(γ) Ο Ζευς Αμάριος
ΖΕΥΣ
ΜΙΑ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΛΑΤΡΕΙΑ
ΤΟΥ
ARTHUR BERNARD COOK
ΕΠΙΤΙΜΟΣ ΥΦΗΓΗΤΗΣ ΤΟΥ ΚΟΛΛΕΓΙΟΥ QUEENS, CAMBRIDGE
ΥΦΗΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΚΛΑΣΣΙΚΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
ΤΟΥ CAMBRIDGE
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ
ΠΡΟΣΟΧΗ : Η διατριβή του Cook εξακολουθεί να είναι πολύτιμο έργο για τη συλλογή πρωτογενών πηγών του, αλλά αυτή η τεράστια μελέτη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή επειδή τα υλικά και οι μέθοδοί της είναι ξεπερασμένα. Στη σύγχρονη έρευνα ένα μεγάλο μέρος στο έργο του Burkert 1983 επικεντρώνεται στις λατρείες του Δία σε σχέση με τις πρακτικές θυσίας. Οι Jameson, Jordan και Kotansky 1993 και Lalonde 2006 συλλέγουν πληροφορίες για τον Δία Μελίχιο για τον ρόλο του στις καθάρσεις. Ο Parke 1967 εξακολουθεί να είναι η καλύτερη αναφορά για τους χρησμούς του Διός. Ο Sinn 2000 παρέχει μια δημοφιλή αφήγηση της Ολυμπίας από έναν ανασκαφέα και μελετητή της θρησκείας που γνωρίζει από κοντά την τοποθεσία.
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

(γ) Ο Ζευς Αμάριος
Η μετάβαση από το φως της ημέρας του Ουρανού στο φως της ημέρας του Ουρανού-Θεού υποδεικνύεται ίσως καλύτερα από τους λατινικούς όρους dies, «ημέρα», και Diespiter, «Πατήρ της Ημέρας». Η φωνητική πτώση του Diespiter έτεινε να χρησιμοποιείται ως μια νέα ονομαστική, η πιο γνωστή Iupiter[1].
Όμως, περιορίζοντας την προσοχή μας στον ελληνικό χώρο, μπορούμε, περαιτέρω, να απεικονίσουμε την ίδια αλλαγή. Ο Μακρόβιος δηλώνει ότι «οι Κρήτες αποκαλούν την ημέρα «Ζευς»[2] —ένας συγκλονιστικός, αλλά καθόλου απίστευτος ισχυρισμός. Δυστυχώς όμως δεν συνεχίζει να μας λέει αν αυτή η χρήση περιοριζόταν σε κάποια συγκεκριμένη φυλή ή πόλη της Κρήτης. Αυτό το νησί ήταν τόπος συνάντησης των εθνών. Ήδη στους ομηρικούς χρόνους ο πληθυσμός της περιλαμβάνει Αχαιούς, Ετεο-Κρήτες, Κύδωνες, Δωριείς και Πελασγούς[3]· και η επιλογή μεταξύ αυτών, και ίσως άλλων, είναι ένα επισφαλές εγχείρημα. Ωστόσο, η διάλεκτος της Κρήτης στο σύνολό της σε όλη την κλασική περίοδο ήταν αναμφίβολα δωρική, και επομένως μπορούμε ελεύθερα να υποστηρίξουμε ότι σε κάποια ποικιλομορφία της κρητικής δωρικής διαλέκτου η λέξη «Ζευς» είχε διατηρήσει την αρχέγονη σημασία της.
Αυτός ο ισχυρισμός κερδίζει έδαφος σε πιθανότητες όταν ο καθηγητής R. C. Bosanquet ανακάλυψε έναν ύστερο δωρικό ύμνο στον Δία Δικταίο, από το Παλαίκαστρο της ανατολικής Κρήτης[4]. Ο ύμνος φαίνεται ότι γράφτηκε περίπου το έτος (+) 200· αλλά η διατύπωσή του είναι ίσως πέντε αιώνες παλαιότερη[5], και η επωδός του διατηρεί αυτό που τολμώ να θεωρήσω ως επιβίωση της αρχικής σύλληψης του Διός:—
Ιώ, μέγιστε κούρε, χαίρε μοι
Κρόνιε, παγκρατές γάνος,
βέβακες
δαιμόνων αγώμενος·
Δικτάν ες ενιαυτόν έρπε
και γέγαθι μολπά.[6]
Ένας πιθανός αλλά καθόλου σίγουρος παραλληλισμός με αυτή την επιβίωση εμφανίζεται στην Tabula Edaliensis, μια κυπριακή επιγραφή, η οποία χρησιμοποιεί τρεις φορές τη λέξη zân με την έννοια του «χρόνου[7]». Ο καθ. Hoffmann προτείνει ότι
αυτή η λέξη σχετίζεται με τη σανσκριτική dyâus, «ημέρα», και με τη λατινική dies, «ημέρα» ― στην πραγματικότητα είναι συγγενής με το όνομα Ζευς[8]. Μια τέτοια αρχέγονη χρήση, μπορούμε να υποθέσουμε ότι υποκρύπτεται και εξηγεί την
ομηρική και ησιόδεια πεποίθηση ότι «οι ημέρες προέρχονται από τον Δία[9]».
Πολύ πιο προηγμένη ήταν η λατρεία του Διός Αμαρίου, του οποίου το όνομα φαίνεται να δηλώνει τον Δία «του φωτός της ημέρας» (aμάρα)[10]. Σύμφωνα με τον Στράβωνα, οι Αχαιοί της βόρειας Πελοποννήσου, όπως και οι Ίωνες πριν από αυτούς, συνήθιζαν να συγκεντρώνονται για διαβουλεύσεις και για τη διεκπεραίωση κοινών υποθέσεων σε ένα μέρος που ονομαζόταν το Αμάριον[11]. Ήταν ένα άλσος ιερό στον Δία στην περιοχή του Αιγίου[12]. Ως εκ τούτου, όταν περίπου το (-)230, η πόλη του Ορχομενού στην Αρκαδία προσχώρησε στην Αχαϊκή Συμπολιτεία, συμφωνήθηκε ότι οι Αχαιοί αξιωματούχοι στο Αίγιο και οι Ορχομένιοι αξιωματούχοι στον Ορχομενό θα έπρεπε να ορκιστούν στους όρους μιας συνθήκης από τον Δία Αμάριο, την Αθηνά Αμαρία, την Αφροδίτη και όλους τους θεούς[13]. Και, όταν κατά το (-)217 έτος, ο Άρατος, ο Αχαιός στρατηγός, είχε διευθετήσει ορισμένες σοβαρές διαφωνίες στη Μεγαλόπολη, οι όροι της συνθήκης ήταν χαραγμένοι σε μια πινακίδα που στήθηκε δίπλα σε έναν βωμό της Εστίας στο Αμάριον[14].
Αυτό είναι κατά πάσα πιθανότητα το σημείο που περιγράφει ο Παυσανίας στο ακόλουθο απόσπασμα: «Κοντά στη θάλασσα στο Αίγιο υπάρχει ένα ιερό της Αφροδίτης, μετά από αυτό ένα του Ποσειδώνος, ένα της Κόρης, θυγατέρας της Δήμητρος και στην τέταρτη θέση ένα του Διός Ομαγυρίου. Εδώ υπάρχουν αγάλματα του Διός, της Αφροδίτης και της Αθηνάς. Ο Ζευς ονομάστηκε Ομαγύριος, «αυτός που καλεί σε ομήγυρη (συγκέντρωση) », επειδή σε αυτό το σημείο ο Αγαμέμνων συγκέντρωσε τους αρχηγούς της Ελλάδος για να συμβουλευτούν πώς θα έκαναν πόλεμο στο βασίλειο του Πριάμου.
Δίπλα στο ιερό του Διός Ομαγυρίου είναι ένα της Δήμητρος Παναχαίας, «η θεά όλων των Αχαιών[15]». Ο Ζευς Αμάριος βρισκόταν σε αυτό και ταυτιζόταν με τον Δία Ομαγύριο· και είναι πιθανό ότι ο πρώτος τίτλος, λόγω της επιρροής του δεύτερου, μετατράπηκε ευρέως σε Ομάριος, ο οποίος θα μπορούσε να γίνει κατανοητός ως «αυτός που ενώνει, που συγκεντρώνει[16]». Όπως και να έχει, είναι σαφές ότι από το Αίγιο η λατρεία έφθασε στη Μεγάλη Ελλάδα, όπου ο Κρότων, η Σύβαρις και η Καύλων, μετά όρκου μιμήσεως των Αχαιών, έστησαν έναν κοινό ναό στον Δία Αμάριο[17].
Το πώς ο Ζευς «του φωτός της ημέρας» έγινε αντιληπτός από τους λατρευτές του, μπορεί να συναχθεί από τις παραστάσεις του στα νομίσματα της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Ένας μοναδικός αργυρός στατήρας αιγινήτικων προδιαγραφών, που πιθανότατα κόπηκε στο Αίγιο γύρω στο (-)367/362, έχει για όπισθεν πλευρά έναν ένθρονο Δία, ο οποίος κρατά στο δεξί του χέρι έναν αετό και στηρίζεται σε σκήπτρο με το αριστερό του (εικ. Ι)[18]. Τα χάλκινα νομίσματα της Συμπολιτείας, όπως ανασυστάθηκαν το (-)281, παρουσιάζουν στην εμπρόσθια όψη μια όρθια μορφή του Διός: είναι γυμνός και στηρίζει στο δεξί του μια φτερωτή Νίκη, η οποία του προσφέρει έναν στέφανο, ενώ εκείνος κρατάει με το αριστερό του χέρι ένα μακρύ σκήπτρο (εικ. 2)[19]. Τα μεταγενέστερα ασημένια νομίσματα, από κάποια χρονολογία νωρίτερα από το (-)330, δείχνουν μια στεφανωμένη με δάφνη κεφαλή του Διός ως εμπροσθότυπο σχέδιο (εικ. 3) και ένα στεφάνι από δάφνη ως οπισθότυπο σχέδιο[20]. Τέτοιες αναπαραστάσεις δεν αφήνουν κανένα ίχνος του Διός ως θεότητα του φωτός της ημέρας. Η φυσική όψη του θεού είχε από καιρό ξεχαστεί, ή το πολύ επιβίωσε σε έναν λατρευτικό τίτλο αμφίβολης σημασίας

Μέρος πρώτο: (α) Ο Ζευς Ουρανός
Μέρος δεύτερο: (β) Η Μετάβαση από τον Ουρανό στον Ουρανό θεό
Υποσημειώσεις
[1] F. Stolz Ιστορική γραμματική της λατινικής γλώσσας Λειψία 1894 i. 1. 305 W. M. Lindsay H Λατινική Γλώσσα Oxford 1894 σ. 389, Walde Lai. etym. Wοrterb. σ. 313.
[2] Μακροβ. Σατ. 1. 15. 14 Κρήτες Δία την ημέραν
[3] Οδ. Τ. 175 στ.
[4] Ann. Βρετ. Σχολ. Aθ. 1908—1909 xv. 339 στ.
[5] G. Murray, ιδ. xv. 364 σ.
[6] Με Κούρε. . . Κρόνιε κ.π. Αισχ. . Aisch. Π. 577 στ. ω Κρόνιε | παί, Πίνδ. Ολ. 2. 22 ω Κρόνιε παί Ρέας. Για Κούρος =παίς δείτε Στέφανος Θεσ. Ελ. Γλ. iv. 1895 A.
Δύο αντίγραφα του ύμνου είναι χαραγμένα στο πίσω μέρος και στην μπροστινή πλευρά της ίδιας στήλης. Η πίσω πλευρά, που περιέχει ένα κείμενο γεμάτο γκάφες, πουθενά δεν διατηρεί την κατάληξη της λέξης γάνος. Το μπροστινή πλευρά έχει στη σειρά 2 ΠΑΤΙΚΡΑΤΕC ΓΑΝΟC αλλαγμένο σε ΠΑΝΚΡΑΤΕC ΓΑΝΟΥC, και στην σειρά 20 ΠΑΝΚΡΑΤΕC ΓΑΝΟΥC– Αυτό υποδηλώνει μια προσπάθεια για να έχει το νόημα ενός παλιού ελαττωματικού αντιγράφου, και διαβάζοντάς το υπέθεσα (βλ. Trinity College Lechire Room Διατριβή της 4ης Νοεμβρίου 1910) ότι η αρχική φράση ήταν παγκράτες γάνους, κπ.. Enn. απ. Cic. de nat. deor. 2. 4 aspice hoc sublime candens, quern invocant omnes Iovem (Folk-Lore 1905 xvi. 261). Ο καθηγητής G. Murray τύπωσε τη παγκράτες γάνους στο αποκατεστημένο κείμενό του και το μετέφρασε ως «Κύριος παντός υγρού και αστραφτερού». Αυτός τώρα (15 Αυγούστου 1911) μου προτείνει για την λέξη γάνος: «Νομίζω ότι είναι πολύ πιθανή πρόταση, αλλά όχι για το σύνολό της, θεωρώ ότι υπάρχει επαρκής λόγος για την τροποποίηση του κειμένου». Προσθέτει ότι σε επιστολή που έλαβε από τον καθηγητής U. von Wilamowitz-Moellendorff είχε κάνει ανεξαρτήτως της ίδια διόρθωση.
[7] W. Deecke «Die griechisch-kyprischen Inschriften’ in Collitz-Bechtel Gr. Dial.- Inschr. i. 27 ff. αρ. 60, 10, 23, 28 ύfαις ζάν.
[8] O. Hoffmann Die griechischen Dialekte Gottingen 1891 i. 68 ff. αριθ. 135, 10, 23, 28 υfαίς ζάν. παρ. i. 71 f. απορρίπτει την άποψη του Meister ότι το ζάν=- επικό δήν και μεταφράζει «fur alle Zeit= για όλους τους χρόνους», λαμβάνοντας υF-αις=επί αεί (αίς ως αιFς πρβλ. ινδικό âyus «χρόνος ζωής») και ζάν ως συγγενής του djâyus, dies, diu. Αλλά όλα αυτά είναι πολύ αμφίβολα, όπως ο ίδιος ο Hoffmann (πρβλ. σελ. 228) παραδέχεται.Ο C. D. Buck Introduction to the Study of the Greek Dialects Boston κ.λπ. 1910 σ. 182 λέει: Το «ζάν» ενδεχομένως συνδέεται με τα ζήω και ζώω, ζωή, βάσει ενός τρίτου υπό την μορφή του ζά-».
[9] Οδ. Ξ. 93 νύχτες τε ημέραι εκ Διός εισίν Όμηρος-Ησίοδος Έργ και Ημ. 765 ήματα δ’ εκ Διόθεν, πρβλ. 769 αίδε γαρ ημέραι εισί Διός άρα μητιόεντος. Πρβλ. Ιλ. Β. 134 εννέα δη βεβάασι Διός μεγάλου ενιαυτοί. Αυτή η τελευταία γραμμή υποστηρίζει τον ισχυρισμό του W. Prellwitz Eine griechische und eine lateinischc Etyinologie Bartenstein 1895 σ. 1 επ. ότι ο ενιαυτός είναι αυστηρά η ημέρακατά την οποία το έτος αρχίζει και πάλι «στην ίδια» (ένι αυτώ) θέση με πριν, και ότι ήταν
αρχικά μια ονομασία του Διός, Ζευς – dies (ιδ. σ. 8).
[10] Ο P. Foucart «Fragment inedit d’un decret de la ligue acheenne» στο Rev. Arch. 1876 N.S. xxxii. 2. 96-103 πρότεινε για πρώτη φορά την εξήγηση, η οποία είναι σήμερα κοινώς αποδεκτή, του Αμάριος ως «le dieu de l’atmosphere lumineuse (ο θεός της φωτεινής ατμόσφαιρας)» (ιδ. σ. 100). Η αμάρα = ημέρα βρίσκεται σε λοκρικές επιγραφές (Collitz-Bechtel ό.π. αριθ. 1478, 42, 1479, 5, πρβλ. 1478, 33), και πενταμαριτεύων σε δελφική επιγραφή (ιδ. αριθ. 2561, D 16, = Dittenberger Syll. inscr. Gr.² αριθ. 438, 183). Ο αμάριος = ημέριος μπορεί κάλλιστα να ήταν σε χρήση στην άλλη πλευρά του Κορινθιακού κόλπου.
Ο G. Kramer στον Στράβ. 389 και ο F. Hultsch στον Πολύβ. 2. 39. 6 (praef. p. Iv) θεωρούν ότι
το όνομα ήταν Αμάριος = Ομάριος, πρβλ. αμαρτή = ομαρτή, ο Gruppe Gr. Rel. σ. 1116 σημ. 3, ακολουθώντας τους Collitz και Schulze Quaestiones epicae σ. 500 σημ. 1, επιλέγει το Αμάριος = Ομάριος.
[11] Στραβ. 385. MSS. Αινάριον ή Αρνάριον. Κοραής παρ. Ομάριον , Kramer Αμάριον, Foucart Αμάριον.
[12] Στράβ. 387. MSS. όπως παραπάνω.
[13] Dittenberger Syll. inscr. Gr.2 αρ. 2 29 = Michel Recueil d’Inscr.gr. αρ. 199.
[14] Πολύβ. 5. 93. 10. MSS. Ομαρίω. Ο Foucart αποκατέστησε το Αμαρίω, βλ. J. L. Strachan-Davidson Selections from Polybius Oxford 1888 σ. 145. Σχετικά με τη σύνδεση της Εστίας με τον Δία, βλ. παρακάτω κεφ. iii § Ι (α) ix (α).
[15] Παυσ. 7. 24. 2 στ. Ο O. Jessen στο Pauly-Wissowa Real–Enc. i. 1741 διαχωρίζει το Αμάριον και τον περιβόλο του Διός Ομαγυρίου – αλλά ο Frazer, Παυσ. 4. 162. τους ταυτίζει.
[16] Dittenberger Syll. incr. Gr². σελ. 370 πιστεύει ότι ο Ομαγύριος είναι παραφθορά του Αμάριος · αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο. Ο Ομάριος (Πολύβ. 2. 39. 6 με λμ. ομαριου ούτως Α ομορίου C, 5. 93. 10) προτείνει σύγκριση με τον Ησύχ. ομαρές· ομού. συμφώνως. Εκείνοι που το θεωρούν την αρχική μορφή θα αναφέρουν τον Στεφ. Βυζ. Ομάριον· πόλις Θετταλίας. Θεόπομπος Φιλιππικών εικοστώ δευτέρω. εν ταύτη τιμάται Ζευς και Αθηνά. το εθνικόν Ομάριοι, Ομαρεύς.
[17] Πολύβ. 2. 39. 6. Το MSS. διαφέρει: ομαρίου ούτως Α. ομορίου C. Ο Foucart αποκατέστησε σε Αμαρίου.
[18] Ο W. Wroth στο Num. Chron. Τέταρτη Σειρά 1902 ii. 324 στ. πιν. 16, 4, G. F. Hill Historical Greek Coins London 1906 σελ. 73 στ. πιν. 5, 38, Head Hist. num.² σελ. 416 («ο οπίσθιος τύπος του Διός φαίνεται να προτάθηκε από τον ένθρονο Δία στα πρώιμα αρκαδικά νομίσματα» Cp. infra ch. i § 3 (b)). Το νόμισμα βρίσκεται τώρα στο Βρετανικό Μουσείο.
[19] Overbeck Gr. Kunstmyth. Ζευς σελ. 113, 162, 219, Miinztaf. 2, 17 and 17 a, Miiller-Wieseler-Wernicke Ant. Denkm. i. 94 πιν. 9, 18, Head Hist, num² σελ. 417 f, Brit. Mus. Cat. Coins Peloponnesus σελ. 12 στ. πιν. 2, 15—20, πιν. 3, 1—14. I εικ. πιν. 3, 7.
[20] Overbeck Gr. Kunstmyth. Ζευς σελ. 97 f., 105, Munztaf. Ι, 29, Brit. Mus. Cat. Coins Peloponnesus σ. Ι ff. πιν. 1. 1—23, πιν. 2, 1—14, Head Hist, num² σ. 417, W. Wroth in the Num. Chron. Third Series 1900 xx. 286 f. πιν. 14, 1.
