρνές, αλλά οι λόγοι δεν καθιστούν το τεκμήρια οριστικά· ίσως ο Άρης, όπως και η Ειρήνη, να μεταφέρθηκαν από την παλαιά αγορά.
Ο Ζευς και η Ειρήνη ανήκουν επίσης μαζί ως θεότητες των Συνοικίων. Πάνω σε αυτό το επιχείρημα, οι θεότητες που υπηρέτησε ο ιερεύς Τίτος έχουν κοινό υπόβαθρο στην παλιά αγορά. Αλλά ο Άρης και η Ενυώ δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη εδώ· το μονοπάτι της αναζήτησης θα μας πήγαινε πολύ μακριά. Για τον παρόντα σκοπό, ο Ζευς Γελέων πρέπει να σταθεί μόνος του στην εορτή.
Ο Ζευς Γελέων αντλεί το επίθετό του από την φυλή Γελέοντες. Στο ιερό Έτος του Σόλωνος, αυτή η φυλή λατρεύει τον Δία Φράτριο στα Συνοίκια. Είναι αληθές ότι, και πάλι σύμφωνα με τις μαρτυρίες του ιερού Έτους των θυσιών, οι ιωνικές φυλές έχουν τουλάχιστον έναν άλλο σχετιζόμενο τελετουργικό, την πέμπτη ενός άγνωστου μηνός· αλλά αυτό ήταν μια πολύ μικρή περίσταση (θα έρθουμε σε αυτό παρακάτω, στην αναφορά μας για τους Ευπατρίδες, IG II² 1357a 6-8, Hesperia 4, 1935, 22-3, γρ. 6-8).
Οι ιωνικές φυλές, με τους Γελεόντες στο υπόβαθρο, ασχολούνται κυρίως κυρίως με τα Συνοίκια. Περίπου την εποχή που ο Τίτος ήταν ιερέας, ο Πλούταρχος (Θησ. 24. 4) έγραφε για τη εορτή ως μια σύγχρονη εορτή – μπορεί να την είχε δει, ― έθυσε δε και Μετοίκια. . . ήν έτι νυν θύουσι. Η ονομασία της εορτής είναι παραμορφωμένη, αλλά αυτή είναι η τρέχουσα χρήση της εποχής παρά ένα ολίσθημα του Πλούταρχου· διότι η θρυλική δράση του Θησέως θα μπορούσε εξίσου να περιγραφεί ως μετοικίζειν, που τότε ήταν μια πιο οικεία λέξη και φαινόμενον. Οι λέξεις έτι νυν αντηχούν τον Θουκυδίδη· αλλά παρά τον καθ. Mommsen, Feste 39 σ. 3, και τον καθ. Deubner, Att. Feste 36 σ. 9, ο Πλούταρχος δεν θα έγραφε κάτι αν δεν ήταν κατάλληλο.
Ο Θουκυδίδης (2. 15. 2) λέει για τα Συνοίκια ότι «οι Αθηναίοι μέχρι σήμερα διεξάγουν λαϊκή, δημοτελή εορτή για τη θεά» δηλαδή την Αθηνά. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Ζευς αγνοείται υπέρ της κόρης του, της επωνύμου και προστάτιδος της Αθήνας, ― Αθηναίοι έτι και νυν τήι θεώι εορτήν δημοτελή ποιούσιν. Η θεά Ειρήνη εισάγεται μεταγενέστερα στην εορτή, αλλά την τιμούν από καιρό στην ποίηση, κι εδώ είναι μια άλλη κόρη του Διός. Με αυτή την ιδιότητα, όπως θα δούμε, εισήχθη στα Συνοίκια.
Η θυσία στην Ακρόπολη
Έτσι, οι αποδείξεις για τις θεότητες της Συνοικίας είναι αυτοσυνυφασμένες, εκτός από την αντίφαση μεταξύ του σολώνειου ιερού Έτους θυσιών και των κανόνων λατρείας των Σκαμβωνιδών. Ενώ ο Δίας και η Αθηνά λατρεύονται ως θεοί φρατρίας στο ιερό Έτος, η Ακρόπολη δεν έχει φρατρικούς θεούς για να λατρεύουν οι Σκαμβωνίδες. Καμία από τις λατρείες της Ακρόπολης του Διός και της Αθηνάς δεν σχετίζεται καθόλου με φρατρίες.

Θα πρέπει να σταματήσουμε για μια στιγμή πάνω από τον Δία ερκείο, τον θεό της αυλής και του περιβόλου, του οποίου ο βωμός βρίσκεται κοντά στο Πανδρόσειο, (6 Διόν. Αλικ. περ. Δείναρχ. 3, Φιλόχορος FGrHist 328 F 67). Πρβλ. G.P. Stevens and J.M. Paton, The Erechtheum (Cambridge, Mass. 1927) 474-5; K. Jeppesen, The Theory of the Alternative Erechtheion (Aarhus 1987) 69 εικ. 7). Καθώς λατρεύεται από οικογένειες ή από μεγαλύτερες ομάδες συγγένειας, υπηρετείται επίσης για τη δημιουργία της γενεαλογίας κάποιου και μερικές φορές επικαλείται δίπλα στον Δία φράτριο, αλλά ως ξεχωριστός από αυτόν, (Πλούτ. Ευθύδ. 302 D, Αθ. 11.3, 460 F (Cratin. Jun. θρ. 9 Kassel and Austin). Ο καθ. W.S. Ferguson, Hesperia 7 (1938) 32-3, δικαίως απέρριψε την ιδέα ότι ο Ζευς ερκείος και ο φράτριος είναι πανομοιότυποι. Ο Ζευς ερκείος έχει πολύ διαφορετικό εύρος λατρευτικής πτυχής, όπως φαίνεται από τον καθ. H. Sjovall, Zeus im altgriechischen Hauskult (Lund 1931) 7-48). Ο Ζευς ερκείος ανήκει σε μια παλαιότερη και απλούστερη κοινωνία, καθώς ενώνεται με τον Απόλλωνα πατρώϊο στο ερώτημα που τίθεται στους υποψήφιους άρχοντες, (Αριστ. Αθ. 55,3; Αρπ. λμ. ερκείος Ζευς (Δείναρχ θρ. 27). Ο όρος πατρώϊος, εφαρμόζεται σε διάφορες θεότητες από ομάδες συγγένειας διαφόρων ειδών. Ο Απόλλων πατρώϊος, όπως και οι ιωνικές φυλές, συμβαδίζει με την παράδοση του Ίωνος, η οποία είναι λίγο πολύ κοινή σε όλους τους ιωνικούς λαούς. Η μυθική υποταγή της Ιωνίας στην Αθήνα φαίνεται τώρα να μας πηγαίνει πίσω στον Ησιόδειο Κατάλογο (θρ. 108 γρ. 20-4). Η ιστορία της γέννησης του Ίωνος από τον Απόλλωνα, που μέχρι τώρα θεωρούνταν μεταγενέστερη, μπορεί κάλλιστα να ειπώθηκε από τον Ησίοδο αργότερα, (βλ. M.L. West, The Hesiodic Catalog of Women, Οξφόρδη 1985, 106). Νωρίς ή μεταγενέστερα, η ιστορία όπως η δοκιμασία του άρχοντος υπονοεί ότι ο Απόλλωνας, καθώς και ο Δίας, λατρεύεται σε κάθε αθηναϊκό οίκο, ως αγυιεύς. Ο οικιακός θεός υιοθετήθηκε από τις φρατρίες και μετά από την πόλη στη νέα Αγορά. Ίσως ήταν αυτός για τον οποίο εορτάστηκε για πρώτη φορά η εορτή των Θαργελίων (βλ. Mommsen, Feste 485-6). Αυτή η οπτική του Απόλλωνος πατρώϊου είναι κοντά στου Nilsson’s, Gesch. der gr Rel². 1.556-7. Οι φρατρίες είναι μια μεταγενέστερη εξέλιξη, και όταν είναι παρασυρμένες σε θρυλική αιτιολογία, όπως στον Αριστοτέλη, είναι έργο του Θησέως.
Ο Ζευς ερκείος τότε δεν έχει αναπόσπαστη σχέση με τις φρατρίες. Ο βωμός του στην Ακρόπολη κατείχε κάποια αξιοσημείωτη πολιτειακή λειτουργία, γιατί στην πρώιμη Ελληνιστική περίοδο υπήρχε ένα προμήνυμα στο βωμό για να σηματοδοτήσει μια επικείμενη αλλαγή κυβέρνησης (Φιλόχορος). Μπορούμε να κατανοήσουμε ποια ήταν αυτή η λειτουργία. Οι βωμοί του ερκείου Διός ήταν ο τόπος για την ορκωμοσία των επίσημων όρκων αλλά και των ανεπίσημων, όπως βλέπουμε από την ιστορία του Δημάρατου και της μητέρας του (Ηρόδ. 6.67.3-68.1). Αναμφίβολα, λοιπόν, στο βωμό της Ακροπόλεως η Βουλή των αρχόντων ορκίζεται για δεύτερη φορά (Αριστ. Αθ. 55.5).
Έχοντας φανερώσει τη λειτουργία της θεότητος, είναι σωστό να συμπεράνουμε ότι ο δήμος των Σκαμβωνιδών θυσιάζει στον Δία ερκείο της Ακροπόλεως. Ο Ζευς πολιεύς πρέπει να μπει μέσα στο πλαίσιο και φυσικά η Αθηνά πολιάς. Αλλά αυτοί οι δύο θεοί έχουν τις δικές τους σημαντικές εορτές. Δεδομένου ότι τα Παναθήναια, όπως και τα Συνοίκια, είναι μια επανένωση ολόκληρης της κοινότητας με οπλιτική χροιά, η θεά Αθηνά πολιάς ίσως να φαίνεται η φυσική υποψήφια· όμως στα Συνοικία, ο Ζευς προηγείται της θεάς Αθηνάς. Όπου κι αν στραφούμε πάνω στην Ακρόπολη, δεν θα βρούμε μια τοποθεσία που να ταιριάζει απόλυτα στην εορτή μας.
Οι λατρευτικοί κανόνες των Σκαμβωνιδών είναι αποκλίνοντες από άλλη άποψη. Έχουμε πολύ πληρέστερους κανόνες για άλλους δήμους, όλοι μεταγενέστεροι, και κυρίως του (-)τέταρτου αιώνος· δύο ή τρεις ασχολούνται πλήρως με τον μήνα Εκατομβαιώνα, και όμως δεν υπάρχει κανένα ίχνος των Συνοικίων (Πρβλ. τα ιερά Έτη θυσιών της Τετραπόλεως, της Έρχιας και του Θορικού· το τελευταίο είναι αποσπασματικό για τον πρώτο μήνα, αλλά και πάλι δεν ενθαρρύνει καμία σκέψη για τα Συνοίκια. Ο καθ. J.D. Mikalson, AJP 98 -1977- 430, σημειώνει την παράλειψη και παραθέτει κάποιους λόγους. Τα γράμματα του ιερού Έτους του Θορικού παραπέμπουν στον (-)πέμπτο αιώνα και όχι στον (-)τέταρτο).
Σε αυτήν την περίοδο η εορτή δεν ήταν γενικής σημασίας στους δήμους· μάλλον δεν ενδιέφερε καθόλου.
Το σολώνειο ιερό Έτος θυσιών προσδιορίζει τους θεούς της φρατρίας. Όταν δούμε το αίτιον της εορτής της, θα διαπιστώσουμε ότι είναι πράγματι μια συγκέντρωση φρατριών, η βασική μονάδα κοινωνικής οργάνωσης πριν από τον Κλεισθένη. Αν και μπορεί να αναφερθεί για τον συνοικισμό του Θησέως ότι συγκέντρωσε τους Αθηναίους «από τους δήμους» (Παυσ. 1. 22. 3, 26. 6 ― από των δήμων), αλλά δεν πρέπει να βασιστεί κανείς πάνω σε αυτή την έκφραση. Ο Παυσανίας ακολουθεί τον Απολλόδωρο αντλώντας το επίθετο της Αφροδίτης πανδήμου από τον συνοικισμό· περισσότερα για αυτό παρακάτω. Αλλά δεν είναι ξεκάθαρο ότι ο Απολλόδωρος μίλησε για «δημούς» παρά για «δήμο»· η έκφραση «από τους δήμους» μπορεί να προέρχεται από τον Παυσανία. Ακόμα και ο Απολλόδωρος είναι μεταγενέστερη πηγή για να το επισημάνει.
Ο δήμος των Σκαμβωνιδών δεν έχει καμία δουλειά με τους θεούς της φρατρίας. Ομολογουμένως, αυτοί οι θεοί δεν λατρεύονται μόνο από φρατρίες, αλλά μερικές φορές και από ιερατικά γένη.
Τα ιερατικά γένη, ωστόσο, έχουν στενή σχέση με τις φρατρίες, ως δήμοι δεν έχουν. Σε κάθε περίπτωση η εορτή μας είναι αρχαία· η συμμετοχή ενός δήμου μπορεί δεν είναι αναφέρεται νωρίτερα από τον Κλεισθένη.
Όλα δείχνουν ότι η θυσία στην Ακρόπολη είναι εξαιρετικού μέτρου.
Πρέπει να θυμόμαστε πόσο αρχαίοι είναι αυτοί οι κανόνες. Θεσπίζονται μέσα σε πενήντα χρόνια από τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Όταν ο Κλεισθένης αντικατέστησε τους δήμους με τις φρατρίες ως βασική μονάδα, η αλλαγή σηματοδοτήθηκε δεόντως με την ένταξη δήμων στην εορτή των Συνοικίων. Αφού δεν ήταν κατάλληλο για αυτούς να προσκυνήσουν στο ιερό της φρατρίας, κατευθύνθηκαν αντ’ αυτού σε έναν εξέχων πολιτειακό βωμό του Διός ή της Αθηνάς, ίσως τον βωμό του Διός ερκείου. Η Ακρόπολη δεν είναι πολύ μακριά από το ιερό των φρατριών, όπως θα δούμε· συνδέονταν άμεσα με τη βορειοανατολική κλιτύ. Εν ολίγοις, κανόνες μας δίνουν μια μάλλον αυθαίρετη καινοτομία, η οποία δεν συνεχίστηκε για πολύ καιρό.
Ο Δίας φράτριος και η Αθηνά φρατρία
Πρέπει να κοιτάξουμε αλλού για τον Δία φράτριο και την Αθηνά φρατρία. Στην Αθήνα μαρτυρούνται σαφέστατα ως θεότητες κοινές σε κάθε φρατρία, ανεξάρτητα από τις άλλες λατρείες που μπορεί να κατέχει μια δεδομένη φρατρία. Όπως έχουν παρατηρήσει και άλλοι, αυτή η ενιαία λατρεία υποδηλώνει έντονα ότι οι ίδιες οι φρατρίες δημιουργήθηκαν μονομιάς. Ο Δίας και η Αθηνά επίσης, ως πολύ αρχαία κληρονομιά, λατρεύονται στην ακρόπολη σχεδόν κάθε ελληνικής πόλης· καμία από τις άλλες σημαντικές θεότητες δεν είναι τόσο σταθερές ως εταίροι στη λατρεία. Από αυτό προκύπτει ότι τοποθετήθηκαν ανάμεσα στις φρατρίες ως μέσο εδραίωσής τους στο κέντρο της κοινότητας.
Ενώ η εορτή των Απατουρίων εορτάζεται σε κάθε ιερό φρατρίας του Διός και της Αθηνάς, τα Συνοίκια συγκεντρώνουν τις φρατρίες σε ένα κοινό ιερό στην Αθήνα. Πρέπει να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε αυτό το ιερό. Δύο ιερά του Διός φρατρίου και της Αθηνάς φρατρίας έχουν ανασκαφεί στην πόλη, και τα δύο κομψά, αν όχι επιβλητικά, αλλά πολύ μεταγενέστερα για την αναδημοσίευση του σολώνειου ιερού Έτους θυσιών, που δεν επιτρέπουν να πούμε κάτι για παλαιότερη εποχή. Στην πραγματικότητα και τα είναι αρκετά μεταγενέστερα για την ιστορία των φρατριών. Πρέπει ωστόσο να παραδεχτούμε ότι ένα ιερό του Δία φρατρίου και της Αθηνάς φρατρίας κατασκευάστηκε ή ανακαινίστηκε στην Παιανία στα τέλη του τέταρτου αιώνος. Το εν λόγω τεκμήριο χρονολογείται για προσωπογραφικούς λόγους το -320 (Davies, Aθ. Pr. Fam. 68).
Στη δυτική πλευρά της νέας Αγοράς, ένας πολύ μικρός ναός χτίστηκε στα μέσα του (-)τέταρτου αιώνος ακριβώς δίπλα στη νότια πτέρυγα της Στοάς του Διός· ο βωμός μπροστά ήταν εγγεγραμμένος για τις δύο θεότητές μας, και ένα βάθρο στο πίσω μέρος του ναού πιθανότατα στήριζε αγάλματα και των δύο. Αμέσως μετά, ένας πολύ μεγαλύτερος ναός του Πατρώϊου Απόλλωνος χτίστηκε στα νότια, προφανώς ως μέρος του ίδιου σχεδίου, καθώς είναι σχεδόν συμμετρικός με τις πτέρυγες της Στοάς του Διός και μεταξύ τους είναι εδραιωμένος ο ναός του Διός και της Αθηνάς. Τώρα, ο ναός του Απόλλωνος καταλαμβάνει ακριβώς τη θέση ενός αρχαϊκού αψιδωτού κτηρίου, έτσι ώστε αυτή η λατρεία να μας πηγαίνει πολύ πίσω στην αρχαϊκή περίοδο. Ο Ζευς σωτήρ, του οποίου το άγαλμα και ο βωμός ίσταντο μπροστά στη μεγάλη στοά, λατρεύονταν επίσης από παλαιά· γιατί κάτω από τη στοά βρέθηκαν λείψανα άλλου αρχαϊκού ιερού. Αλλά σε αντίθεση με αυτά, ο ναός του Διός φρατρίου και της Αθηνάς φρατρίας είναι μια νέα παρέκκλιση. Αν και συμπληρώνει τις άλλες λατρείες, προέρχεται από διαφορετικό υπόβαθρο. Όπως εξηγήθηκε παραπάνω, ο Απόλλων πατρώϊος εκπροσωπεί ένα άλλο είδος συγγένειας, προγενέστερο και γενικότερο από τις φρατρίες.
Το άλλο ιερό ήρθε στο φως πιο βόρεια, ακριβώς δίπλα στον κύριο δρόμο που οδηγεί από τη βορειοανατολική γωνία της Αγοράς στις πύλες του βορειοανατολικού τομέα του τείχους της πόλης και περίπου στα μισά του δρόμου. Και εδώ επίσης ενεγράφη ένας βωμός για τον Δία φράτριο και την Αθηνά φρατρία· τι άλλο μπορεί να υπήρχε δεν ξέρουμε, αφού η ανασκαφή ήταν αρκετά περιορισμένη. Αυτό το ιερό χρονολογείται λίγο αργότερα από το άλλο, στα τέλη του (-)τέταρτου αιώνος ή ακόμη και στις αρχές του τρίτου.
Και τα δύο ιερά προϋποθέτουν κάποιο είδος φρατρικής λατρείας που ήταν ακόμη επίκαιρη σε αρκετά μεταγενέστερο στάδιο, αλλά τι ήταν; Καθώς το ιερό στα βορειοανατολικά βρίσκεται κοντά στην περιφέρεια της αρχαίας πόλης, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως το κέντρο μιας συγκεκριμένης φρατρίας, εκτός κι αν πιστεύουμε ότι οι φρατρίες ήταν μάλλον πολυάριθμες. Και ακόμη και τότε είναι περίεργο που η φρατρία δεν ενεπλάκη για να βάλει το όνομά της στο βωμό, και η κατασκευή είναι αρκετά μεταγενέστερη. Το ιερό της Αγοράς πρέπει να προοριζόταν κατά κάποιο τρόπο για γενική χρήση. Αλλά δεν είναι καθόλου ικανοποιητικό να υποθέσουμε ότι χτίστηκε μόνο για την εορτή των Συνοικίων, που τώρα μεταφέρθηκε από κάποια άλλη τοποθεσία. Ο βωμός είναι πολύ μικρός για θυσία βοδιών, ακόμη και νεαρών. Επιπλέον, η θεά Ειρήνη χρειάζεται έναν ουσιαστικό δικό της βωμό.
Η εορτή των Απατουρίων μας δίδει μια εξήγηση (Ισαίος 7, Απολλόδ. 15, δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι οι τελετές των φρατριών διεξάγονταν στα Θαργηλία, μια πολιτειακή εορτή).
Η εορτή των Απατουρίων καλούσε όλα τα μέλη κάθε φρατρίας να συγκεντρωθούν για τρεις ημέρες στο κέντρο της φρατρίας, όπου κι αν ήταν στην αττική ύπαιθρο. Ωστόσο, ακόμη και στην εποχή του Κλεισθένη, η ιδιότητα του μέλους μιας δεδομένης φρατρίας ήταν συχνά ευρέως διάσπαρτη, όπως βλέπουμε από την κοινότητα των μελών της φρατρίας. Το -396/-395 έτος η φρατρία των Δημοτιονιδών, της οποίας το κέντρο είναι η Δεκέλεια, αποφάσισε να αναρτήσει ανακοινώσεις (IG II² 1237, 61-4, 121-3) στην Αθήνα για τις διεργασίες και τις τελετές στα Απατούρια. Το -406 πολλά μέλη φρατριών, προφανώς από διαφορετικές φρατρίες, βρίσκονταν στην Αθήνα ακόμη και κατά τη διάρκεια της εορτής· επειδή φορούσαν πένθιμα ενδύματα στη Συνέλευση, πρέπει να είχαν εγκαταλείψει τον εορτασμό στα κέντρα φρατρίας.
Δεδομένου ότι στη εορτή συνέπιπτε την ώρα για το καλωσόρισμα ή την απόρριψη νέων μελών, διεξαγόταν κατ’ ανάγκην όσο διαρκούσαν οι φρατρίες. Αλλά το να συγκεντρώνεσαι σε κάποιο μακρινό κατάλυμα γινόταν όλο και πιο δύσκολο και ενοχλητικό. Έτσι, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι κάποιες συναθροίσεις έγιναν στην πόλη αντ ‘αυτού· η κύρια ανάγκη τότε για έναν αξιοπρεπή βωμό ήταν για να φιλοξενήσει την προσφορά μικρών ζώων, και αυτό προβλεπόταν στην Αγορά. Ο λόγος για την κατασκευή του άλλου ιερού στη βορειοανατολική οδό ήταν ίσως ότι οι συνενώσεις της πόλης είχαν γίνει ακόμη πιο συνηθισμένες και απαιτούσαν άλλες εγκαταστάσεις. Το ιερό Έτος θυσιών του γένους των Σαλαμινίων που επιγράφεται το -363/-362 περιλαμβάνει προσφορά, αξίας σαράντα δραχμών, στον Δία φράτριο στα Απατούρια (καθ. Ferguson, Hesperia 7 (1938) 1-9 αρ. l γρ. 92-3 (LSCG Suppl. 19). Ο καθ. Ferguson 28-9 συμπεραίνει ότι η εορτή εορτάζονταν από κοινού από πολλές φρατρίες, και αναμφίβολα στην πόλη. Είναι εξίσου πιθανό, ωστόσο, ότι το γένος συνδέθηκε με μια συγκεκριμένη φρατρία· (καθ. A. Andrewes, JHS 81 -1961- 9). Το αν τα μέλη του γένους ανήκαν σε περισσότερες από μία φρατρίες παραμένει ασαφές· (Ferguson 28 σ. 7, Andrewes 10, S.C. Humphreys, ΖΡΕ 83 -1990- 247-8).
Δεν έχουμε αναγνωρίσει ακόμη τον τόπο των Συνοικίων. Οι άμεσες αποδείξεις για το τελετουργικό, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν αρκούν. Μπορούμε όμως να δούμε από τις διάφορες αιτιολογίες ότι την εορτή τελείται στο κέντρο της Αθήνας. Το τι και πού ήταν αυτό το κέντρο θα φανεί σύντομα. Εν συντομία, ο Θουκυδίδης και ο Πλούταρχος υποδεικνύουν το Πρυτάνειο και μια υποθετική Βουλή. Ο καθ. Mommsen (Feste 38-9) υποστηρίζει ότι η εορτή πραγματοποιείται στο Πρυτανείον και ότι και η θεά Εστία επίσης τιμάται. Η υποθετική Βουλή , ταυτίζεται στον Θουκιδύδη με το πραγματικό Πρυτανείον. Ο Αριστοτέλης και ο Πολύαινος, δείχνουν ότι η εορτή τελείται στο Θησείο και στο Ανάκειο. Ο Απολλόδωρος, στην «παλαιά αγορά». Θα βρούμε επίσης ότι η παλαιά αγορά είχε έναν αξιόλογο βωμό του Διός, που ονομαζόταν ποικιλοτρόπως ο βωμός του Διός αγοραίου ή ο βωμός του ελέους· αλλά αυτοί είναι μόνο περιγραφικοί όροι. Ο βωμός της Ειρήνης βρίσκεται κοντά. Είναι λοιπόν το ιερό των Συνοικίων και το περαιτέρω επιχείρημα στρέφεται στην τοπογραφία.
Η Παλαιά Αγορά
Πρόσφατα έγινε εμφανής η θέση της παλαιάς Αγοράς. Η μόνη αναφορά για αυτήν που επιτρεπόταν πριν ήταν ένα αινιγματικό κείμενο του Απολλόδωρου· ομολογουμένως, ένας σημαντικός μάρτυρας, γηγενής Αθηναίος και ο κορυφαίος λόγιος της εποχής του. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ωστόσο, ότι η παλαιά αγορά ήταν πολύ κοντά σε ορισμένα ιερά και δημόσια κτήρια που είναι πιο γνωστά. Κυριότερο μεταξύ αυτών είναι το Πρυτανείον, που αναφέρεται από τον Αριστοτέλη ως ένα από τα τέσσερα κτήρια που κάποτε χρησίμευαν ως συνοικίες (καταλύματα) για τους άρχοντες (Αθην. 3.5). Στη νέα Αγορά οι τρεις στοές στη βορειοδυτική γωνία, που κατακυριεύουν το τετράγωνο, χρησιμοποιήθηκαν όλες από τους άρχοντες. Η παλαιότερη από αυτές, η Στοά του Βασιλέως, πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε κάποτε από όλους τους άρχοντες· επειδή οι νόμοι που εφάρμοζαν παρουσιάζονταν εδώ επάνω στους κύρβεις και μπροστά βρισκόταν η πέτρινη στήλη στην οποία ορκιζόντουσαν. Και σε άλλες πόλεις, οι συνοικίες των αρχόντων, ή οι συνοικίες των αρχι-αξιωματούχων, που όπως και αν είναι, γειτνιάζουν με την αγορά.
Τώρα το Πρυτανείον, όπως μας δείχνει ο Παυσανίας (1.17.2-18.3), βρισκόταν κοντά στο Θησείο, το Ανάκειο και το ιερό της Αγλαύρου, που περιελάμβανε ένα σπήλαιο της Ακρόπολης. Είναι καθησυχαστικό ότι τόσο το Θησείο όσο και το Ανάκειο είναι γνωστά για τη φιλοξενία μεγάλων συνελεύσεων. Στην ιστορία του τεχνάσματος του Πεισίστρατου οι Αθηναίοι συγκεντρώνονται είτε στο Θησείο είτε στο Ανάκειον. Ιστορικές συγκεντρώσεις μαρτυρούνται και για τα δύο. Οι βουλευτές συγκεντρώνονται στο Θησείο για τις εκλογές. Βρισκόμαστε ξεκάθαρα στην περίμετρο της παλαιάς αγοράς.
Ωστόσο, μια σειρά από παρεξηγήσεις οδήγησαν σε άστοχη θέση όλα αυτά τα ορόσημα. Υποτίθεται ότι ο Πεισίστρατος, αφού συγκέντρωσε τους Αθηναίους, τους απευθύνθηκε από τα Προπύλαια στην δυτική πλευρά της Ακροπόλεως· δήθεν ο Ηρόδοτος εντοπίζει (λανθασμένα) το ιερό του Αγλαύρου στα Προπύλαια στη βόρεια πλευρά της Ακρόπολης· δήθεν ο Παυσανίας ήρθε στο Θησείο και στα άλλα μέρη αμέσως μετά αφού εξήλθε από τη νέα Αγορά, πιθανώς στη νοτιοανατολική γωνία. Ο Απολλόδωρος έκανε τη σύγχυση ακόμα χειρότερη μπερδεύοντάς τα. γιατί θεωρήθηκε ότι συνέδεε την παλαιά Αγορά με ένα γνωστό ιερό της Αφροδίτης πανδήμου κάτω από τον νοτιοδυτικό προμαχώνα της Ακρόπολης.
Κατά συνέπεια, η περιοχή γύρω από το δυτικό άκρο της Ακρόπολης έγινε η κλίνη του Προκρούστη για τους Αθηναίους τοπογράφους. Το σπήλαιο της Αγλαύρου αναγνωρίστηκε ως το επόμενο σπήλαιο στα ανατολικά των σπηλαίων του Απόλλωνος και του Πανός. Το Πρυτάνειο, το Θησείο και το Ανάκειο στεγάστηκαν επισφαλώς στην πλαγιά πάνω από το Ελευσίνιο – αν και κάποιοι τοποθέτησαν το Θησείο κοντά στη νέα Αγορά, ή ακόμα και μέσα στην Αγορά. Η παλιά αγορά, η οποία, όπως και η νέα, έπρεπε να είναι μια ευρύχωρη περιοχή, τοποθετείται στο πεδίο μεταξύ της Ακρόπολης και του Αρείου Πάγου, ή νοτιότερα και δυτικότερα, ή ακόμα και στη νότια πλαγιά της Ακρόπολης.
Το 1980 βρέθηκε επί τόπου μια στήλη κάτω από την ανατολική όψη της Ακρόπολης, μια στήλη που είχε αναρτηθεί, σύμφωνα με τις οδηγίες που έφερε, στο ιερό της Αγλαύρου. Ακριβώς από πάνω βρίσκεται μια μεγάλη σπηλιά, η σπηλιά του Αγλαύρου. Τα άλλα ορόσημα βρίσκονται κοντά, και αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε το πλήρες νόημα των αρχαίων συγγραφέων που αναφέρονται σε αυτά τα ορόσημα. Βλέπουμε επίσης ότι αυτή η περιοχή ανατολικά της Ακρόπολης ήταν πάντα γνωστή, μέχρι την εποχή του Παυσανία, ως η παλιά Αγορά και το πραγματικό κέντρο της Αθήνας.
Το -480, λέει ο Ηρόδοτος (8.52-3), οι Πέρσες κατέλαβαν τον Άρειο Πάγο ως πλεονεκτικό σημείο «απέναντι από την Ακρόπολη» και η κύρια επίθεση τους ήταν «προς τις πύλες», όπου οι υπερασπιστές Αθηναίοι κατακρήμνιζαν βράχους· αυτές οι πύλες βρίσκονται καθαρά στα δυτικά, όπως τα μεταγενέστερα Προπύλαια. Αλλά οι υπερασπιστές αιφνιδιάστηκαν από μερικούς άνδρες που ανέβηκαν από αλλού, «μπροστά στην Ακρόπολη, πίσω από τις πύλες της ανάβασης»,― έμπροσθε ων της ακροπόλιος, όπισθε δε των πυλέων και της ανόδου, ακριβώς στο ιερό της Αγλαύρου, «αν και το μέρος ήταν πολύ απότομο». Η ανατολική πλευρά είναι η μπροστινή πλευρά γιατί τα ιερά της Ακρόπολης βλέπουν προς τα εκεί και το κέντρο της πόλης βρίσκεται από κάτω. Είναι πράγματι πολύ απότομη· πριν χτιστεί η νότια πλευρά με κεκλιμένη εξέδρα ναού και ένα τεράστιο τείχος, ήταν το πιο απότομο μέρος. Δεν είναι περίεργο λοιπόν που έμεινε αφύλαχτο το – 480 έτος.
Ο Λουκιανός περιγράφει το ίδιο κατόρθωμα της αναρρίχησης από διαφορετικό μέρος. Στο έργο του Αναβιούντες ή Αλιεύς (28), η φυλή των φιλοσόφων, ελκυσμένη από μια υπόσχεση χρημάτων, ορμούν στην Ακρόπολη από κάθε πλευρά, από κάθε διαδρομή. Η τελευταία διαδρομή που πρέπει να αναφερθεί, η πιο δύσκολη απ’ όλες, τη παίρνουν αυτοί που ακόμη «στήνουν και σκάλες απέναντι από το Ανάκειον», ― και προς το Ανακείον προσθέμενοι κλίμακας, και συνωστίζονται ορμώντας επάνω σαν σμήνος από μέλισσες. Το Ανάκειον, όπως βλέπουμε από τον Παυσανία (1. 18. 2), είναι η ευρύτερη περιοχή κάτω από το ιερό της Αγλαύρου. Ο τρομακτικός γκρεμός εμπνέει επίσης την ιστορία του Φιλοχόρου (FGrHist 328 F 105) ότι οι Αθηναίοι αποφάσισαν να τιμήσουν την Άγλαυρο μετά, αφού έδωσε τη ζωή της πηδώντας από το τείχος της Ακρόπολης.
Η φράση του Ηροδότου «μπροστά στην Ακρόπολη» μοιάζει μάλλον με τη φράση «στη μέση της πόλης», ― εν μέσηι τήι πόλει, που χρησιμοποιείται από τον Πλούταρχο και τον ποιητή Στάτιο για τον εντοπισμό του Θησείου και του Βωμού του Ελέους, (Πλούτ. Θησ. 36. 4, Στατ. Θηβ. 12. 481). Ο Πλούταρχος εξιστορώντας τον συνοικισμό του Θησέως λέει ότι το κοινό Πρυτάνειο και το Βουλευτήριο χτίστηκαν «εκεί που τώρα βρίσκεται επικεντρωμένη η κάτω πόλη», ― όπου νυν ίδρυται το άστυ (Θησ. 24.3) – μια περίφραση για την Αγορά.
Αφού ο Πεισίστρατος συγκέντρωσε τους Αθηναίους στο Θησείο (Αριστοτέλης) ή στο Ανάκειον (Πολύαινος), αποσύρθηκε σε υψηλότερα εδάφη για να ακουστεί – στην είσοδο της Ακρόπολης, ― προς το πρόπυλον της ακροπόλεως (Αριστοτέλης) ή ― εις το προπύλαιον (Πολυαίνος). Το ιερό της Αγλαύρου, όπου είναι ασφαλισμένοι οι βραχίονες κατά την εκδοχή (του Αριστοτέλη), βρισκόταν «περί» της εισόδου της Ακροπόλεως, ― περί τα προπύλαια της πόλεως (Φιλόχορος, όπως απέδωσε ένας σχολαστής). Η εν λόγω είσοδος δεν είναι ακριβώς στα δυτικά. Η κεκλιμένη εξέδρα στην πλευρά εκείνη κατασκευάστηκε την εποχή του Πεισίστρατου· μέχρι τότε υπήρχε μόνο ένα μονοπάτι δίπλα στον νοτιοδυτικό προμαχώνα. Μια πολλή αρχαία διαδρομή, άμεση και μάλλον απότομη, ανηφορίζει τη βορειοανατολική πλαγιά της Ακροπόλεως και αναδύεται στον κύριο τόπο της λατρείας· ακριβώς μπροστά από τον «παλαιό ναό», δίπλα ακριβώς στην υποτιθέμενη θέση του βωμού της Αθηνάς. Εδώ λοιπόν είναι η είσοδος της Ακροπόλεως που καταγράφεται στις ιστορίες του τεχνάσματος του Πεισίστρατου και της αυτοκτονίας/αυτοθυσίας της ηρωϊδος Αγλαύρου.
Αυτά τα συμπεράσματα υπαγορεύονται από τη στήλη που αποκαλύφθηκε το 1980. Ένα ακόμη στοιχείο είχε δοθεί λίγα χρόνια νωρίτερα, όταν παρατηρήθηκε ότι ο Παυσανίας στην πραγματικότητα δεν εντοπίζει το Θησείο κοντά στη νέα Αγορά, την οποία, όπως και άλλοι μεταγενέστεροι συγγραφείς, αποκαλεί «ο Κεραμεικός», αλλά κοντά σε μια διαφορετική πλατεία, την οποία αποκαλεί ακριβώς «η αγορά». Ωστόσο, η πλήρης σημασία αυτού δεν έχει φανεί, γιατί η «αγορά» πιστεύεται ότι είναι μια εμπορική αγορά, ίσως ακόμη και η Ρωμαϊκή Αγορά. Η έννοια δεν αδικεί ούτε την εθιμική γλώσσα του Παυσανία ούτε την εθιμική του μέθοδο. Σε κάθε πόλη που επισκέπτεται, ο Παυσανίας χρησιμοποιεί τον όρο «αγορά» για το αρχαίο τελετουργικό κέντρο. Δεν θα έκανε διαφορετικά στην Αθήνα, ειδικά όταν αρχίζει τόσο επίσημα (1.17.1). «Οι Αθηναίοι έχουν στην αγορά τους μερικά μνημεία που δεν είναι γνωστά σε όλους, κυρίως έναν βωμό του Ελέους», ― Αθηναίοις δε εν τήι αγοράι και άλλα εστίν ουκ ες άπαντας επίσημα και Ελέου βωμός. Ούτε θα έστραφε την προσοχή του σε ένα καθημερινό περιβάλλον, μια εμπορική αγορά ή σε μια πολύ πρόσφατη κατασκευή, όπως τη Ρωμαϊκή Αγορά. Ούτε περιμένουμε να βρούμε τον αρχαίο Βωμό του Ελέους σε μια τέτοια τοποθεσία. Η «αγορά» του Παυσανία είναι η παλαιά αγορά.
Γενικά θεωρείται ότι η παλαιά αγορά εξαφανίστηκε στους μεταγενέστερους χρόνους. Ο Παυσανίας, αλλά και ο Πλούταρχος, μας δείχνουν ότι δεν εξαφανίστηκε· ήταν πάντα γνωστή και διατηρήθηκε ως αγορά. Άλλοι μεταγενέστεροι συγγραφείς μαρτυρούν τη δημοφιλία της, ακόμα κι αν δεν έχουν γνώση από πρώτο χέρι. Ο ρήτορας Σώπατρος (Ελλ. 8. 210), που ζούσε στην Αθήνα του (-)τέταρτου αιώνος, λέει ρητά ότι οι Αθηναίοι «λατρεύουν τον Έλεο» και «κατασκευάζουν έναν βωμό της φιλ-ανθρωπίας», τοποθετεί όπως ο Παυσανίας, «επί της αγοράς». Ο Αλκίφρων (Επιστ. 4. 18. 11), παραθέτοντας τις κύριες σκηνές της δημόσιας δραστηριότητας στην Αθήνα, κάνει λόγο διαδοχικά για «την αγορά του Κεραμεικού,».
Ο Παυσανίας και ο Αλκίφρων διακρίνουν την παλαιά αγορά και τη νέα ως «την αγορά» και «την αγορά του Κεραμεικού». Σε σωζόμενες πηγές, η νέα Αγορά αποκαλείται για πρώτη φορά «του Κεραμεικού» από τον Ποσειδώνιο στη σατυρική αφήγηση του φιλόσοφου-τύραννου Αθηνίωνα (Αθήν. 5. 49-50, 212 Ε-F, Ποσειδώνιος FGrHist 87 f 36 = θρ. 253). Ο Αθηνίων τοποθετεί την εξέδρα του ομιλητή στη Στοά του Αττάλου καθώς οι άνθρωποι πιάνονται στη κιγκλίδα της. Λίγο πριν από αυτό, ο Ποσειδώνιος είπε ότι «ο Κεραμεικός ήταν γεμάτος πολίτες και ξένους», όλοι μαζί ορμούσαν να ακούσουν τον Αθηνίωνα. Δεν υπήρχε λόγος για κανέναν να μαζευτεί στο δρόμο που οδηγεί από το Δίπυλο στην Αγορά· ο Αθηνίων είχε εισέλθει στην πόλη την προηγούμενη μέρα (από όποια πύλη) και είχε μείνει μια νύχτα στην οικία ενός πλούσιου ανθρώπου. «Ο Κεραμεικός» είναι επομένως η νέα Αγορά, και η χρήση υποδηλώνει ότι μόνο η παλιά αγορά αξίζει αυτό το όνομα, «η αγορά».
Στη μέση ελληνιστική περίοδο, θεωρούμε ότι η παλιά αγορά δεν χρειαζόταν πλέον για κάποια από τις προηγούμενες διεργασίες, η περιοχή κοσμήθηκε με την κατασκευή του Γυμνασίου των Πτολεμαίων, που πήρε το όνομά του από τον ιδρυτή του. Αυτός ήταν σχεδόν σίγουρα ο Πτολεμαίος Γ΄ Ευεργέτης, ο οποίος ήταν ο κορυφαίος «ευεργέτης» της Αθήνας στα έτη μετά το -229. Ο Παυσανίας (1. 17. 2), έρχεται στο Γυμνάσιο μεταξύ της «αγοράς» και Θησείου, και λέει ότι ήταν κοντά και στα δύο. Χωρίς αμφιβολία το Γυμνάσιο βρισκόταν σε ανοιχτό έδαφος που κάποτε εξυπηρετούσε τους σκοπούς της αγοράς. Και δεδομένου ότι ένα γυμνάσιο συνήθως σκιαζόταν από δέντρα, θα είναι τα δέντρα του Γυμνασίου του Πτολεμαίου που ο Στάτιος (Θηβ. 12. 491-2), περιγράφει ότι φύτρωναν κοντά στον Βωμό του Ελέους.
Τον πέμπτο αιώνα, υπάρχει πιθανή αναφορά στην παλιά αγορά από τον ποιητή Μελάνθιο· με το εκφραστικό όνομα «Κεκροπία αγορά». Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Κίμ. 4. 7, θρ. Μελάνθιου 2), ο Μελάνθιος μίλησε για τον ζωγράφο Πολύγνωτο: «Με δικό του κόστος κόσμησε τους ναούς των θεών και την Κεκροπία αγορά με τα κατορθώματα των ημίθεων», ― αυτού γαρ δαπάναισι θεών ναούς αγοράν τε Κεκροπίαν κόσμησ΄ημιθέων αρεταίς. Ο Πλούταρχος, σίγουρα, έχει το βλέμμα του στη Ποικίλη Στοά της νέας Αγοράς. Μόλις μας είπε πώς ο Πολύγνωτος «ζωγράφισε τη στοά», ― έγραφε την στοάν, όχι με μίσθωση αλλά δωρεάν, και επίσης πώς συμπεριέλαβε στις Τρωάδες γυναίκες ένα πορτρέτο της Ελπινίκης, της αδελφής του Κίμωνος, επειδή είχε απολαύσει τις χάρες της. Μέρος αυτού μας πηγαίνει ξεκάθαρα πολύ πίσω, στον Μελάνθιο. Λίγο πιο μετά, ο Πλούταρχος παραθέτει ποιήματα στα οποία ο Μελάνθιος, ως «περιπαίζων με τον Κίμωνα», ― προν τον Κίμωνα παίζων, ονόμασε τις κυρίες που είχε κατακτήσει ο Κίμων. Ο Μελάνθιος περιέπαιζε και με την Ελπινίκη και ονόμασε τον Πολύγνωτο. Όπως βλέπουμε από τις παρατιθέμενες γραμμές, ο Μελάνθιος δεν αναφέρθηκε ρητά στη Ποικίλη Στοά. Η ιστορία του πορτρέτου δεν είναι από τον Μελάνθιο, αλλά αναμφίβολα υποδηλώθηκε από το ποίημά του.
Όλα τα στοιχεία που συνδέουν τον Πολύγνωτο με τη Ποικίλη Στοά είναι πολύ αμφίβολα. Στους στίχους του Μελάνθιου, κάτι άλλο εννοείται με τους «ναούς των θεών»· και η φράση «τα κατορθώματα των ημίθεων» δηλαδή των ηρώων, δεν περιγράφει καλά το εύρος των πινάκων της στοάς, από τους οποίους τουλάχιστον οι μισοί ήταν ιστορικοί παρά ηρωικοί.
Αν και ορισμένοι συγγραφείς λένε, αρκετά προβλέψιμα, ότι ο ένας ή ο άλλος από τους πίνακες της στοάς ήταν του Πολύγνωτου, πρόκειται όμως για τον Πολύαινο, μικρότερης φήμης μορφή, στον οποίο τόσο ο Παυσανίας (5. 11. 6) όσο και ο Πλίνιος (Φυσ. Ιστ. 35. 57) αποδίδουν τη μάχη του Μαραθώνα, τον πιο διάσημο από όλους τους πίνακες. Ο λεξικογράφος Αρποκρατίων λμ. Πολύγνωτος (παρ. Σουϊδα λμ.), δείχνει ότι ο Πολύγνωτος αποσπάστηκε από τη στοά με τις καλύτερες αξιώσεις. «Έλαβε την αθηναϊκή ιθαγένεια», μας λένε, «είτε επειδή ζωγράφισε δωρεάν τη Ποικίλη Στοά, είτε όπως λένε άλλοι, –ή ως έτεροι-, ζωγράφισε τους πίνακες στο Θησείο και το Ανάκειο.» Για όλες τις λεπτομέρειες του Πολύγνωτου, ο Αρποκρατίων αναφέρει στο τέλος «Ο Αρτέμων στο βιβλίο του Περί ζωγράφων (FGrHist 275 F 21) και ο Ιόβας στα βιβλία του περί Ζωγραφικής». Ο Αρτέμων και ο Ιόβας είναι προφανώς αυτοί οι «άλλοι».
Οι πίνακες στο Ανάκειο και στο Θησείο είναι ακουστοί και αλλού. απεικονίζουν ηρωικά θέματα (Ανάκειον: Παυσανίας. 1.18.1 – Λευκιπίδες του Πολύγνωτου, Αργοναύτες του Μίκωνος. Ο «Λαγός του Πολυγνώτου» ήταν σύνθημα. Θησείον: Παύσ. 1.17.2-3 -Αμαζόνες, Κένταυροι, έφηβος Θησεύς του Μίκωνος-. Ο καθ. J.P. Barron, (JHS 92 -1972- 20-45), διακρίνει τους πίνακες του Θησείου που αντανακλώνται σε σύγχρονα αγγεία). Για το Ανάκειο, ένας κυριολεκτικά «ναός» δεν αναφέρεται, και αλλά αμφίβολα για το Θησείο, (Ησ. λμ. Θησείον)· ένας ποιητής, ωστόσο, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη λέξη για οποιοδήποτε ιερό. Δεδομένου ότι το Θησείο και το Ανάκειο βρίσκονται και τα δύο κοντά στην παλαιά αγορά, φαίνεται πιθανό ότι ο υπαινιγμός του Μελάνθιου αφορά κυρίως αυτά τα δύο ιερά, και ότι η «Κεκρόπια αγορά» σημαίνει ακριβώς την παλαιά αγορά. Είναι ταιριαστό επίθετο, αφού το όνομα του Κέκροπος παραπέμπει στην Ακρόπολη που δεσπόζει πάνω στον ιερό βράχο.
Μέχρι στιγμής αυτά είναι τα στοιχεία που εντοπίζουν την παλαιά αγορά. Πάμε τώρα στον Απολλόδωρο, ο οποίος μιλά για την «παλαιά αγορά» με αυτό ακριβώς το όνομα. Δεν βοηθά, ωστόσο, στον εντοπισμό της· γιατί ο σκοπός του είναι μόνο να εξηγήσει ένα επίθετο που χρησιμοποιείται αλλού, την πάνδημο, αναφερόμενος σε ένα έθιμο της αγοράς. Εφόσον πάντα τον παρεξηγούσαν, και αφού η παρεξήγηση έχει μπερδέψει την αθηναϊκή τοπογραφία, πρέπει να σταματήσουμε για να ξεκαθαρίσουμε τα δεδομένα στοιχεία.
Η Αφροδίτη πάνδημος
Ο Απολλόδωρος αναφέρεται από τον λεξικογράφο Αρποκρατίωνα στο λημ. πάνδημος Αφροδίτη (FGrHist 244 F113). Ο Απολλόδωρος στο έργο του Περί των Θεών λέει ότι ο τίτλος πάνδημος είχε δοθεί στην Αθήνα στη θεά που ήταν εγκατεστημένη γύρω από την παλαιά αγορά, καθώς όλος ο κόσμος μαζευόταν εδώ παλιά για τις δημόσιες συνελεύσεις, τις οποίες ονόμασαν αγοραί ― πάνδημον φησιν Αθήνησι κληθήναι την αφιδρυθείσαν περί την αρχαίαν αγοράν διά το ενταύθα πάντα τον δήμον συνάγεσθαι το παλαιόν εν ταις εκκλησίαις, ας εκάλουν αγοράς.

Ο Απολλόδωρος αποδίδει τη χρήση του επιθέματος πάνδημος στο παρελθόν, όχι στη σύγχρονη Αθήνα. «Ο τίτλος είχε δοθεί» ή «την είχαν καλέσει», κληθήναι. Ο Αρποκρατίων δεν λέει, «ο τίτλος δόθηκε» ή «την έλεγαν», καλείσθαι.
Ως προς την εποχή του Απολλόδωρου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Αφροδίτη πάνδημος λατρεύεται νοτιοδυτικά της Ακροπόλεως, και ότι η παλαιά αγορά έβλεπε ανατολικά της Ακροπόλεως. Ο Απολλόδωρος δεν γίνεται να είχε λανθασμένη γνώμη για τη θέση είτε της Αφροδίτης πανδήμου είτε της παλαιάς αγοράς. Αντιθέτως, επιχειρεί να εξηγήσει γιατί η Αφροδίτη επικαλέστηκε πάνδημος εξ’ αρχής. Μια άλλη εξήγηση ήταν μια ήδη ισχύουσα πριν από τον Απολλόδωρο, και είναι κάπως πιο κοντά στην αλήθεια. Η φύση αυτής της λατρείας δεν αμφισβητείται.
Τα λατρευτικά παράφερνα είναι πιο γνωστά υπό το πρίσμα πρόσφατων εργασιών. Η τοποθεσία είναι ένα στενό υψωμένο πεδίο κάτω από τη νότια όψη του προπυργίου της Νίκεως· ένας μικρός ναός με μαρμάρινη πρόσοψη και ξύλινη στέγη ανεγέρθηκε εδώ στο δεύτερο μισό του (-) τέταρτου αιώνος. Αν και τα παράφερνα είναι σεμνά, η λατρεία είναι δημοφιλής. Πραγματοποιείται πομπή στην αρχή του πολιτικού έτους, την 4η ισταμένου του Εκατομβαιώνος, στην ιερή ημέρα της Αφροδίτης (IG II² 659, SIG³ 375). Η περίσταση έτσι μοιάζει με άλλες εορτές της Αφροδίτης που είναι συνδεδεμένες με τους αξιωματούχους και την ετήσια μετάβαση της θητείας τους. Τέτοιες λατρείες και εορτές είναι αρκετά πρόσφατης προέλευσης, όπως και οι αξιωματούχοι οι ίδιοι.
Προέκυψαν όταν οι υπηρεσίες άνοιξαν σε ένα ευρύτερο πεδίο υποψηφίων. Οι πλούσιοι και οι ευγενείς που κατείχαν την εξουσία στις πρώϊμες ημέρες δεν ποτέ στερήθηκαν την ψυχαγωγία· τώρα προβλεπόταν και για πρόσωπα του μέσου βίου.
Εξ’ ου και το επίθετο πάνδημος. Οπουδήποτε αλλού η Αφροδίτη επικαλείται αγοραία ή τιμούχος ή συναρχίς, ή λαμβάνει τον τίτλο από συγκεκριμένο αξίωμα.
Οι Αθηναίοι λέγουν, κυρίως, ότι η λατρεία της Αφροδίτης πανδήμου που θεσπίστηκε από τον Σόλωνα (Αθήν. 13. 25, 569D). Αναμφίβολα προβλεπόταν στους νόμους του Σόλωνος ή στο ιερό Αθηναϊκό Έτος, και με όρους που την χαρακτήριζαν ως καινοτομία. Ο Παυσανίας δίνει μια αντίθετη άποψη. Όταν καταγράφει αυτό το ιερό στο υπερυψωμένο στένωμα, αποδίδει τη λατρεία στον Θησέα, στην εποχή «που ο Θησέας συνένωσε τους Αθηναίους από τους δήμους σε μια πόλη» (1. 22. 3, & 26. 6). Αν και ο Παυσανίας δεν αναφέρει την παλαιά Αγορά, και ο λεξικογράφος Αρποκρατίων δεν αναφέρει τον Θησέα, η αντίληψη του Παυσανία για τη λατρεία σίγουρα ανάγεται στον Απολλόδωρο. Σκεφτείτε τα ακόλουθα σημεία.
Αυτή η αντίληψη είναι μάλλον μεταγενέστερη. Στον Βίο του Θησέως, ο Πλούταρχος σκιαγραφεί πλήρως από τους αττικούς ετεογράφους, καθώς άντλησαν τα στοιχεία τους από την τραγωδία και το έπος και κάθε άλλη αθηναϊκή παράδοση. Ωστόσο, δεν υπάρχει τίποτα εδώ για την Αφροδίτη πάνδημο· αντιθέτως, ο Θησεύς τιμά την Αφροδίτη την εποχή που εκείνος πλέει για την Κρήτη προφανώς η ναυτική ιεροτελεστία του 4ης ισταμένου του Μουνιχιώνος (Πλούτ. Θησ. 18. 3). Τα αίτια που τοποθετούν την αναχώρηση του Θησέως τον Μουνιχιώνα, δεν είναι από τα αρχαιότερα. Η πορεία του Θησέως προβάλεται για πρώτη φορά από τα Εκατόμβαια και από τις εορτές που ακολουθούν. Στην ιστορία της Αφροδίτης επιτραγίας, ο χρησμός και ο οιωνός υποδηλώνουν τραγωδία.
Όταν ο Απολλόδωρος μίλησε για όλους τους ανθρώπους που συγκεντρώνονται στην παλαιά αγορά, πρέπει να μίλησε και για τον Θησέα· γιατί αυτό είναι το έθιμο στα Συνοίκια, που ανιχνεύονται στον Θησέα.
Το ιερό της Αφροδίτης πανδήμου βρισκόταν κοντά σε άλλα μνημεία, του Αιγέως και του Ιππόλυτου, που παραπέμπουν στην ιστορία του Θησέα· έτσι είναι ήταν εύκολο να τη φέρει σε αυτό. Ίσως, η συνηθισμένη ιστορία του Σόλωνος φαινόταν ανάρμοστη από τον Απολλόδωρο· γιατί ο Σόλων λέγεται ότι πρόσθεσε στη λατρεία τα οφέλη της πορνείας. Αληθεύει ότι ο Απολλόδωρος μίλησε για την Αφροδίτη ως προστάτιδα των πόρνων (F 112, πρβλ. F 114), αλλά μια αστική λατρεία στην Αθήνα όπως αυτή της Αφροδίτης απαιτεί διαφορετική προσέγγιση.
Ο Απολλόδωρος λοιπόν ήταν και τετριμμένος και υποθετικός. Πιθανότατα ευθύνεται για ένα άλλο στοιχείο στην περιγραφή του Παυσανία του ιερού στο ύψωμα. Ο Θησέας, λέει ο Παυσανίας, ίδρυσε μια λατρεία και για την Αφροδίτη και για την Πειθώ· ― Τα αρχαία αγάλματα δεν υπήρχαν στην εποχή μου, αλλά αυτά που υπήρχαν ήταν έργο ασήμαντων καλλιτεχνών, γράφει. Το διάταγμα του 287-286 προβλέπει το πλύσιμο των «αγαλμάτων», στον πληθυντικό. Δεν φαίνεται πολύ πιθανό μετά από αυτή την ημερομηνία το ιερό να πρόσθεσαν πρόσφατα αγάλματα από «ασήμαντους καλλιτέχνες». Τα αγάλματα που έπλεναν το 287 είναι αναμφίβολα τα αγάλματα που είδε ο Παυσανίας. «Τα αρχαία αγάλματα» είναι τότε επινόημα προβάλλοντας την υπόθεση ενός προγενέστερου ιερού.
Ο Απολλόδωρος είπε στην πραγματικότητα ότι η Αφροδίτη πάνδημος ιδρύθηκε για πρώτη φορά όχι από τον Σόλωνα, ούτε στον τόπο που τη βλέπουμε τώρα, αλλά από τον Θησέα, και «γύρω από τη παλαιά Αγορά». Αν αυτά τα λόγια εκπροσωπούν δικαίως τον Απολλόδωρο, τότε ήταν επίσης αόριστα. Ήταν υποχρεωμένος να είναι, γιατί η παλαιά αγορά και όλες οι λατρείες της ήταν ακριβώς μπροστά στα μάτια του. Μπορούμε να αναρωτηθούμε αν ο Απολλόδωρος έβλεπε όντως κάποια πραγματική λατρεία της Αφροδίτης, αρκετά κοντά για να περιγραφεί ως «γύρω από την παλαιά αγορά». Αν το έκανε, ήταν πολύ πιθανό να ήταν η λατρεία της Αφροδίτης και του Έρωτος στη βόρεια πλαγιά της Ακρόπολης, που είναι διαφορετική και που βρίσκεται ακριβώς δυτικά του κατώτερου τμήματος της βορειοανατολικής κλιτύος (Τραυλός Εικ. Λεξ. 229, εικ 239). Το ερώτημα δεν είναι όμως σημαντικό· ο Απολλόδωρος μπορεί κάλλιστα να το άφησε ανοιχτό.
Εν ολίγοις, η αναφορά του Απολλόδωρου για την «παλαιά αγορά» έχει αξία μόνο ως άλλη μια ένδειξη ότι αυτή ήταν πράγματι μια γνώριμη περιοχή στην ελληνιστική Αθήνα. Είναι η πραγματικότητα που δίνει χρώμα στην αντίληψή του για μια χαμένη μορφή της Αφροδίτης πανδήμου.
Ο βωμός του Ελέους
Ο Παυσανίας θαυμάζει τον Βωμό του Ελέους που βρήκε στην παλαιά αγορά. Το ίδιο και πολλοί άλλοι συγγραφείς. Ήταν ένας κοινός τόπος για να εξυμνούν το Βωμό ως επιβεβαίωση της σοφής ανθρωπιάς των Αθηναίων. Και συχνά λέγεται και για τους Ηρακλείδες (Απολλόδ. Βιβλ. 2. 8. 1. 2 2 (2.167), Στάτ. Θηβ. 12.497-9 (οι Ηρακλείδες ίδρυσαν τον Βωμό), σχόλ. Αρ. Ιππ. 1151, Ζηνόβ. 2.61) και για τους Αργείους επίγονους θρηνητές των Επτά (Απολλόδ. Βιβλ. 3.7.1.2 (3.79), Στάτ. Θηβ. 12.512-13, Ζηνόβ. 1.30), ότι κάθονταν εδώ σε στάση ικεσίας. Βεβαίως, κανένας από αυτούς τους συγγραφείς δεν είναι προγενέστερος από τη Ρωμαϊκή περίοδο. Οι άμεσες πηγές τους είναι ίσως μόνο της ελληνιστικής περιόδου. Ωστόσο, αυτό είναι ξεκάθαρα ένα αξιοσέβαστο μνημείο· αν οι μεταγενέστεροι συγγραφείς συσχετίζουν πάντα τους Ηρακλείδες και τους Αργείους με τον Βωμό του Ελέους, αυτό πρέπει να ισχύει για την τραγική παρουσίαση.
Μια προσωποποίηση όπως ο «Έλεος», δεν θα λατρευόταν τον πέμπτο αιώνα. Ο «Βωμός του Ελέους» είναι επομένως ένας περιγραφικός όρος για έναν βωμό που εξυπηρετούσε κάποια άλλη θεότητα. Πότε προήλθε ο όρος δεν μπορούμε να πούμε· αλλά από την στιγμή που έγινε γνωστό, οι συγγραφείς ήταν βέβαιο ότι θα το έλεγαν, όπως το λέει ο Παυσανίας και πολλοί άλλοι, ότι οι Αθηναίοι λάτρευαν τον Έλεο.
― Σε ποιον ανήκε στην πραγματικότητα ο βωμός;
Μέχρι πρόσφατα ήταν σύνηθες, ως συνέπεια της σύγχυσης της «αγοράς» (παλαιά Αγορά) και του «Κεραμικού» (νέα Αγορά), να εξισώνεται ο Βωμός του Ελέους με το βωμό των Δώδεκα Θεών (Thompson Agora Guide³ 98), αλλά τώρα πρέπει να το ξανασκεφτούμε. Την απάντηση δίνει η επιγραφή σε αναθηματικό ανάγλυφο που ήταν στημένο σε συγκεκριμένο βωμό, που απεικονίζεται στο ανάγλυφο. Η στήλη (IG II² 4786) βρέθηκε στο Ωδείο του Ηρώδου, αλλά όπως και πολλά άλλα μεταφέρθηκε εδώ από άλλη συνοικία. Μια οικογένεια Θρακών που ζούσε στην εξορία είχε την ευκαιρία να επιστρέψει στην πατρίδα, ίσως το +44 ή το +46, όταν η Θράκη προσαρτήθηκε στη Ρώμη, ή λίγο νωρίτερα. Η αναθηματική στήλη είναι μια ευχαριστήρια προσφορά. Η οικογένεια ομιλεί για τους εαυτούς τους ως ικέτες στο Βωμό του Ελέους· και επικαλούνται την προεδρεύουσα θεότητα. «Ω υψηλότατη εξουσία, πατέρα της πλούσιας Ειρήνης, παρακαλούμε τον Βωμό του Ελέου σου», ― υψιμέδων ύπατε, πάτερ ειρήνης βαθυκάρπου, σόν Ελαίου βωμόν ικετεύομεν ημείς. Η θεότητα είναι ο Ζευς.
Ο Βωμός του Ελέους δικαίως ταυτίστηκε με τον βωμό του Διός αγοραίου (Οικονομίδης, Αθηναϊκά 16 (1960) 1-13, και Δύο Αγορές 32-9) αλλά εξήγαγε λανθασμένα το επιχείρημα του παρουσιάζοντας τον Δία μειλίχιο και τον Δία Φίλιο.
Δεν εκπλησσόμαστε όταν μάθαμε ότι ο κύριος βωμός στην παλαιά αγορά ήταν ένας βωμός του Διός. Ο Δίας λατρεύεται σε κάθε αγορά για την οποία μέχρι τώρα γνωρίζουμε· η λατρεία του Διός σωτήρος στη δυτική πλευρά της νέας Αγοράς φαίνεται να είναι η αρχαιότερη της περιοχής, και βρισκόταν στα χέρια των αρχόντων. Ο Ησύχιος λμ. αγοραίος Ζευς, καταγράφει έναν «βωμό του Διός αγοραίου στην Αθήνα» και ο ίδιος τίτλος χρησιμοποιείται μερικές φορές στη λογοτεχνία και μάλιστα σε μερικούς επιγραφικούς όρκους. Αν και οι περισσότερες από αυτές τις αναφορές δεν είναι διαφωτιστικές, προκύπτει ένα σημαντικό σημείο. Ο Δίας Αγοραίος δεν είναι άλλος ένας τίτλος για τη λατρεία του Διός Σωτήρος ή του Διός Ελευθερίου στη νέα Αγορά· αυτή η λατρεία έχει τη δική της ονοματολογία και μια ξεχωριστή παράδοση στα λεξικά. Ο τίτλος υποδηλώνει μόνον τη λατρεία του Διός στην παλαιά αγορά.
Μία αναφορά στον Δία αγοραίο ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες. Στους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, ο Ιόλαος και οι Ηρακλείδες κάθονται ως ικέτες σε έναν βωμό του Διός που αναφέρεται επανειλημμένα και ήταν αναμφίβολα μια εξέχουσα προσάρτηση στο θέατρο. Μόνο μια φορά ο Δίας λαμβάνει έναν τίτλο, και αυτός είναι ο αγοραίος (στ. 70). Η τοποθεσία είναι δήθεν ο Μαραθώνας (στ. 32, 37-8, 80-1), αλλά δεν υπάρχει τοπικό χρώμα, τίποτα εκτός από το βωμό και ένα ανώνυμο ναό για να να στεγάσει την Αλκμήνη και τις κόρες. Στις αναφορές, για την εισβολή του Ευρυσθέως και την έκβασή της, προβάλλεται ένα άλλο μέρος της Αττικής. Στην Παλλήνη στρατοπεδεύουν οι εισβολείς, γίνεται η μάχη, και το κεφάλι του Ευρυσθέως θάβεται ως φυλακτό (στ. 393-7, 849-50, 1030-1)· η μάχη γίνεται κοντά σε ένα «λόφο» στη θέση του ιερού της Αθηνάς (στ. 849)· εδώ είναι προφανώς το «βραχώδες άκρο» που κατέλαβε ο Ευρυσθέας για να μελετήσει το έδαφος (στ. 394-5). Έχει περάσει από την Αθήνα, αλλά ο Ευριπίδης επιταχύνει τη πλοκή (στ. 337-9). Υποστηρίζεται από τον καθ. Zunttz, The Political Plays of Euripides (Manchester 1955) ότι ο Ευρυσθέας στρατοπεδεύει στα δυτικά σύνορα της Αττικής, δυτικά της Ελευσίνας. Όπως παραδέχεται, μια μάχη στη Παλλήνη είναι τότε εντελώς απροσδόκητη και ανεξήγητη. Στη συνέχεια, ο Ευριπίδης έφερε τους Ηρακλείδες στον Μαραθώνα για να δικαιολογήσει μια μάχη στην Παλλήνη· μια τέτοια μάχη δεν μπορεί να γίνει εκτός αν ο στόχος του εχθρού είναι ο Μαραθώνας, όχι η Αθήνα. Σε άλλες τραγωδίες που χάνονται για εμάς, ο βωμός του Διός αγοραίου βρίσκεται στην Αθήνα, και πρέπει να συμμετείχε σε πολύ μεγάλο βαθμό στη δράση· ο Ευριπίδης απλώς το επαναχρησιμοποιεί ως αποθεματικό είδος, (σε ένα άλλο αθηναϊκό έθιμο, τα παιδιά ικετεύουν με την ειρεσιώνη, κάποιες φορές αυτό το έθιμο ανιχνεύεται στους Ηρακλείδες, σαν να «τρέφονταν έτσι από τους Αθηναίους» (Πλουτ. Θησ. 22.7).
Θα πρέπει να διερωτηθούμε γιατί ο Ευριπίδης τοποθετεί τη μάχη στην Παλλήνη· η απάντηση ρίχνει περισσότερο φως στην ικεσία των Ηρακλείδων. Η Παλλήνη είδε και άλλες μάχες, μυθικές ή θρυλικές· η θεά Αθηνά εναντίον των Γιγάντων· ο Θησεύς κατά του επωνύμου Πάλλαντος· ο Πεισίστρατος εναντίον των αντιπάλων του. Το τελευταίο λαμβάνεται πάντα ως ιστορικό γεγονός, αλλά θα δούμε παρακάτω, σχετικά με την Ολυμπία, ότι αρκετά περιστατικά του βίου του Πεισίστρατου, συμπεριλαμβανομένης της συνέχειας στην Παλλήνη, μοιάζουν πιο πολύ με αίτιον. Εν πάση περιπτώσει, ορισμένες περίεργες λεπτομέρειες επαναλαμβάνονται στις διάφορες μάχες της Παλλήνης (και σε άλλες ακόμα πιο θρυλικές μάχες)· στρατεύματα νεαρών ανδρών (εφήβων), αναβάτες αρμάτων και γοργόνεια φυλαχτά. Αυτές οι λεπτομέρειες, όπως και η παροιμιώδης φράση Παλληνικόν βλέπειν, είναι πιθανό να αντικατοπτρίζουν μια τελετουργική μάχη στη εορτή της θεάς Αθηνάς Παλλήνης· μια εξήγηση της φράσης μιλάει για «ρίψη λίθων», ― βάλλειν λίθοις (Σουϊδα λμ. Παλληνικόν βλέπειν· σχόλ. Αρ. Αχ. 234)· αν και η εξήγηση υποστηρίζεται από μια πλασματική ετυμολογία, Βαλλήνη αντί για Παλλήνη, μάλλον προέρχεται από τελετουργικό λιθοβολία. Η ομοιότητα της λεπτομέρειας επεκτείνεται στον αριθμό των νεαρών μαχητών· πενήντα Γίγαντες, πενήντα Παλλαντίδες, πέντε γιοι του Ευρυσθέως. Ο αριθμός είναι ευρέως παράλληλος. Η τελετουργική προέλευσή του φαίνεται ξεκάθαρα στην εκδοχή του Ιουστίνου για μια περίεργη μάχη δίπλα στο Παλλάδιο της Σύριδος του Τάραντος – πενήντα παλικάρια σκοτώνονται καθώς αγκαλιάζουν το άγαλμα (20.2.3-8).
Η εορτή της θεάς Αθηνάς Παλλήνης πραγματοποιείται ταυτόχρονα με τα Παναθήναια. γιατί η τελευταία προκαλείται από τον Χορό των Ηρακλειδών καθώς περιμένουν τα νέα για τη μάχη (στ. 781-3, πρβλ. 788-9)· Η ημερομηνία στο αθηναϊκό ιερό Έτος των θυσιών συμφωνεί με την ιστορία του Θησέως· γιατί ο Θησέας ανατρέπει τους Παλλαντίδες αμέσως μετά την άφιξή του στην Αθήνα, την 8η ισταμένου του Εκατομβαιώνος.
Η εορτή Συνοίκια τελείται μετά από αυτό, στα μέσα του Εκατομβαιώνος, την 15η και την 16η. Σύμφωνα με τον Ευριπίδη, οι Αθηναίοι συγκεντρώθηκαν στην πόλη πριν από τη μάχη στην Παλλήνη (στ. 335-8). Αναμφίβολα ήταν το τελετουργικό των Συνοικίων που προκάλεσε για πρώτη φορά την ιστορία για το πώς η Αθήνα πήρε τα όπλα για να υπερασπιστεί τους Ηρακλείδες. Το γνωστό αίτιο συνδυάζεται πλέον με μια εορτή της Αθηνάς Παλλήνης, που ίσως είναι επινόηση του ίδιου του Ευριπίδη. Εξ ’ου και η ιδιόμορφη τοπογραφία του έργου. Το αποτέλεσμα είναι ότι «ο Βωμός του Ελέους», όπου βρίσκονται οι Ηρακλείδες στη μεταγενέστερη βιβλιογραφία, αντιστοιχεί με τον βωμό του Διός αγοραίου στην τραγωδία. Το συμπέρασμα επιβεβαιώνεται από μια αγγειογραφία περίπου του -400 έτους, ενός πρώιμου Λευκανικού κρατήρα στήλης, ο οποίος απεικονίζει μια παράσταση από τραγωδία· εδώ ο Ιόλαος φοράει την κεντημένη στολή της σκηνής. Αυτός και δύο μικροί Ηρακλείδες βρίσκονται δίπλα σε ένα βωμό. Ο Κοπρεύς, ο κήρυξ του Ευρυσθέως, βάζει τα χέρια του πάνω τους· αλλά δύο νεαροί ιππείς, ίσως ο Δημοφών και ο Ακάμας, καλπάζουν προς αυτούς. Τίνος είναι ο βωμός; Η Αλκμήνη, επίσης κοντά, κρατά ένα μικρό άγαλμα του Διός.
Στην ίδια τραγωδία πιθανώς οφείλεται και μια παράδοση που αναφέρει ο Φιλόστρατος (Φιλ. Β. Σοφ. 2.1.8)· λέγεται για τους Αθηναίους εφήβους ότι ενδύονταν τους σκοτεινούς μανδύες τους ως ένδειξη μετάνοιας επειδή σκότωσαν τον Κοπρέα όταν εκείνος προσπάθησε να σπρώξει τους νεαρούς Ηρακλείδες από το βωμό, αλλού ο μαύρος μανδύας φοριέται από τους Αθηναίους ως μνημηϊα του μαύρου ιστίου του Θησέως. Στο έργο του Ευριπίδη, ο Κοπρεύς φεύγει χωρίς τραυματισμό μετά από έναν διάλογο (στ. 287 ). Σε άλλη τραγωδία τίθεται τέλος σε αυτόν, από τα χέρια των δύο νεαρών ιππέων, του Δημοφώντος και του Ακάμαντος.
Σε μεταγενέστερη εποχή οι εφηβικοί μαύροι μανδύες φοριούνται για αυτήν την περίσταση.
Στον Απολλόδωρο (Βιβλ. 3. 7. 1. 2 -3. 79), ο Άδραστος έρχεται επίσης στο Βωμό του Ελέους, και στον Στάτιο (Θηβ. 12. 512-13), είναι οι σύζυγοι των Επτά· έτσι ο βωμός του Διός αγοραίου εμφανίστηκε και σε άλλες τραγωδίες.
Θα επανέλθουμε στον ρόλο του Διός στα Συνοίκια κατά την εξέταση των φρατριών. Ας δούμε την θεά Ειρήνη παρακάτω.
Η θεά Ειρήνη

Η θεά Ειρήνη, λατρεύεται στα Συνοίκια την 16η Εκατομβαιώνος (σχολ. Αρ. Ειρ. 1019). Το έτος -375/-374, όταν κηρύχθηκε στην Αθήνα η Κοινή Ειρήνη, μετά από χρόνια μαχόμενοι οι Αθηναίοι εόρτασαν αυτόν τον στρατιωτικό και διπλωματικό θρίαμβο τιμώντας την Ειρήνη. Οι τιμές περιγράφονται ποικιλοτρόπως ως την ίδρυση ενός βωμού ή βωμών, την ίδρυση μιας θυσίας, και του εθίμου του απλώματος της κλίνης (Ισοκρ. Αντίδ. 15. 109-110). Ίσως ήταν τώρα που ο γέροντας Κηφισόδοτος δημιούργησε το περίφημο άγαλμά του της μητέρας Ειρήνης που κρατούσε το παιδί Πλούτο με ένα κέρας αφθονίας. Και στη Λυκούργεια περίοδο, η Ειρήνη δέχεται θυσίες σε πολύ μεγάλη κλίμακα, όπως βλέπουμε από τις Δαπάνες του -333 και του -332 ετών (IG II² 1496. 94-5). Πολύ αργότερα, στο δεύτερο μισό του (-)δεύτερου αιώνα, ένας αξιωματούχος τιμάται για την θυσία στην Ειρήνη, ως η δεύτερο τιμάται ένα ζευγάρι θεοτήτων, το όνομα που είναι χαμένο πριν από το δικό της είναι πιθανότατα το όνομα του Διός (IG II² 1000. 5-6)― υπέρ των θυσιών ων έθυσε τώ[ι Διϊ ]και τει Ειρήνη. Η θρακική οικογένεια που έκανε αφιέρωση στο βωμό του Ελέους, δηλαδή στον βωμό του Διός, προσφώνησε τον θεό με Ησιοδικό ύφος ως πατήρ της Ειρήνης.
Με βάση αυτά τα στοιχεία υποθέτει κανείς ότι η Ειρήνη λατρευόταν δίπλα στον Δία στην παλαιά αγορά, αλλά σε ξεχωριστό βωμό. Ο Παυσανίας είδε ένα άγαλμα της Ειρήνης καθώς και ένα της Εστίας στο Πρυτανείο (1.18.3), που βρισκόταν δίπλα στην παλαιά αγορά, ή πολύ κοντά της. Ωστόσο, το άγαλμα του Κηφισόδοτου το είδε ο Παυσανίας στη δυτική πλευρά της νέας Αγοράς και κοντά του ήταν ένα άγαλμα του Καλλία, ενός φημισμένου ειρηνοποιού, όπως θυμάται ο Παυσανίας, του (-)πέμπτου αιώνος (1.8.2). Ο Πλούταρχος, εξάλλου, υπονοεί ότι κάποτε ο βωμός της Ειρήνης και το άγαλμα του Καλλία έπρεπε να φαίνονται μαζί· γιατί σε μια συζήτηση για την «Ειρήνη του Καλλία», καταγράφει την άποψη ότι ο βωμός χρονολογείται από αυτήν την περίσταση, όταν και ο Καλλίας τιμήθηκε ιδιαίτερα, με άγαλμα (Κίμ. 13.6).
Τα αποτελέσματα της ανασκαφής μας επιτρέπουν να ακολουθήσουμε τα βήματα του Παυσανία στην Αγορά καθώς μιλά για το άγαλμα του Κηφισόδοτου και το άγαλμα του Καλλία. Αυτά και άλλα τρία αγάλματα (του Αμφιάραου, του Λυκούργου και του Δημοσθένους) τα τοποθετεί ανάμεσα στο μνημείο των Επωνύμων του ναού του Άρεως και της Αθηνάς, που ταυτοποιούνται με βεβαιότητα στο έδαφος. Υπάρχουν βάσεις αγαλμάτων εδώ, αν και φυσικά δεν μπορούν πλέον να ταυτοποιηθούν μεμονωμένα. Υπάρχει επίσης, κοντά στη βορειοανατολική γωνία της βάσης των Επωνύμων, ένα μνημείο που δεν αναφέρει ο Παυσανίας· ένας μεγάλος μαρμάρινος βωμός του (-)τέταρτου αιώνος, «ο πιο όμορφος βωμός που βρέθηκε στην Αγορά». Μεταφέρθηκε όμως εδώ στη ρωμαϊκή περίοδο, αφού αποσυναρμολογήθηκε και απομακρύνθηκε από κάποια άλλη τοποθεσία. Την ίδια περίοδο, ο ναός του Άρεως και της Αθηνάς μεταφέρθηκε επίσης εδώ σε κομμάτια και συναρμολογήθηκε εκ νέου, ένα μεγάλο εγχείρημα. Τουλάχιστον τρία αγάλματα ήρθαν με τον ναό, του Άρεως και της Αθηνάς και της Ενυούς. Ίσως τότε το άγαλμα του Κηφισόδοτου και το άγαλμα του Καλλία να μεταφέρθηκαν.
Οι πλήρεις διαστάσεις του βωμού, στο κάτω σκαλί, είναι 8,76μ επί 5.43μ. Στην Πνύκα, στο ψηλό έδαφος πίσω από την πλατφόρμα του βήμα του ομιλητή, ένα στρώμα λίγο μεγαλύτερο, 8.90μ επί 6.00μ, είναι κομμένο στο βράχο· έχει προταθεί ότι ο βωμός της Αγοράς βρισκόταν παλαιότερα εδώ. Ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται κατάλληλο μέρος για βωμό. Η βάση αυτού του επιπέδου, όπως και το βήμα του ομιλητή, βρίσκεται στον άξονα του χώρου συγκέντρωσης, έτσι ώστε ο υποτιθέμενος βωμός να βλέπει βόρεια ή ελαφρώς ανατολικά του βορρά. Στην Αγορά η έδρα του βωμού μας βλέπει προς τα ανατολικά, όπως περιμένει κανείς από κάθε βωμό. Σίγουρα το επίπεδο στην Πνύκα ήταν για βάση αγάλματος, όπως η σειρά από κάπως μικρότερα επίπεδα νοτιότερα. Έχει προταθεί επίσης ότι ένας βωμός που μεταφέρθηκε από την Πνύκα στην Αγορά είναι πιθανό να είναι κάποιος του Διός αγοραίου. Πέρα όμως από τα επιχειρήματα, ελπίζω να είναι οριστικά για την τοποθεσία του Διός αγοραίου στην παλαιά αγορά, δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι ο Δίας θα λατρευόταν με αυτόν τον τίτλο στην Πνύκα, η οποία δεν είναι αγορά. Από την άλλη πλευρά, ο βωμός του Διός αγοραίου στην παλαιά αγορά, γνωστός και ως ο Βωμός του Ελέους, ήταν ακόμα επί του τόπου την εποχή του Παυσανία.
Ο βωμός της Αγοράς ήταν πολύ κοντά στο άγαλμα της Ειρήνης του Κηφισόδοτου και στο άγαλμα του Καλλία. Ο Πλούταρχος συνδέει το άγαλμα του Καλλίας με το βωμό της Ειρήνης. Το άγαλμα του Κηφισόδοτου ανήκει στον βωμό της Ειρήνης· ο βωμός της Αγοράς είναι τόσο μεγάλος και κομψός όσο θα έπρεπε να είναι ο βωμός της Ειρήνης.
Σίγουρα αυτός είναι στην πραγματικότητα ο βωμός της Ειρήνης, έτσι ώστε και ο βωμός και τα αγάλματα μεταφέρθηκαν εδώ από την παλαιά αγορά. Θα μπορούσε επίσης να υποστηριχθεί, αν και δεν είναι επί του παρόντος, ότι ο ναός του Άρεως και της Αθηνάς προέρχονταν επίσης από την παλαιά αγορά. Επί των ημερών του Παυσανία η παλαιά αγορά φαίνεται να είχε σε μεγάλο βαθμό απογυμνωθεί (Παυσ. 1.17.1).
Η λατρεία της Ειρήνης θέτει ένα ή δύο χρονολογικά ερωτήματα. Ο βωμός της Αγοράς χρονολογείται στα τέλη του (-)τέταρτου αιώνος. Εάν αυτό είναι σωστό, ήταν μια αντικατάσταση ενός προγενέστερου βωμού, ενός που χρησιμοποιήθηκε τουλάχιστον από το -375/-374. Δεδομένων εκείνων των πολύ μεγάλων θυσιών της Λυκούργειας περιόδου, μπορούμε κάλλιστα να πιστέψουμε ότι έπρεπε να γίνει αντικατάσταση. Πιο σημαντικό είναι το ερώτημα πότε ξεκίνησε η λατρεία. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι δημιουργήθηκε πρώτη φορά το -375/-374 για να σηματοδοτήσει τη συνθήκη ειρήνης. Αυτό φαίνεται να υποδηλώνουν οι πηγές που περιγράφουν τους εορτασμούς εκείνης του έτους. Ωστόσο, θα πρέπει να προσέχουμε να μην τις υπολογίζουμε ως οριστικές υποδηλώσεις. Ο Ισοκράτης, η παλαιότερη πηγή, ασχολήθηκε το -354/-353 με το να δώσει έμφαση στα επιτεύγματα του Τιμόθεου, κυρίως τη συνθήκη ειρήνης. Οι μεταγενέστερες πηγές ίσως εξαρτώνται σε πρώτο βαθμό από την επίσημη καταγραφή των προσφορών και των κατασκευαστικών εργασιών, κάτι που μπορεί να υποδηλώνει μια νέα εκκίνηση (λατρείας) ενώ δεν ήταν. Επιπλέον, η Ειρήνη ήταν μια δημοφιλής μορφή που πάντα υμνούνταν στη ωδή. Σημαίνει πολλά περισσότερα από μια συνθήκη ειρήνης· και παρά τον Ισοκράτη, η συνθήκη του -375/-374 δεν κράτησε περισσότερο από ενάμιση χρόνο. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι την 16η του Εκατομβαιώνος 16η ήταν η ημέρα κατά την οποία έγινε η συνθήκη.
Η λατρεία επικαλείται την δημοφιλή μορφή της θεάς Ειρήνης. Η απόδοση του Κηφισόδοτου υιοθετεί μια εικόνα παλαιότερης ποίησης, την Ειρήνη ως γενναιόδωρη μητέρα που γεννά ή θηλάζει τον Πλούτο, και άρα αντίστοιχη της Δήμητρος (Βακχ. Παιαν. 4. 61-2). Στα τέλη του πέμπτου αιώνος, ο Ευριπίδης και η κωμωδία έχουν πολλά να πουν για την Ειρήνη. Ο Αριστοφάνης έφερε την Ειρήνη και τον Πλούτο στην παράσταση, και παρόλο που απέχει πολύ από το να επιβεβαιώσει οποιαδήποτε λατρεία, αποτελεί παράδειγμα ενός κλίματος στο οποίο η λατρεία άκμαζε. Η εορτή Συνοίκια προσέφερε ένα ιδανικό υπόβαθρο. Ήταν μια εποχή, τουλάχιστον στο μύθο, για όλους τους Αθηναίους να συγκεντρωθούν σε συμφωνία και να προσκυνήσουν τον Δία. Ο Δίας (δεν χρειαζόμαστε ένα ανάθημα θρακών να μας το θυμίσει) είναι γονέας της Ειρήνης, όπως και του Πλούτου. Είναι αυτές οι ενώσεις, και όχι η συνθήκη ειρήνης του -375/-374, που παρέχουν το υπόβαθρο για τη λατρεία της Ειρήνης.
Ο Αριστοτέλης για τις Φρατριές και τις Τριττύες
(Προσεχώς ολόκληρη η ενότητα)
Οι Φρατρίες της Κλασικής Περιόδου
(Προσεχώς ολόκληρη η ενότητα)
Ο Φιλόχορος για τις «Δώδεκα Πόλεις»
(Προσεχώς ολόκληρη η ενότητα)
Ο Φιλόχορος για τις Τέσσερις Φύλαι
(Προσεχώς ολόκληρη η ενότητα)
Ο Αριστοτέλης και άλλοι για τις Επαγγελματικές Τάξεις
(Προσεχώς ολόκληρη η ενότητα)
Οι Ευπατρίδαι
(Προσεχώς ολόκληρη η ενότητα)
Οι Γεωμόροι και οι Δημιουργοί
(Προσεχώς ολόκληρη η ενότητα)
