Alcorac Alonso Déniz
copyright © μετάφραση επιμέλεια Ο. Πυλαρινός
§2. – Εορτές για Αἰδωνεύς; Γλωσσικά προβλήματα της υπόθεσης
§3. – Αὐδναῖος, η παλαιότερη μορφή
§5. – Οι Εορτές για την Περσεφόνη *Ἀϝ(ι)δνά, την «Αόρατη» ή την «Σκοτεινή»
![]()
Σύμφωνα με την επικρατούσα υπόθεση, το όνομα του τρίτου μήνα του Μακεδονικού ημερολογίου, είναι «Αὐδναῖος», του οποίου οι αρχαίες πηγές μας δίδουν πολλαπλές παραλλαγές. Ο μην Αυδναίος προήλθε από το όνομα Ἀ(F)ιδωναῖος «του Αϊδωναίου», επίθετο που προέρχεται από το Ἀϊδωνεύς, μία από τις ομηρικές ονομασίες του Άδου. Ο Ἀ(F)ιδωναῖος υπέστη μια φωνολογική ἐξέλιξη χαρακτηριστική τῶν βορειοελληνικῶν διαλέκτων. Ωστόσο, η προτεινόμενη ετυμολογία και η εξέλιξη αντιμετωπίζουν αρκετά ανυπέρβλητα γλωσσικά εμπόδια και αντικρούονται από την χρονολογική και γεωγραφική κατανομή των παραλλαγών του μηνωνύμου. Η παρούσα εργασία παρουσιάζει μια εναλλακτική ερμηνεία των δεδομένων και διατυπώνει την άποψη ότι ο Αὐδναῖος πιθανόν να προήλθε από την ονομασία ἈF(ι)δνά «αόρατη» ή «σκοτεινή», ένα επίθετο της Κόρης Περσεφόνης, στην οποία οι Μακεδόνες αφιέρωναν μια εορτή, καθώς και στη Δήμητρα, η οποία κατά πάσα πιθανότητα λάμβανε χώρα κάθε χρόνο στις αρχές του χειμώνος.
Η ίδια η Περσεφόνη δεν είναι παρά μια φωνή
ή ένα αόρατο σκοτάδι που περιβάλλεται από το βαθύτερο σκότος.
(D. H. Lawrence, «Bavarian Gentians», Last Poems)
§1. – Εισαγωγή
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για την ελληνική προέλευση των ονομάτων των μηνών στο μακεδονικό ημερολόγιο.[1]
Ο Δῖος, ο Ἀπελλαῖος, ο Ἀρτεμίσιος και ο Πάνημος[2] μαρτυρούνται και σε άλλες περιοχές, ενώ ο Δαίσιος και ο Ὁλώιος/Λώιος, ιδιόρρυθμοι για το μακεδονικό ημερολόγιο, απαντώνται και σε άλλα ημερολόγια.[3]
Ο Περίτιος είναι ένα σύνθετο της ελληνικής δομής[4], και το ηχητικό σύστημα των σιωπηλών φωνημάτων από τα άφωνα πνευστά αποφώνια, ένα από τα φωνολογικά φαινόμενα που χαρακτηρίζουν τη μακεδονική διάλεκτο[5], βοηθά στην εξήγηση του Δύστρος[6], Ξανδικός[7] και Ὑπερβερεταῖος[8]. Τέλος, ο Γορπιαῖος έχει κλασική ελληνική δομή, αν και οι λεπτομέρειες της ετυμολογίας του μας διαφεύγουν[9].
Οι αρχαίες πηγές μαρτυρούν διάφορες ορθογραφίες για το όνομα του τρίτου μηνός του μακεδονικού Έτους (ημερολογίου),οι ονομασίες μπορούν να ταξινομηθούν σε δύο ομάδες ανάλογα με τον αρχικό δίφθογγο:
• Αὐ- αρχικό : Αὐδναῖος, Αὐδυναῖος, Αὐδουναῖος, Αὐδωναῖος, Αὐδοναῖος.
• Αἰ- αρχικό : Αἰδοναῖος, Αἰδωναῖος, Αἰδυναῖος [10].
Αρκετοί μελετητές έχουν αποδώσει την προέλευση αυτού του μηνωμήνιου, ειδικά στο μακεδονικό ημερολόγιο (και όσα προέρχονται από αυτό)[11], σε μια γλώσσα διαφορετική από την ελληνική. Σύμφωνα με ορισμένους[12], ο Αὐδναῖος θα πρέπει να συσχετισθεί με τα «ντόπια» ανθρωπωνύμια, του Αὐδωλέων (βασιλιάς των Παιόνων) και της Αὐδάτα (Ιλλυρικής γυναίκας). Ωστόσο, η ετυμολογία των άλλων ονομασιών των μηνών του Έτους οδηγεί στην αναζήτηση μιας ερμηνείας που προέρχεται από την Ελληνική γλώσσα.
Αναπτύσσοντας την υπόθεση που σκιαγράφησε ο K. F. Hermann, για τον οποίο ο Αὐδναῖος/Αὐδυναῖος θα μπορούσε να είναι η διαλεκτική μορφή του *Ἀϊδωνεῖος[13], ενός μη μαρτυρημένου παραγώγου του ομηρικού Ἀϊδωνεύς[14], ο καθ. Th. Bergk[15] θεωρεί ότι το όνομα Άδης είναι στην «αιολική» διάλεκτο *Ἀϝιδύνας, εξ’ ου και το παράγωγο *Ἀϝιδυναῖος, ἡ συγκοπή τοῦ /ι/ είχε ὡς αποτέλεσμα τον Αὐδυναῖος. Από την πλευρά του, ο καθ. J. N. Kalléris προτείνει το όνομα *Ἀϝιδωναῖος, που προέρχεται από το Ἀ(ϝ)ίδων[16], μια άλλη ονομασία για τον Άδη[17]. Από τον *Ἀϝιδωναῖος προκύπτει ότι όλες οι μαρτυρημένες μορφές θα ήταν δικαιολογημένες, υπό την προϋπόθεση ότι μια σειρά φωνολογικών εξελίξεων είναι αποδεκτές φωνολογικές εξελίξεις:
α) Οι παραλλαγές με αρχικό Αἰ- (Αἰδωναῖος/ Αἰδωναῖος) εξηγούνται από την πτώση του μεσοφωνητικού –ϝ-.
β) Οι μορφές με αρχικό Αὐ- θα δημιουργηθούν μετά από τρία διαδοχικά φωνολογικά φαινόμενα:
– Η πτώση του /ι/ με ανακρίβεια θα είχε ως αποτέλεσμα την ονομασία Αυδωναῖος[18].
– Το Αὐδυναῖος, Αὐδοναῖος εξηγείται είτε με μια «φωνητική (ή γραφική) εναλλαγή» μεταξύ των ω, ο, υ, ου[19], είτε με το κλείσιμο του, /oː/ (από το /ɔː/) σε /υ/, μέσω της διαγραφής της αντίθεσης της ποσότητας του φωνήεντος από τον -4ο αιώνα.[20]
– Η αυτοποίηση του /υ/ θα είχε ως αποτέλεσμα τον Αυδναῖος.
Πίσω από την εξέλιξη του *Ἀϝιδωναῖος που προτάθηκε παραπάνω θα πρέπει να βρίσκονται δύο φωνητικά φαινόμενα που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες διαλέκτους της βόρειας Ελλάδος, όπου, οι άτονες συλλαβές, τα /ι/ και /υ/ εξαφανίζονται, ενώ τα /ε/ και /o/ κλείνουν σε /ι/ και /υ/[21]. Σύμφωνα με αρκετούς μελετητές, τα δύο φαινόμενα μαρτυρούνται ήδη σε αρχαιοελληνικές μακεδονικές επιγραφές όλων των περιόδων, καθώς και σε κείμενα, που αποτελούν εξαιρετικούς μάρτυρες[22].
Σύμφωνα με αυτή την υπόθεση, ο Αὐδυναῖος θα εμφάνιζε το /υ(ː)/ ως αποτέλεσμα του κλεισίματος του /ɔː/ ή του /o/. και την πτώση του /ι/, ενώ ο Αὐδναῖος θα έδειχνε την αποδυνάμωση των μη τονισμένων /ι/ και /υ/.
Στη Μακεδονία, στη λατρεία του Άδου[23] ο ίδιος μαρτυρείται ως Δεσπότης σε ένα «ορφικό» έλασμα[24] ή Δεσπότης Πλούτων σε μια αφιέρωση της Αιανής[25]. Αν και οι μαρτυρίες της λατρείας που απέδιδαν οι ελληνικές πόλεις στόν θεό του κάτω κόσμου με το όνομα Ἀΐδης/Αἵδης είναι σπάνιες[26], βρίσκουμε στην Περραιβία (αρχαία ελληνική χώρα της Ηπειρωτικής Ελλάδας στα βόρεια της Θεσσαλίας ) την αναφορά μιας χώρας αφιερωμένης στον Άδη[27], και στην Υέλη (Elea/Vélia) στην περιοχή της Καμπανίας, μια αποικία των Φωκαέων, ένα επιστύλιο παρουσιάζει τα ονόματα της Περσεφόνης και του Άδου στη γενική[28].
§2. – Οι Εορτές για Αἰδωνεύς;
Γλωσσικά προβλήματα της υπόθεσης
Η υπόθεση που χρεώνει τις διάφορες παραλλαγές του μηνός Αυδναίου (Αὐδναῖος) ὡς εξέλιξη του επίθετου *Ἀϝιδωναῖος αντιμετωπίζει αρκετές γλωσσικές δυσκολίες.
Κατ’ αρχάς, τα ονόματα των μηνών σε –αῖος/-αιών, καθώς και τα ετερώνυμα από τα οποία προέρχονται σχηματίζονται κανονικά από αρσενικά ή θηλυκά ουσιαστικά σε –α.[29]
Το μακεδονικό Έτος (ημερολόγιο) έχει τον Ὑπερβερεταῖο (βλ. παραπάνω σημ. 8) καὶ Ἀπελλαῖο, προερχόμενους από τον *Ὑπερφερέτα καὶ ἀπὸ ταις ἀπέλλαι. Από την άλλη πλευρά, τα ονόματα των μηνών που λαμβάνονται από συνώνυμα παρουσιάζουν γενικά μια κατάληξη που προκύπτει από το συνδυασμό του συμφώνου του στελέχους με τα επιθήματα -ιος /ιών.[30] Ως εκ τούτου, ένα όνομα μηνός ή εορτής που προέρχεται από το ᾿Α(ϝ)ίδων, ως εναλλακτική ονομασία της Ἀϝίδας[31], θα ήταν στη μακεδονική διάλεκτο *Ἀ(ϝ)ιδώνιος/*Α(ϝ)ιδώνια, ενώ το Αἰδωνεύς θα έδινε *Ἀ(ϝ)ίδωνήιος/*Ἀ(ϝ)ίδωνήια > *Ἀ(ϝ)ίδωνεῖος/*Ἀ(ϝ)ίδωνεῖα[32].
Ορισμένα φωνολογικά, παραδείγματα του -ου- για το -ω- σε επιγραφές και κείμενα δείχνουν τη σποραδική κατάληξη του αρχαίου μακρού φωνήεντος -ω-, όπως και τα κείμενα δείχνουν σποραδική κατάληξη του παλαιού μακρού φωνήεντος -ω-, όπως στη Θεσσαλία, αλλά τα νέα καταληκτικά φωνήεντα είναι σταθερά.[33] Ακόμη και κατά τη βυζαντινή περίοδο, η πτώση δεν μαρτυρείται ποτέ[34]. H μεταγενέστερη εξέλιξη του Αὐδουναῖος > Αὐδναῖος δεν βρίσκει καμμία υποστήριξη στις παλαιότερες πηγές.
Έτσι, η εξαφάνιση της αντίθεσης της ποσότητας των φωνηέντων δεν αποδεικνύεται παρά τους πρώτους αιώνες της εποχής μας.[35] Ακόμα και αν δεχτεί κανείς ότι το /ɔː/ είχε γίνει /o/ πριν από τον -4ο αιώνα, είναι απίθανο η αλλαγή /o/ > /υ/ να έγινε τόσο νωρίς στη Μακεδονία. Κατ’ αρχάς, οι άμεσες ορθογραφίες μαρτυρούνται μόνο από τη βυζαντινή περίοδο[36], ενώ οι αντίστροφες ορθογραφίες των προγενέστερων περιόδων[37], που συχνά θεωρούνται ως απόδειξη της κατάληξης των φωνηέντων και, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, ως πρόδρομος της κατάστασης που παρατηρήθηκε αργότερα στις βόρειες διαλέκτους, μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά.[38] Ομοίως, τα στοιχεία για την υποτιθέμενη πρώιμη κατάληξη του /ε/ στις μακεδονικές επιγραφές δεν είναι πειστική[39].
Όσον αφορά την πτώση των φωνηέντων, στις βόρειες διαλέκτους της νέας ελληνικής, η συγκοπή ακολουθεί χρονολογικά τη (πρόσφατη) κατάληξη του /o/ σε /υ/, το οποίο εμφανίζεται επίσης στην Πρότυπη Ελληνική και δεν είναι αρχαίο[40]. Τώρα, υποθέτοντας ένα παράγωγο του Ἀϊδωνεύς, θα έπρεπε να υποθέσουμε το αντίθετο: η πτώση του άτονου /ι/ θα προηγούνταν της κατάληξης του /ɔː/ ή του /o/ (Αὐδουναῖος/Αὐδυναῖος), το οποίο κατά μείζονα λόγο θα συνέπιπτε αργότερα από το /ι/.
Στην πραγματικότητα, η συστηματική πτώση των /ι/ και /υ/ και η κατάληξη των /ε/ και /o/ σε άτονες συλλαβές στις βόρειες ελληνικές διαλέκτους εμφανίστηκε μόνο κατά τους βυζαντινούς ή μεσαιωνικούς χρόνους.[41]
Εν ολίγοις, ούτε ο σχηματισμός των λέξεων ούτε η ιστορική φωνολογία επιτρέπουν την παραγωγή του μακεδονικού μηνιαίου ονόματος από το επίθετο του *Ἀ(F)ιδωναῖος, δηλαδή ως «ο Αιδωνεύς».

§3. – Αὐδναῖος, η παλαιότερη μορφή
Η γεωγραφική κατανομή και η χρονολογία των δεδομένων δείχνουν σαφώς ότι η παλαιότερη μορφή είναι Αὐδναῖος. Στα έγγραφα της διοικητικής δραστηριότητας του μακεδονικού βασιλείου κατά την ελληνιστική περίοδο βρίσκει κάποιος την ονομασία Αὐδναῖος[42], ενώ η μεταγενέστερη Αἰδοναῖος είναι, με μία εξαίρεση, η μόνη παραλλαγή που χρησιμοποιείται σε κείμενα κάθε είδους από την ίδια περιοχή[43].
Ο Αὐδναῖος εμφανίζεται επίσης στα αρχαία κείμενα των ελληνιστικών βασιλείων[44].
Στις περιοχές που υιοθέτησαν τα ονόματα του μακεδονικού ημερολογίου, η παλαιότερη μορφή είναι επίσης είναι Αὐδναῖος, τόσο σε επιγραφικές όσο και σε παπυρολογικές πηγές[45]. Στην Αίγυπτο και τη Μικρά Ασία, μαζί με το Αὐδναῖος, η παραλλαγή Αὐδυναῖος εμφανίζεται μόνο πολύ σποραδικά,[46] αλλά είναι συνηθισμένο στις πόλεις της Εγγύς Ανατολής σε ύστερες περιόδους να τον εναλλάσσουν μὲ τὸν Αὐδοναῖος[47] καὶ τὸν Αὐδοναῖος[48]. Οι χειρόγραφες πηγές γνωρίζουν τις μορφές: Αὐδναῖος, Αὐδυναῖος καί Αὐδοναῖος/Αὐδωναῖος[49].
Στην υπόθεση της προέλευσης από τον Αϊδωνέα/Αἰδωνεύς, η μορφή με τα πιο πρόσφατα στάδια τῆς ἐξέλιξης (Αὐδναῖος) θά προηγείτο χρονολογικά των ενδιάμεσων μορφών με φθόγγο φωνήεντος. Επιπλέον, το φωνητικό πρότυπο που προηγείται του Αὐδναῖος μαρτυρείται στη Μακεδονία μόνο μία φορά, σε ένα αποσπασματικό έγγραφο από τη Βέροια του +128, και ο όρος αναγνώζεται, σύμφωνα με τους εκδότες, Αὐδουναί[ου][50]. Τέλος, δεν μπορεί να εξηγηθεί ικανοποιητικά γιατί στη Μακεδονία, όπου επικρατούσε η δήθεν εξελιγμένη παραλλαγή (Αὐδναῖος), η αρχαία και ετυμολογικά διάφανη μορφή, που θα παρουσίαζε μόνο την πτώση του διγάματος (Αἰδωναῖος/Αϊδοναίος), θα είχε επανεισαχθεί κατά την Αυτοκρατορική εποχή.
Επομένως, ο Αὐδναῖος έχει μεγάλη πιθανότητα να είναι η αρχική μορφή. Από την άλλη πλευρά, ο Αὐδυναῖος (ή Αὐδουναῖος, με το <ου> να σηματοδοτεί την φωνολογική προφορά του φωνήεντος) προκύπτει πιθανότατα από μια επένθεση φωνήεντος[51]. Το φαινόμενο αυτό μαρτυρείται στις διαλέκτους της μακεδονικής απόδοσης, ειδικά μεταξύ μιας έγκλισης και ενός υγρού συμφώνου[52] :
- κυνοῦπες- ἄρκτος. Μακεδόνες (Ησύχ., κ 4615 Latte), πρβλ. κνῶπος και κνωπεύς- ἄρκτος. ἔνιοι κνουπεύς (Hsch.., κ 3163 Latte).
- Εὐδαλαγῖνες- αἱ Χάριτες (Ησύχ., ε 6742 Latte) τῶν *Εὐθαλγῖνες.
- ἀβαρύ- ὀρίγανον Μακεδόνες (Ησύχ., α 84 Cunningham), πιθανώς παράγωγο του ἁβρ.
- ἀβαρκνᾷ- κομᾷ † τὲ Μακεδόνες (Ησύχ., α 76 Cunningham), πιθανώς παράγωγο του *ἁβροκομάω.
Ἡ ἐξέλιξη Αὐδναῖος > Αὐδυναῖος βρίσκει ἕνα παράλληλο στην Κυρηναϊκή διάλεκτο, όπου η μορφή Πτυλυμαῖον[53] προκύπτει από την εξέλιξη του Πτυλμ°, το οποίο εναλλάσσεται με το Πτολεμ°[54]. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να αποκλειστεί ότι, αφού πιστοποιείται μόνο μία φορά στη χώρα της Μακεδονίας (βλ. το μορφότυπο Αὐδουναί[ου] τῆς Βέροιας ποὺ ἀναφέρθηκε παραπάνω), ο Αὐδυναῖος να «γεννήθηκε» πρῶτα στις περιοχές εκτός της Μακεδονίας.
Οι τύποι Αὐδοναῖος και Αὐδωναῖος δεν σχετίζονται με την ιστορία της ελληνικής γλώσσας στη Μακεδονία, αλλά από την επαφή με τις αυτόχθονες γλώσσες της Εγγύς Ανατολής, καθώς και τη γεωγραφική και χρονολογική κατανομή τους. Πράγματι, ὁ Αὐδοναῖος και ὁ Αὐδωναῖος μαρτυρούνται σε ύστερα συριακά, παλαιστινιακά και αραβικά έγγραφα, όπου το υ, /u/ και /y/ θα μπορούσε να αρθρωθεί ως /o/[55]. Στην Αραβία εμφανίζεται επίσης η παραλλαγή Αὐδαναῖος, με την ορθογραφία <α> αντί <ο> που είναι χαρακτηριστική στα έγγραφα από αυτές τις περιοχές[56]. Στη Λυδία, ο Αὐγναῖος καὶ ο Αὐγδαῖος μαρτυρούν επίσης μια ανάπτυξη ιδιαίτερη για την περιοχή.[57] Άλλες ονομασίες των μακεδονικών μηνών παρουσιάζουν επίσης διακυμάνσεις εκτός της Μακεδονίας, οι οποίες δεν αποδίδονται στην αρχική ομιλία. Ο μην Γορπιεῖος εναλλάσσεται με τον Γορπιαῖο στην ελληνιστική Αίγυπτο και στις πόλεις της Μικράς Ασίας που υιοθέτησαν το Έτος (ημερολόγιο) των Σελευκιδών[58]. Στις ανατολικές περιοχές κατά την ύστερη περίοδο, εκτός από τον Γορπιαῖο και τον Δαίσιο, βρίσκουμε τον Γαρπιαῖος, με <α> αντί του <ο> (πρβλ. Αὐδαναῖος παραπάνω), και επίσης Δίσιος.[59] Στη Λυδία, οι «μητρικές» μορφές του μηνός Ὑπερβερ(ε)ταῖος είναι ιδιαίτερα συχνές.[60]
Επομένως, για να εξηγήσει κανείς την προέλευση του Αὐδναῖος θα πρέπει να παραδεχθεί τα ακόλουθα δύο γεγονότα.
α) Η αρχαιότερη μορφή Αὐδναῖος είναι η πρωτότυπη
β) Είναι παράγωγο στελέχους σε -α- (αρσενικό ή θηλυκό).
§4. – *Αὐδ-να- ;
Η κατάληξη –ναῖος φαίνεται να παραπέμπει σε –νā̆-, η οποία θα μπορούσε να εξηγηθεί με την τοποθέτηση ενός παραγώγου ενός ρινικού θέματος. Πράγματι, σύμφωνα με τον V. Pisani[61], ο Αὐδναῖος θα ήταν το πρότυπο του *υδν– «ύδωρ»[62], αλλά καμία ετυμολογία δεν εξηγεί ικανοποιητικά το αρχικό φωνήεν, καθώς ένα σύνθετο *σμ –υδν– θα έπρεπε να εξελιχθεί σε *ἁμυδν-/ἀμυδρ-, και, ξεκινώντας από το ν, –υδν-, ένας θα περίμενε **ἀνυδν[63].
Υπάρχει μια σειρά από παράγωγα ουσιαστικών στα ελληνικά σε ρινικά που έχουν δομή, πρβλ. θεράπων → θεράπνη[64]. Δεδομένου ότι τα ελληνικά κληρονόμησαν ένα διαλεκτικό επίθημα -ων (πρβλ. αἴθομαι → Αἴθων), πρέπει να αναρωτηθούμε αν το *Αὔδνᾱ θα μπορούσε να έχει προέλθει από το θέμα *Αὔδων-/*Αὔδον-[65].
Η ρίζα *σh2εu̯- «χύνω, βρέχω», η οποία, με λαρυγγική μετάθεση, εξελίχθηκε σε *σuh2-ε/o- > ελ. ὕει, θα μπορούσε να έχει δώσει ένα παράγωγο στο *-δ-ō̆ν-, αλλά θα περιμέναμε αντ’ αυτού το *ἁϝέδων, αφού όλα τα απαρέμφατα αυτού του τύπου προηγούνται του οδοντωτού με φωνήεν- πρβλ. μέλω → μελεδών, κηλέω → Κηληδόνες, κ.λπ.
Τότε, ένα παράγωγο στο *-ō̆ν- του *h2υ(ε)δH- «ομιλώ» (πρβλ. αὐδή, ved. vadi-, κ.λπ.) 66[66], *h2(ε)uυδH-ō̆ν-, θα οδηγούσε στα προϊστορικά ελληνικά στο *αὐδ-ον- «αυτός που μιλάει», άρα *αὐδνᾱ- «αυτή που μιλάει». Τώρα αν η ρίζα που κληρονόμησε ο αρχέγονος Έλληνας ήταν *h2u̯δH-, η κανονική εξέλιξη της *h2(ε)υδH-ν-o- θα έπρεπε να είναι *αὐδενᾱ-, *αὐδανᾱ- ή *αὐδονᾱ-. Στην πραγματικότητα, τα ελληνικά έχουν θέμα στο *-ō̆ν- (ή *-υō̆ν-) αυτής της ρίζας, ἀηδών, που έχει μια ιδιαίτερη αποφωνία (*h2u̯ēδH-ō̆ν-), γεγονός που καθιστά την εναλλακτική παραγώγιση *h2(ε) υδH-ō̆ν- απίθανη.
Ως προς τη δυνατότητα απορριπτικού στο *-νo-, θηλ. *-νᾱ- [67], η ανακατασκευή *h2(ε)υδH-νο- έρχεται σε αντίθεση με τις φωνολογικές δυσκολίες που αναφέρθηκαν παραπάνω. Κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει ένα παράγωγο του *h2sυτ- [68] ή*h2u̯t-[69] «φουσκώνει, καπνίζει, βγάζει ατμούς»: *h2sυτ-νo-«ευωδιαστό»(;) ή *h2sυτ-νεh2– > *αὐτνᾱ «άρωμα», το οποίο, με τη μακεδονική ηχοφώνησή του το /τ/ πριν από ρινικό, θα μας έδινε *αὔδνᾱ. Αλλά, αφήνοντας κατά μέρος το γεγονός ότι *αὔτνᾱ/*αὔδνᾱ δεν μαρτυρείται αλλού και ότι ο σχηματισμός και το νόημά του είναι υποθετικά δύσκολο να δούμε από που θα μπορούσαμε να βρούμε την προέλευση ενός εορταστικού ονόματος που προέρχεται από το *αὔδνᾱ «άρωμα, αρωματισμένη».[70]
§5 Οι Εορτές για την Περσεφόνη *Ἀϝ(ι)δνά, την «Αόρατη» ή την «Σκοτεινή»
Ο Αυδναίος πιθανότατα προέρχεται από το *Ἀϝιδναῖος, που προέρχεται από μια αρχαία γυναικεία επίκληση *Ἀϝιδνά «Αόρατη» ή «Ασαφής » [71]. Σε αντίθεση με τα φωνήεντα /ε/ και /α/, των οποίων η πτώση εξαρτάται από την παρουσία του ίδιου φωνήεντος σε συνεχόμενη συλλαβή («κανόνας του Kretschmer »)[72], το /ι/ εξαφανίζεται πιο εύκολα, ακόμη και στα μακεδονικά[73]. Αν και οι συνθήκες διαφέρουν ελαφρώς, η συγκοπή του /ι/ μαρτυρείται καλά στη γειτονική περιοχή της Θεσσαλίας[74], καθώς και σποραδικά στην ονομαστική της Κύπρου[75].
Η συγκοπή *Ἀϝιδνά > *Αὐδνά πιστεύεται ότι είναι πολύ παλαιά, πριν από την πτώση του μεσοφωνικού διγάμματος[76]. Στη γειτονική περιοχή της Θεσσαλίας, το δίγαμμα του ονόματος του Άδη μαρτυρείται σε ένα επίγραμμα της Άργισσας/Αργούσας του -5ου αιώνος[77]. Η διατήρηση του ήχου σε μεσοφωνική θέση εξασφαλίζεται, πάλι στη Θεσσαλία, από το Δάϝο̄ν σε μια αφιέρωση του Φαρσάλου[78], και, μέχρι την ελληνιστική περίοδο, από το ρήμα (°)νεβεύω «ανήκω στην ηλικιακή τάξη των νέ(ϝ)οι», που μαρτυρείται στη Λάρισα, στον Άτρακα και σε άλλες τοποθεσίες της περιοχής[79].
Όσον αφορά τη σημασία του επιθέτου *Ἀϝιδνά > *Αὐδνά, το απαρέμφατο ἀ(ϝ)ιδνός είχε πιθανώς αρχικά την παθητική σημασία, του «αόρατος»- έχοντας έρθει υπό την επίδραση άλλων επιθέτων από την ίδια σημασιολογική σφαίρα, και θα είχε αναπτύξει τη σημασία του «σκοτεινού»[80]. Ωστόσο, αρκετοί αρχαίοι λεξικογράφοι γλωσσολογούν το ἀϊδνός ως ἀφανιστικός «που κάνει αόρατο» → «καταστροφικό» (βλ. ἀφανίζω)[81]– αυτό θα ήταν παράλληλο με το ἀΐδηλος, ένα άλλο διαζευκτικό επίθετο από τη ρίζα *-υιδ-, που χρησιμοποιείται στον Όμηρο ως επίθετο της Αθηνάς και του Άρεως.[82]
Ωστόσο, παρόλο που ο ἀϊδνός μπορεί να είχε ενεργητική σημασία («αυτός που δεν βλέπει»)[83], η σύγκριση με άλλες αποκλίσεις στο *-νo- δείχνει ότι η ενεργητική σημασία «που κάνει αόρατο» θα ήταν απροσδόκητη[84]. Επιπλέον, δεν συναντάται ποτέ στις αρχαίες πηγές. Στον Ησίοδο, το «αόρατο» ή «σκοτεινό» ταιριάζει καλά με τη βῆσσα «φαράγγι, δασώδης κοιλάδα», το ουσιαστικό που προσδιορίζεται από το ἀϊδνός, αλλά η ερμηνεία του χωρίου αμφισβητείται[85]. Σύμφωνα με τον Φώτιο, το επίθετο εμφανίζεται στον Αισχύλο[86], γεγονός που καθιστά πολύ πιθανό ότι ο ἀϊδνός αποδίδεται σε ένα χωρίο των Ικέτιδων, όπου ο χορός των Δαναΐδων εκφράζει την επιθυμία του να γίνει «μαύρος καπνός» και να χαθεί «αόρατος, διασκορπισμένος και σκοτεινός σαν στάχτη».[87] Αργότερα, το επίθετο εξακολουθεί να συνδέεται με μαύρες οντότητες. Στους περίφημους στίχους του Απολλώνιου όπου αναφέρεται η καθέλκυση της Αργούς, το επίθετο συνοδεύει τη λέξη λιγνύς, ένας καπνός που εμφανίζεται γύρω από τους κυλίνδρους υπό το βάρος του πλοίου, που προκαλείται, όπως φαίνεται, από την τριβή[88]. Στον Ευφορίωνα, το ἀϊδνήεις προσδιορίζει τον καπνό[89] και πολύ αργότερα εμφανίζονται (πηλὸς) ἀϊδνής (βλ. ἀϊδής)[90] και (κῆρες) ἀϊδναί[91]. Η ισοδυναμία μεταξύ ἀΐδηλος και ἀϊδνός εμφανίζεται μόνο στον Σοφοκλή, ο οποίος, δημιουργώντας ένα ετυμολογικό παιχνίδι μεταξύ του ἀΐδηλος και του Ἀΐδης, αποδίδει απροσδόκητα στον ἀΐδηλος τη σημασία του ἀϊδνός ‘αόρατος’[92]. Κατά την άποψή μου, οι ύστεροι λεξικογράφοι είχαν λανθασμένα συμπεράνει από αυτό το παράδειγμα ότι ἀϊδνός σήμαινε επίσης «καταστροφικός».
Εν ολίγοις, το ἀϊδνός δεν είναι ισοδύναμο, στα σωζόμενα κείμενα, με το ἀΐδηλος «που κάνει αόρατο» Επομένως, μια επιγραφή *Ἀϝιδνά θα μπορούσε να έχει μόνο τη σημασία του «αόρατος» ή «σκοτεινός».
Όπως σε πολλούς πολιτισμούς, οι Έλληνες αντιλαμβάνονταν τον κάτω κόσμο και αυτούς που κατοικούν εκεί ως οντότητες κρυμμένες από το ανθρώπινο μάτι[93]. Το όνομα Άδης είναι πιθανό να είναι παράγωγο ενός αθεματικού επιθέτου, του «αόρατος»[94] και, στον Αισχύλο, οι «αόρατοι» (ἄιστοι) είναι οι κάτοικοι του κάτω κόσμου[95]. Σε μια προσευχή προς την Περσεφόνη και τον σύζυγό της, ο χορός των Τραχινίων γυναικών την προσφωνεί ως «αόρατη θεά» (ἀφανής) και τον Άδη ως «άρχοντα των σκοτεινών χωρών σαν τη νύχτα»[96]. Σε ένα λυρικό απόσπασμα άγνωστου συγγραφέα, που αναφέρεται από τον Πλούταρχο, ο Άδης ορίζεται ως «κύριος της σκοτεινής νύχτας (νυκτὸς ἀϊδνᾶς) και του ύπνου που ελευθερώνει από τον κόπο»[97]. Το πρώτο μέλος του μυκηναϊκού σύνθετου ανθρωπωνυμίου α-ωι-το-δο-το /Αωιστοδοτος/ μπορεί να ερμηνευθεί ως το επίθετο Ἄϝιστος «Αόρατος» μιας υποχθόνιας θεότητας.[98]
Με την παράγωγη σημασία του «αόρατου», η *ἀ(F)ιδνά θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην Εκάτη ή τη Δήμητρα.[99]
Ωστόσο, άλλα επιχειρήματα αποδεικνύουν ότι τα *Αϝ(ι)δναῖα ήταν πανηγύρια αφιερωμένα στην Περσεφόνη.
Η λατρεία της Περσεφόνης, που σχετίζεται με τη μητέρα της ή άλλες θεότητες, μαρτυρείται σε αρκετές μακεδονικές πόλεις[100]. Μια τοπική παράδοση εντόπισε την απαγωγή της Κόρης στην πεδιάδα δυτικά των Φιλίππων[101]. Ακριβώς σε ένα από τα δωμάτια του περίφημου τύμβου της Καστά κοντά στην Αμφίπολη, η μυθολογική σκηνή αναπαρίσταται σε ένα όμορφο ψηφιδωτό του -4ου αιώνος που ανακαλύφθηκε το 2014, καθώς και στην τοιχογραφία του τάφου Ι, γνωστού ως «Περσεφόνη», στη Βεργίνα[102]. Η παρουσία της στις πέραν του τάφου τελετές επιβεβαιώνεται από την επίκληση (Φερσεφόνηι χαίρειν) σε δύο «ορφικά» επιφωνήματα από την Πέλλα και τις Αιγές[103].
Αγαλματίδια από πηλό από τις αρχές του -5ου αιώνος, που παριστάνουν την Κόρη και τη μητέρα της βρέθηκαν σε ένα ταφικό πλαίσιο στην Όλυνθο[104].
Από την άλλη πλευρά, αστικές λατρείες στην αρχή του χειμώνος (Δεκέμβριος-Ιανουάριος του Γρηγοριανού ημερολογίου) για την Κόρη/Περσεφόνη και τη Δήμητρα μαρτυρούνται αλλού. Στην Ελευσίνα, τα Αλώϊα λάμβαναν χώρα στις 26 του μήνα Ποσιδεώνος, τον αντίστοιχο του μακεδονικού Αυδναίου[105], και δύο αθηναϊκά διατάγματα της ελληνιστικής περιόδου αναφέρουν θυσίες που προσφέρονταν στη Δήμητρα και την Κόρη κατά τη διάρκεια αυτής της εορτής[106]. Επιπλέον, ένα θρησκευτικό ημερολόγιο από τη Μύκονο του -3ου αιώνος, δείχνει μια δημόσια θυσία στον Δημήτηρ Χλόη κατά τον μήνα Ποσιδεώνα[107]. Δεδομένου ότι η Χλόη αναφέρεται σε εκπτυσσόμενη πρασινάδα, τους βλαστούς των ανοιχτοπράσινων φυτών[108], οι θυσίες που προσφέρονται στην αρχή του χειμώνος, προσπαθούν να κάνουν τη θεότητα ευνοϊκή για την ανανέωση της φύσης και τη συγκομιδή στις επόμενες εποχές[109]. Ο σκοπός αυτός προδίδεται και από άλλες θυσίες που προδιαγράφονται για τη Δήμητρα στο ίδιο ημερολόγιο στα μέσα του χειμώνος, στον επόμενο μήνα, τον Ληναιώνα (Γαμηλιώνα), (Ιανουάριος-Φεβρουάριος), «με αφορμή της ωδής του καρπού» (ἐπ᾽ωἰδῆι ὑπὲρ καρποῦ)[110].
Από θρησκευτική άποψη, ο χειμώνας συμπίπτει με την περίοδο κατά την οποία, σύμφωνα με τις ελληνικές μυθολογικές αναφορές, η Κόρη/Περσεφόνη απουσίαζε, πριν την επιστροφή της από τη μεταθανάτια ζωή την άνοιξη.
Στον ομηρικό ύμνο προς τη Δήμητρα, η θεά απευθύνεται στην κόρη της για να την προειδοποιήσει ότι έχοντας φάει απαγορευμένη τροφή, θα περάσει τα δύο τρίτα του έτους μαζί της και το ένα τρίτο κάτω από τη γη[111]. Έτσι σύμφωνα με την παράδοση, τα *Ἀϝ(ι)δναῖα εορτάζουν την Κόρη/Περσεφόνη όταν είναι «αόρατη», πιθανώς για να την επικαλεστούν, όπως στις εορτές στη Μύκονο που αναφέρθηκαν παραπάνω. Άλλες τελετές για ζωογόνες θεότητες που σχετίζονται με τη γη και τους κύκλους της μαρτυρούνται το χειμώνα[112]. Έτσι, το ημερολόγιο της Τετραπόλεως του Μαραθώνος, που χρονολογείται στο -375/-350, ορίζει ότι κατά τον μήνα Ποσιδεώνα πρέπει να προσφέρεται μια έγκυος αγελάδα στη θεά «Γη των αγρών»[113].
Η ονομασία του μήνα στη Μακεδονία κατά την αυτοκρατορική περίοδο, Αἰδωναῖος / Αἰδοναῖος, προέρχεται από την πιθανώς μεταγενέστερη ονομασία της εορτής *Αἰδωναῖα, επηρεασμένη από την Ἀϊδωναία «αὐτή του Ἀϊδωνεύς»[114], μια επωδός που εμφανίζεται σε έναν ύμνο της αυτοκρατορικής περιόδου σε εξάμετρα προς την Εκάτη-Σελίνη-Περσεφόνη-Άρτεμις που μεταδίδεται από έναν μαγικό πάπυρο[115]. Για ορισμένους[116], η Ἀϊδωναία θα ήταν παράγωγο μιας μη μαρτυρημένης μορφής *Ἀϊδώνης, παράλληλης με το ομηρ. Ἀϊδωνεύς, αλλά, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται μάλλον για μια επανέκφραση του Αἰδωνεύς με αντικατάσταση του -εύς από το αναλογικό τελικό -αία, που μαρτυρείται ευρέως σε ονόματα και επιγραφές γυναικείων θεοτήτων γυναικείων θεοτήτων[117] και ταιριάζει καλύτερα στον δακτυλικό ρυθμό από τα *Ἀϊδωνηΐα ή *Ἀϊδωνηΐς[118]. Πράγματι, άλλα επίθετα που προέρχονται από το Ἀϊδωνεύς παρουσιάζουν την ίδια παραγωγική διαδικασία[119].
Άλλες επιγραφές μαρτυρούν την αντίληψη της Περσεφόνης ως κυβερνήτη, σύζυγο και θεά του Άδη. Στον ομηρικό ύμνο προς τη Δήμητρα, ο Άδης υπόσχεται στην Περσεφόνη ότι «θα είναι κυρίαρχος όλων των πραγμάτων που ζουν και περπατούν»[120]. Στα λεγόμενα «Ορφικά ελάσματα» η Περσεφόνη είναι δέσποινα[121], βασίλεια ὑποχθόνιος[122] χθονίων βασίλεια[123], ή παμβασίλεια[124], ενώ σε μια αφιέρωση στη Μυλάσα είναι [Χ]θονία Βασίλαια = βασίλεια[125]. Στους σιβυλλικούς χρησμούς σε εξάμετρα που μεταδόθηκαν από τον Φλέγονα τον Τραλλιανό, σχετικά με τις θυσίες προς τη Δήμητρα και την Περσεφόνη στη Ρώμη, η τελευταία αποκαλείται Πλουτωνίς σε διάφορα χωρία.[126] Ακριβώς στις Αιγές, στη ζωγραφική διακόσμηση του μαρμάρινου θρόνου του «τάφου της Ευρυδίκης» της Βεργίνας, η Περσεφόνη απεικονίζεται ως ηγεμόνη δίπλα στον σύζυγό της[127].
Ἡ συσχέτιση μεταξύ Αὐδναῖος και Ἀϊδωναία επιβεβαιώνεται εμμεσα από ένα χωρίο σε άλλο ύμνο προς την Εκάτη-Σελήνη-Περσεφόνη-Άρτεμις που παραδίδεται από τον μαγικό πάπυρο που αναφέρθηκε παραπάνω. Πράγματι, στον ελαττωματικό στίχο σὲ καλῶ ἐλλοφόνα <δο>λόεσσα αυδναία πολύμορφε («Σε επικαλούμαι, ω εσύ φονιά των ελαφιού, πονηρή γυναίκα του Αϊδωνέα, με τιςπολλαπλές μορφές»)[128], η αυδναία είναι πιθανότατα λάθος για την Ἀϊδωναία «η σύζυγος του Αϊδωνέα», λόγω της επιρροής του Αὐδναῖος, που χρησιμοποιείται στο πτολεμαϊκό ημερολόγιο.[129]

§6. Συμπεράσματα
Η ανάλυση των διαφορετικών μορφών του ονόματος του τρίτου μηνός του μακεδονικού ημερολογίου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η προέλευση που έχει προταθεί μέχρι σήμερα δεν είναι ικανοποιητική. Η υπόθεση μιας αρχικής μορφής Ἀιδωναῖα που δηλώνουν υποτιθέμενες εορτές του Άδη, από τις οποίες δήθεν προέρχεται το Αὐδυναῖος και το Αὐδναῖος, προσκρούει σε πολυάριθμες φωνολογικές και μορφολογικές αντιρρήσεις.
Τροποποιώντας, τρόπον τινά, την «προοπτική του φύλου», τεκμηρίωσα ότι ο Αὐδναῖος, η παλαιότερη μορφή αυτού του μηνιαίου ονόματος, προκύπτει από την εξέλιξη της *Ἀιδναῖας (με συγκοπτόμενο /ι/ χωρίς τονισμό), δηλαδή το όνομα των εορτών που εορτάζονταν για την Περσεφόνη την Ἀϝ(ι)δνά, την «αόρατη» ή την «σκοτεινή. Ο Αὐδναῖος μαρτυρεί την ύπαρξη των εορτών στη Μακεδονία και αλλού στην Ελλάδα όπου εορτάζονταν για την Περσεφόνη και τη μητέρα της στην αρχή του χειμώνος.
Μια πρόσφατη επίκληση της Περσεφόνης, Ἀϊδωναία «(η σύζυγος) του Αϊδωνέα – Ἀϊδωνεύς», εξηγεί την τροποποίηση που υπέστη το όνομα του μηνός κατά την αυτοκρατορική περίοδο στη Μακεδονία, όπου επικρατούσε ο Αἰδωναῖος/Αἰδοναῖος. Αυτή η αλλαγή του ονόματος επιβεβαιώνει ότι οι εορτές για τη θεά εξακολουθούσαν να εορτάζονται στην περιοχή αυτή την εποχή του έτους των Μακεδόνων.
Alcorac Alonso Déniz
copyright © μετάφραση επιμέλεια Ο. Πυλαρινός
Alcorac Alonso Déniz. Le mois macédonien Aδναoς et les fêtes d’hiver pour Perséphone *(ι)δν“Invisible ”, “ Obscure ”. Revue des études anciennes, 2020, 122 (2), pp.489-508. hal-03124684

Αυτή η εργασία παραχωρείται με άδεια Creative Commons Attribution 4.0 International License.
Υποσημειώσεις
[1] Βλέπε M. P. Nilsson, Η Προέλευση και η Θρησκευτική Σημασία του Ελληνικού Ημερολογίου, Lund 19622, σ. 61-62 – C. Trümpy, Έρευνες στα Αρχαία Ελληνικά Ονόματα Μηνών και στις ακολουθίες Μηνών, Heidelberg 1997, σ. 263
[2] Σύμφωνα με τον O. Hoffmann, Die Makedonen. Ihre Sprache und ihr Volkstum, Göttingen 1906, σ. 103, σημ. 142. Ο Πάνημος είναι δανεικός από τους Ίωνες. Για την ετυμολογία, βλέπε L. Ziehen, «Πάνημος», RE 18, 3 (1949), col. 585-586.
[3] Πρβλ. δωρ., αιολ. Θεοδαίσιος, βοιωτ., θεσσ.,αιτολ. Ομολώϊος λεσβ.. Ἀμαλώιος, Κρητ. Θερμολαίος κλπ. Για την ετυμολογία του Ὁμόλωιος, δείτε J. M. Macedo, «Το όνομα του μηνός Ὁμολώιος, Ζευς Ὁμολώιος, Δήμητρα Ὁμολωία, Αθηνά Ὁμολωίς,» Glotta 20 192, σ. 141-1 Για τον μακεδ. Ὁλώϊος, η παλαιότερη μορφή, δείτε B. Paul, Cl. Rapin, «A Graeco-Bactrian Perchment from a Private Collection», CRAI 1994, σελ. 261-294, ειδ. Π. 275-2. Για το τυπικό μακεδονικό όνομα Ὁλώιχος, που πηγάζει από το Ὁλώιος, βλ. Μ. Χατζόπουλος, «Ονομαστικά δείγματα της μακεδονικής ενδοχώρας τον -3ο αιώνα. . J.-C» στο R. W. V. Catling, F. Marchand eds., Onomatologists. Studies in Greek Personal Names Παρουσιάζονται στην Elaine Matthews, Οξφόρδη 2010, σελ. 356-365, spec. Π. 361-3 Σύμφωνα με τον L. Dubois (apud M. Hatzopoulos, art. cit., σελ. 362), το αρχικό φωνήεν του Ὁλώιος προέκυψε από την εξέλιξη *sm̥ – > ὁ-, βλ. οικ. ὄπατρος, ενώ ο Ὁμο° παρουσιάζει την παραλλαγή *somH-o- > ὁμο- του προθέματος.
[4] Πρβλ. *ἀ-περ-ι-τος > ἀπείριτος «που δεν μπορεί να περιπλανηθεί» και το παράγωγο ἀπειρέσιος· βλ. A. Fick, “Zum makedonischen dialect”, KZ 22, 1874, σ. 193-235, ειδ. Π. 213; F. Bechtel, Lexilogus zu Homer, Halle 1914, πίν. 49.
[5] Για τα στοιχεία βλ. Μ. Χατζόπουλος, «Άρτεμις Διγαία Βλαγανῖτις στην Μακεδονία», BCH 111, 1987, σελ. 397-412, spec. Π. 406-407.
[6] Από το θύω, βλ. O. Hoffmann, ό.π. cit. πάνω από σ. 2, σελ. 106-107. Πρέπει να υποθέσουμε μια θεματοποίηση *θυστρός-θύστριος από το *θύστωρ ή *θυστήρ «αυτός που κάνει θυσία». Πρβλ. οἶστρος, δαιτρός (πβλ. Δαίτωρ), ἱατρός καιθυστήριος, επίθετο του Διονύσου (Eτ. Mεγ. 455, 31).
[7] Για την κατάληξη -ικός, βλ. ο μήνας θεσ. Φυλλικός.
[8] Πρβλ. υπερφερέτης (Den. d’Hal. II, 34), κύρ. Δίας Υπερφορεύς (βλ. C. Dobias-Lalou, Le dialecte des Greek inscriptions of Cyrene, Paris 2000, σελ. 224-225), και, με την πρόθεση περ(ι)°, θεσ. Δίας Περφερέτας/Φερφερέτας (IG 9 2, 1057- SEG 23, 444, 1- SEG 51, 725), αιολ. Ερμής Περφεραῖος (Αίνος).
[9] Ο καθ. K. F. Hermann, Περί ελληνικών μηνιαίων γνώσεων και των αποτελεσμάτων των τελευταίων εμπλουτισμών τους, Göttingen 1844, σ 52, προτείνει να συνδεθεί η ο Γορπιαῖος με τη εορτή Δορπία την πρώτη ημέρα των Απατουρίων- βλ. ήδη déjà μυκ.. δο-κε-ια /Δορκ[γ]ει(γ)α με δο-γε-υ /Δορκ[γ]ευς/. Για την ταλάντωση <γ>/<δ>, πρβλ. γῆ/Δη-, και ίσως γέφυρα/ δέφυρα/δίφουρα/βέφυρα. Η ετυμολογία που προτείνεται από τον O. Hoffmann, ό.π., ανωτέρω αρ. 2, σ. 109-110, από τη ρίζα *(σ)κρπr-o-, η ρίζα του καρπός, με αποτέλεσμα το -ορ- του τυπικά αιολικού *-rρ- και η ηχητική μακεδονική του κ-, είναι πολύ ελκυστική- βλ. πρόσφατα Μ. Χατζόπουλος, ό.π. ανωτέρω αρ. 2, σ. 308. Πράγματι, Κόραννος- βασιλεὺς Μακεδονίας (Ησύχ., κ 3581 Latte και Cunningham) φαίνεται να εξηγείται τ-ιλ, από την εξέλιξη *κρh2 σνο- > *κορασν- απέναντι από το *καρασν- > κάρᾱνος, αιολ. κάραννος και έτσι θα ήταν ένας παράλληλος της εξέλιξης *-ρ- > -ορ-, βλ. A. Fick, art. ανωτέρω σ. 4, σ. 228, και F. Solmsen, «Λακωνικό εἰρην», IF 7, 1897, σ. 37-49, spec.
σ. 48. Ωστόσο, η μορφή μιας επίκλησης του Διονύσου που μαρτυρείται στη Θεσσαλία από τον -5ο αιώνα είναι Κάρπιος, και ποτέ *Κόρπιος (βλ. π.χ. SEG 35, 590- Λάρισα, 450-425 π.Χ.). Ομοίως, στη Μυκηναϊκή, δίπλα στο το-πε-ζα / τορπεδδά/, που προκύπτει από την εξέλιξη *-ΚρπΒ- > /-ΚορπΒ-/, έχουμε κα-πo /καρπος/. Σχετικά με τον Γαρπιαῖος = Γορπιαῖος, βλ. παρακάτω στο τέλος του κεφαλαίου 3.
[10] Για την ορθογραφία του Αἰδοναῖος ἀπέναντι στον Ἀϊδοναῖος, βλ. υποσημείωση 43.
[11] Το υποτιθέμενο Αὐδου[ναῖος] της Κρήτης στο IG 12 3, 254, 11, είναι μόνο ένα φάντασμα: πρέπει να διαβάζεται Ἀγυή̣[ιω] (βλ. M. Guarducci σε IC IV, 197).
[12] P. Kretschmer, Εισαγωγή στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας, Göttingen 1896, σελ. 247
[13] K. F. Hermann, ό.π., ανωτέρω σημ. 9, σ. 48.
[14] Η παραλλαγή Ἀϊδονεύς, με /αː/ και /o/, αντί για Ἀϊδωνεύς, με /α/ και /ɔː/, μεταδίδεται σε ένα απόσπασμα του Ευφορίωνος (θρ. 103, 4, Lightfoot), στον Μόσχο (4, 86) και σε άλλους ύστερους ποιητές (βλ. A. Meineke, Ανάλεκτα Αλεξανδρινά, Βερολίνο 1843, σ. 91). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η παραλλαγή Αἰδων°, με μονοσύλλαβη επέκταση του Αἰ-,
θα ήταν επίσης δυνατή (βλ. Soph., Οιδ. Κολ 1559-1560- Αντ., AΠ 9, 792, 3).
[15] Th. Bergk, Beiträge zur griechischen Monatskunde, Giessen 1845, σ. 53-54.
[16] Ζεὺς καταχθόνιος· ὁ Ἀΐδων, ἤγουν ὁ Ἅιδης (Ησύχ., ζ 129 Latte και Cunningham). Σχετικά με τον Ἀϊδωνεύς, βλ. L. Bettarini, «Tra onomastica e poesia: rodio Ἰδαμενεύς in IG XII/1 737 (= CEG 459) e 904 B», Glotta 90, 2014, σ. 46-70, spec. σ. 57 αρ. 35, με προηγούμενη βιβλιογραφία.
[17] Βλ. J. N. Kalleris, The Ancient Macedonians. Γλωσσολογική και ιστορική μελέτη, Αθήνα 1954-1976, τόμ. II, σελ. 560-563· Μ. Χατζόπουλος, « Χώρα καὶ κῶμες τῆς Βεροίας » στη Μνήμη Δ. Λαζαρίδη. Πόλις και χώρα στην αρχαία Μακεδονία και Θράκη. Πρακτικά αρχαιολογικού Συνεδρίου (Καβάλα 9 – 11 Μαϊου 1986) Θεσσαλονίκη 1990, πίν. 57-68, εικ. Π. 64 – Ο.π., «Μακεδονικά: νέα δεδομένα και νέες θεωρίες», Ἀρχαία Μακεδονία VI, Θεσσαλονίκη 1999, πίν. 225-239, spec. Π. 238; Ιδ., Μακεδονία. Ιστορική γεωγραφία, γλώσσα, λατρείες και πεποιθήσεις, θεσμοί, Παρίσι 2006, σελ. 45 και 58 – Ιδ., άρθ. cit. πάνω από σ. 1, σελ. 308. Βλέπε επίσης S. Minon, «Chronique d’etymologie grecque», RPh 13, 2011, σ. 336-337.
[18] Ο Μ. Χατζόπουλος, ό.π. ανωτέρω αρ. 1, σ. 308: «η εξαφάνιση πρώτα του κλειστού φωνήεντος /ι/ και η επακόλουθη εκφορά του ημιφωνήεντος /ω/». Ο Μ. Χατζόπουλος, «Χώρα», σημ. 17, σ. 64, αναφέρει το τοπωνύμιο Αὔραντον, το οποίο υποθέτει ότι είναι η τοπική παραλλαγή του ἄρραντον «μη ποτισμένο».
[19] Βλέπε Ι. Ν. Καλλέρης, ό.π. πάνω από σ. 17, τόμ. II, σελ. 563.
[20] Βλ. Μ. Χατζόπουλος, «Η διαλεκτική θέση της Μακεδονίας υπό το φως των πρόσφατων επιγραφικών ανακαλύψεων» στο I. Hajnal ed., Οι αρχαιοελληνικές διάλεκτοι. Είναι και Γίγνεσθαι. Files of the colloquium (Freie Universität Berlin 19-22 Σεπτεμβρίου 2001), Innsbruck 2007, σ. 157-176, spec. σ. 164
[21] Το φαινόμενο είναι χαρακτηριστικό των σύγχρονων διαλέκτων της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Μακεδονίας, της Θράκης και των νησιών των Σποράδων, της Λέσβου, της Λήμνου και της Θάσου. Βλ. G. Horrocks, Ελληνικά. A History of the Language and its Speakers, Cambridge 2010², σελ. 404-406.
[22] Για το κλείσιμο του φωνήεντος /o/ γενικά, βλέπε K. Dieterich, Untersuchungen zur Geschichte der griechischen Sprache von der hellenistischen Zeit bis zum 10. Jahrhundert n. Ch., Λειψία 1898, σσ. 15-19 ,Α. Ι. Θαβώρης, «Το προύν(ε)ικος του Ηρώνδα και η παλαιότητα των γνωστών γνωρισμάτων των βορείων νεοελληνικών ιδιωμάτων» Δωδώνη 9, 1980, σσ. 401-440, spec. σσ. 409-425. Για τα μακεδονικά, βλέπε A. Παναγιώτου, «Φωνητική και φωνολογία ελληνικών επιγραφών της Μακεδονίας», Ελληνική Διαλεκτολογία 3, 1992-93,
σσ. 5-32, spec. σσ. 14-18- L. Dubois, «Une table de malédiction de Pella: s’agit-il du premier texte macédonien?», REG 108, 1995, σ. 190-197, spec. σ. 194-195- Cl. Brixhe, «Un ‘nouveau’ champ de la dialectologie grecque : Macedonian» στο A. C. Cassio ed. in KATA ΔΙΑΛΕΚΤΟΝ. Atti del III colloquio internazionale di dialettologia Νάπολη 1999, σ. 41-71, spec. σ. 49-50- M. Hatzopoulos, «Άρτεμις Αγροτέρα, Γαζορείτις και Βλουρείτις. Μια θρακική θεά στη Μακεδονία» στο περιοδικό Πιτύη. Studia in honorem Prof. Ivani Marazov, Σόφια 2002, σ. 243-248, spec. σ. 245-246- Cl. Brixhe, «Quelle koiné en Macédoine au début de notre ère? Le test de Leukopétra» στο F. Cortés Gabaudan, J. V. Méndez Dosuna eds, DIC MIHI, MVSA, VIRVM. Homenaje al profesor Antonio López Eire, Salamanca 2010, σ. 61-68, spec. σ. 64-65- EKM 2, σ. 819-820.
[23] Βλέπε Μ. Χατζόπουλος, «Λατρείες της Μακεδονίας: Τελετές μεταβάσεως και μυήσεις» στο A. A. Avagianou εκδ. Λατρείες στην περιφέρεια του αρχαίου ελληνικού κόσμου, Αθήνα 2002, σσ. 11-29, spec. σ. 23-24- Id., «De vie à trépas : rites of passage, lamelles dionysiaques et tombes macédoniennes» στο A-M. Guimier-Sorbets, M. Hatzopoulos, Y. Morizot eds. Rois, cités, nécropoles : θεσμοί, τελετές και μνημεία. Πρακτικά των colloquia της Nanterre, Δεκέμβριος 2002 και της Αθήνας, Ιανουάριος 2004, Αθήνα 2006, σ. 131-141,
ιδίως σ. 134- Iδ. ό.π., ανωτέρω αρ. 17, σ. 58- Κ. Γ. Χατζηνικολάου, «Εντοπισμός ιερών στην Άνω Μακεδονία σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα», Κέρνος 23, 2010, σ. 193-222, ιδίως σ. 208-209- K. G. Chatzinikolaou, Λατρείες θεών και ηρώων στην Άνω Μακεδονία κατά την αρχαιότητα: Ελίμεια, Εορδαία, Ορεστιάδα, Λυγκηστίδα, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 129-133- Δ. Τσιάφης, Ιερά και λατρείες της Κάτω Μακεδονίας (Πιερία, Βόττια, Αλμωπία), διατριβή, Θεσσαλονίκη 2017, σσ. 277-278.
[24] SEG 52, 607 (Ηράκλεια -3ος αιών).
[25] EAM 15, 1-2 (τέλη +2ου αιώνος).
[26] Βλ. L. R. Farnell, The Cults of the Greek States III, Οξφόρδη 1906, σ. 281-282.
[27] IG 9 2, 1229, 1-2 (αρχές του -2ου αιώνος). Βλέπε το σχόλιο του G. Lucas, «Ένα ιερό του Πλούτωνα στην Πηγή Μάτι; » στο περιοδικό Η Λάρισα. Όψεις της Ιστορίας της Περιοχής. Πρακτικά του 4ου Συνεδρίου Λαρισαϊκών Σπουδών (Λάρισα 12-13 Απριλίου 1997), Λάρισα 2002, σ. 107-124.
[28] . I.Velia 15 (-4ος -3ος αιών).
[29] Πρβλ. τα ονόματα των μηνών που προέρχονται από α) θεώνυμα: Ἀθαναῖος/Ἀθηναιών ( : Ἀθάνα), Ἐλειθυαιών ( : Εἰλείθυια), Ἑρμαῖα και Ἑρμαῖος/ Ἑρμαιών ( : Ἑρμῆς), Ἡραῖα και Ἡραιών/Ἡραῖος ( : Ἥρα), Ποhοίδαια και Ποσιδηιών, Ποσιδεών και Ποσιδαῖος έναντι Ποσιδάνιος (πρβλ. μυκ. po-si-da-i-jo /Ποσιδάh(γ)ιος/, ομηρ. Ποσιδήϊον) · β) επίκλησις : Ἁγναῖος ( : Ἅγνα), Δικτυνναῖος ( : Δίκτυννα), Εὐθυαῖος ( : °θυῖαι), Λαφριαῖος ( : Λαφρία), Φοινικαῖος ( : Φοινίκη) · γ) ονομασίες ονόματα : Ἁλιαῖος ( : ἁλιαία), Ἑβδομαῖα ( : ἑβδόμη ἡμέρα), Ἑκατόμβαια ( : ἑκατόμβη), Ἐπικρήναια ( : κρήνη), Ἰλαῖος ( : ἴλᾱ), Καλαμαῖα ( : καλάμη) κτλ.
[30] Πρβλ. Ἀπολλωνιών/Ἀπολλώνιος, Ἀρτεμίσιος/Ἀρταμίτιος, Δημητριών/Δημήτριος, Ἡρακλεῖος, Ἡρακλεών, κτλ.
[31] Σημ. 16.
[32] Πρβλ. στα μακεδονικά Αρτεμίσιος και Δαίσιος, με -τι- > -σι-.
[33] Πρβλ. το ανθρωπωνύμιο Κάνουν (= Κάνων) στην SEG 36, 626, 22 (Καλίνδοια, -335/4/-306/5), ἀκρουνοί- ὅροι, ὑπὸ Μακεδόνων (Ησύχ., α 2630 Latte και Cunningham), πρβλ. κυνοῦπες- ἄρκτος. ἄρκτος. Μακεδόνες (Ησύχ., κ 4615 Latte και Cunningham), πρβλ. κνωπεύς- ἄρκτος. ἔνιοι κνωπεύς (Ησύχ., κ 3163 Latte και Cunningham). Αυτή η κατάληξη και η σχετική ορθογραφία θα εξηγούσε την αντίστροφη ορθογραφία (ω για ου) σε ένα ταφικό μνημείο από την Πέλλα: Καλλίας Δημητρίω και Δημήτριος Καλλίω vis-à-vis Ὀαδίστη Δημητρίου (EKM 2, 495- Πέλλα, 3ο γ. π.Χ., βλ. σχόλιο). Ακόμα, αν το Δημητρίω δεν παρουσιάζει καμία αμφιβολία, το Καλλίọυ μου φαίνεται μια πιθανή ανάγνωση από την εικόνα.
[34] . Βλέπε σελ. πρ. ἁμαρτούλο(ύ) = ἁμαρτωλού (ΕΚΜ 2, 300, 4; Έδεσσα, +5ος -+6ος αι.), δήσουμον = δίσωμον (IG 10 2 15 Suppl., 2, 15 Ves -VI, 2, 13 Suppl., 2, 15 Ves. VI AD), Παραμονίουνος= Παραμονίωνος (EKM 2, 291, 2; Edessa, 5th-6th c. AD). Σε ορισμένες περιπτώσεις το ου για το ω εμφανίζεται σε τονισμένη συλλαβή: βλ. Π. πρώην. στρατιούτου = στρατιώτου (EKM 2, 313, 2 and 334; Edessa, 5th-6th c. AD); [Μα]τρούνας (ΕΚΜ 2, 319, 5· Έδεσσα, 4ος-5ος αι. μ.Χ.), όπου το ου αντανακλά πιθανώς την κλειστή προφορά του o στα λατινικά.
[35] Βλέπε J. V. Méndez Dosuna, «η αρχαία μακεδονική ως ελληνική διάλεκτος: κριτική επισκόπηση της πρόσφατης έρευνας» in Γ. Κ. Γιαννάκης συγγρ. Γλώσσα, ιστορία, πολιτισμός, Θεσσαλονίκη 2012, σελ. 65-78, εικ. σ. 72
[36] Πρβλ. π.χ. [κατα]βουλῆς = καταβολῆς (EKM 2, 315, 7- Έδεσσα, +5ος-+6ος αι.). Βλέπε επίσης τα παραδείγματα <ου> για <ω> στη σημ. 34. Πρβλ. τις άμεσες ορθογραφίες (ου για ω ή ο) από το +3ο αιών. π.χ. ζοῦσα = ζῶσα (IG 10 2 2, 244- Πελαγονία [Toplica], μετά το +232 ), ὑπηρετήσουσιν = ὑπηρετήσωσιν (I.Leukopetra 22, 4, +189), οι οποίες είναι πιθανώς ανάλογες.
[37] Πρβλ. ἀνορόξασα = ἀνορύξασα (SEG 43, 434- Πέλλα, περ. -380, -350), [Κ]οννάν[ᾳ] = Κυννάνᾳ. (ΕΚΜ 189, 2; Έδεσσα, -2ος-1ος αι.)- αργότερα, Εὐροδίκη (Ι.Λευκόπετρα 9, 171/2 μ.Χ.- EKM 2, 122, 3, Skydra, +3ος)- οἱ ἀβρότες του λεξικού του Κυρίλλου απέναντι εκείνων στους ἀβροῦτες- ὀφρῦς Μακεδόνες του Ησύχιου (α 213 Latte και Cunningham).
[38] Βλέπε J. V. Méndez Dosuna, σημ. 35, σ. 72-73
[39] Στα παλαιότερα τεκμήρια δεν βρίσκουμε ποτέ ι για το ε, αλλά μόνο μερικές περιπτώσεις του ε για το ι: διελέξαιμι = διελίξαιμι και ἰμε = εἰμι (SEG 43, 434- Πέλλα, -400/-350), ἐσστε = ἐστι (EKM 2, 542 , Πέλλα, -4ος αι.). Για τις μορφές αυτές, βλ. J. V. Méndez Dosuna, σημ. 35, 72-73. Το ανθρωπωνύμιο Βελιστίχη, μια αιγυπτιακή παραλλαγή του μακεδονικού ονόματος Βιλιστίχα/Βιλιστίχη (= Φιλιστίχη), θα έβρισκε την εξήγησή του στην έναρξη που εξαρτάται από το /l/ (βλ. F. T. Gignac, A Grammar of the Greek Papyri of the Roman and Byzantine Periods I: Phonology, Μιλάνο 1976, σ. 262) ή στην επίδραση του κοπτικού υποστρώματος (βλ. E. Mayser, H. Schmoll, Grammatik der griechischen Papyri aus der Ptolemäerzeit I.1: Einleitung und Lautlehre, Βερολίνο 1970, σ. 65). Στο Ἰφεκράτους = Ἰφικράτους (EKM 2, 542- Πέλλα, -4ος αιών), το -ε- οφείλεται στην επίδραση των ενώσεων με πρώτο μέλος σε -ε-, όπως και σε άλλες ελληνικές περιοχές: πρβλ., Ὑψεπύλ = Ὑψιπύλη (AVI 165; 510-500 π.Χ.), Ἐπένικος (AVI 3256, -430/-420), Χερσετιμ (I.Atrax 171; Atrax, 250-200 π.Χ.), κ.λπ. Η κατάληξη /ε/ εξαρτάται από το ρινικό στο Ἀντ[ι]γήνης = Ἀντιγένης (EKM 2, 18, 1, Aigéai, -4ος αιών), βλ. Πελειγίνης = Πελειγένης (IG 10 2 1 Suppl., 1333- Θεσσαλονίκη +3ος +-2ος αιών), Πεληγείνου = Πελειγένου (ΕKM 2, 423, 12- Τύρισσα, 44/5 μ.Χ.), Διογείνης = Διογένης (IG 10 2 1 Suppl., 1321, 2- Θεσσαλονίκη, +236/7), προσμίνοντα = προσμένοντα (Ι.Λευκόπετρα 31, 15-16, +192/+193), Ἀρτειμισ[ία] (Ι.Λευκόπετρα 111, 2, AD 277/278). Η αναλογία εξηγεί το ι στο παρίσχηται = παρέσχηται (EKM 1, 2, 31- Beroias, τέλη του /2ου αιώνα). –αρχές -1ος αι.), πρβλ. αργότερα χιρσίν = χερσίν (Ι.Λευκόπετρα 90, 9, +238/9), ἐδωρησάμηθα = ἐδωρησάμεθα (Ι.Λευκόπετρα 110, 4-5, +254/255, Λαπιδικός χάραξε μην, στη συνέχεια διορθώθηκε), κατατιθῆνε = κατατεθῆναι (IG 10 2 1, 565, 8- Θεσσαλονίκη, +3ος αιών). Τέλος, ὑπερετήσι = ὑπηρετήσηι (Ι.Λευκόπετρα 52, 16-17 , +208/209), η ὑπερεσίαν (Ι. Λευκόπετρα 131, 3, imp. ep.), κ.λπ., δεν είναι αντίστροφες ορθογραφίες που οφείλονται στη κατάληξη του /ε/ αλλά αντίθετα δείχνουν το άνοιγμα του /ι/ ακολουθούμενο από /ρ/- πρβλ. θηρίον > gr. mod. θεριό , βλ. D. Holton et al, The Cambridge Grammar of Medieval and Early Modern Greek, Cambridge 2019, τόμ. I, σ. 68-71.
[40] Πρβλ. ζωμίον, πωλέω > ζουμί, πουλώ > ζ’μί, π’λώ.
[41] Βλέπε G. Horrocks, ό.π., ανωτέρω, σημ. 21, σ. 404- D. Holton et al, ό.π., ανωτέρω, σημ. 39, τόμος. I, σσ. 29-37, με την προηγούμενη βιβλιογραφία. Σύμφωνα με τον Α. Παναγιώτου, ό.π., αριθ. 22, σ. 12-13 και σ. 17-18, η ημερομηνία έναρξης του φαινομένου θα ήταν γύρω στον + 4η/+5ο αιώνα.
[42] Επιστολές του Φιλίππου Ε’ προς τον Ολύμπιχο (I.Labraunda 7, 15, -220.) και προς τον Άρχιππο (EAM 87, 9, -181).
[43] Λευκόπετρα, Έδεσσα, Ιχναί, Θεσσαλονίκη, Νεάπολη και άλλα μέρη. Οι συντάκτες διστάζουν μεταξύ της γραφής Ἀϊδοναῖος ή Αἰδοναῖος, ἀλλά Ἐδoνέου = Αἰδοναίου διαφαίνεται σέ αὐτοκρατορικό ἐπιτάφιο (SEG 27, 297, 2, Φαγρές) έτσι δείχνει ότι η αρχική ακολουθία φωνηέντων ήταν δίφθογγος. Η μορφή Αἰδωναῖος είναι που εκδόθηκε στην Ι.Λευκόπετρα 89, 2 (+238.), αλλά κατά τη γνώμη μου η εικόνα δείχνει σαφώς ΑΙΔΟΝΑΙΟΥ. Η αναφορά του Ἀδωναῖος- Ποσειδῶν. καὶ βόλος. ἢ ὑπὸ τὸν ᾅδην (α 1225 Latte καὶ Cunningham) μπορεῖ νὰ περιέχει αναφορά στην πρόσφατη μορφή του μακεδονικού ημερολογίου- βλέπε M. Schmidt, Hesychii Alexandrini lexicon I, Ιένα 1858, σ. 49, και Hesychii Alexandrini lexicon, Ιένα 1867, σ. 37.
[44] Πρβλ. π.χ. σε διάφορες επιστολές ελληνιστικών βασιλέων ή αξιωματούχων: Αντίοχος Β’ προς Mητροφάνης (I.Dydima 492B, -37|-38, 253)- Άτταλος III στον Αθήναιο (IvP 248, 25; 135-134 π.Χ.)- Άτταλος στον Κλέωνα (SEG 29, 1613, 20, Σκυθόπολη, -199|-195)- Πτολεμαίος ΣΤ’ στον Απολλώνιο (IG 12 3, 327, 16, Θήρα, -163)- ο Απολλώνιος, διοικητής της αυλής των Πτολεμαίων, προς τον Ζήνωνα (P.Cair.Zen 59038, verso 3, -257, 59125, recto 5, -256)- κ.λπ. Για παραδείγματα από την μακεδονική αυλή, βλ. σημ. 42 ανωτέρω.
[45] Βλέπε για παράδειγμα L. Robert, Documents de l’Asie Mineudionale, Γενεύη – Παρίσι 1966, σ. 57-58, l. 2 (διάταγμα του Τερμέσσου της Πισιδίας, -281)- Κλάρα Ρόδου 2, σ. 172, 3, λ. 2 (διάταγμα του Τελμέσσου της Λυκίας, -184)- IGLSyr 4, 1261, 1 (Λαοδίκεια, -174)
[46] Αν δεν κάνω λάθος, υπάρχει μόνο ένα παράδειγμα στους παπύρους (P. Amh. Gr. 2, 43, 8, -173). Στην αλληλογραφία του Ζήνωνος ο Αὐδναῖος είναι ο μοναδικός τύπος που χρησιμοποιείται (βλ. επίσης ανωτέρω σημ. 44). Η ορθογραφία Αὐτναῖος της Π.Παρ. 4 (-164,-152, οι 12 μήνες του αττικού ημερολογίου ακολουθούμενοι από το μακεδονικό) παραμένει απομονωμένη στους παπύρους. Πιθανώς πρόκειται για μια ορθογραφία που συνεπάγεται στο αιγυπτιακό υπόστρωμα: βλ. Ξαντικός σε άλλο έγγραφο (P.Tebt. 1, 33, 2, -112)- βλ. E. Mayser, H. Schmoll, ό.π., ανωτέρω σημ. 39, σ. 146-148.
Ἡ Π. Παρ 4 περιέχει, ἐπιπλέον, καί ἄλλους λανθασμένους τύπους: Ἑκατομβαιόν = Ἑκατομβαιών, Πυανουψιών = Πυανοψιών, Ἐλαφηβολειών = Ἐλαφηβολιών, Μουνχιών = Μουνυχιών, Λώειος = Λώιος. Στο hemerologe του Βατικανού (Vat gr. 1291, 10r -15v, 8ος-9ος
αιών), βρίσκουμε Αὐτναῖος και Αὐδναῖος, βλ. Kubitschek, «Die Kalenderbücher von Florenz, Rom und Leiden», Denkschriften der Kaiserlichen Akademie der Wissenschaften in Wien, PhilosophischHistorische Classe 57, 3, 1915, σ. 27.
[47] Ο Αὐδοναῖος εμφανίζεται επίσης σε πάπυρο των ρωμαϊκών χρόνων (P. Berl. Möller 4, 2, +3 αιών).
[48] Για τις πολλές παραλλαγές σε επιγραφές της Εγγύς Ανατολής, βλέπε Y. E. Meimaris,
P. Bougia, K. Kritikakou-Nikolaropoulou, Chronological Systems in Roman-Byzantine Palestine and Arabia: The Evidence of the Dated Greek Inscriptions, Αθήνα-Παρίσι 1992, σ. 412. Ο Αὐδυναῖος και ο Αὐδοναῖος εμφανίζονταιστους χριστιανούς συγγραφείς της Συρίας (Ιωάννης Χρυσόστομος, Ιωάννης Μαλάλας, Ιωάννης Δαμασκηνός) και της Παλαιστίνης (Ευσέβιος τηςΚαισάρειας, Επιφάνιος της Σαλαμίνας, γεννημένος στην Ελευθερούπολη).
[49] Η ορθογραφία Αὐδηναῖος (Σουϊδας α 4416 Adler- τ. l. Αὐδυναῖος) μάλλον προδίδει την προφορά του υ ως /ι/, πρβλ. Αὐδιναῖος (IGLSyr 2, 469). Στη μεσαιωνική παράδοση το hemerologe της Φλωρεντίας (Laur. plut. XXVIII 26, 45r -50v,+ 9ος αι.) παρουσιάζει το Αἰδυναῖος μόνο μία φορά, ενώ το Αὐδναῖος είναι η συνήθης μορφή στο έργο αυτό (βλ. W. Kubler, εκδ. (βλ. W. Kubitschek, ό.π., ό.π. 46, σ. 24 και 116). Οι παραμορφώσεις των ονομάτων των μηνών είναι συχνές σε αυτές τις πηγές (βλ. L. Robert, «Recherches épigraphiques», REA 38, 1936, σσ. 5-28, spec. σ. 25). Γιὰ τὸν Αἰδυναῖος στὶς ἀνατολικὲς πόλεις, βλ. παρακάτω σημ. 114.
[50] EKM 1, 328. Ο τόπος όπου βρέθηκε η επιγραφή είναι άγνωστος. Από την άλλη πλευρά, στο ιερό της Λευκόπετρας, η οποία βρίσκεται στην επικράτεια της Βέροιας, βρίσκεται μόνο ο Αἰδοναῖος (βλ. ιδ. σημ. 43).
[51] Βλέπε A. Alonso Deniz, «Ανάπτυξη» στο Γ. Κ. Γιαννάκης κ.ά. al. επιμ., The Encyclopedia of Ancient Greek Language and Linguistics, Leiden-Boston 2014, τομ. 1, σελ. 113-1
[52] Βλ. O. Hoffmann, ό.π. αναφέρεται ιδ. σημ.. 2, σελ. 245.
[53] SEG 9, 165 και 166, 23-24 (-71 έτος )
[54] Βλ. C. Dobias-Lalou, ό.π., ανωτέρω αριθ. 8, σ. 24 και 40.
[55] Voir R. Canova, Iscrizioni e monumenti protocristiani del paese di Moab, Ρώμη 1954, σ. CVII , Y. E. Meimaris, K. I. Kritikakou-Nikolaropoulou, Inscriptions from Palaestina Tertia. Ia : The Greek inscriptions from Ghor Es-Safi (Byzantine Zoora), Athènes-Paris 2005, 59.
[56] Βλ. W. H. Waddington, Greek and Latin Inscriptions of Syria, Paris 1870, 463 (Ευχαριστώ τον J. Aliquot για αυτήν την αναφορά). R. Canova, ό.π. cit. πάνω από σ. 55, σελ. CVII-CVIII; Υ. Ε. Μεϊμάρης, Κ. Ι. Κρητικάκου-Νικολαροπούλου, ό.π. cit. πάνω από σ. 55, σελ. 60-61. Κατ’ εξαίρεση, ο Αὐδαναῖος εμφανίζεται στην επιστολή του Πάρθου βασιλιά Αρταβάν Γ’ προς τους αξιωματούχους των Σούσας (IK Estremo oriente 218, 15; Susa, -20 έτος).
[57] SEG 31, 1012 (Saittai· -188 έτος); βλέπω Αὐγδωναίῳ (Sobata; SEG 31, 1438· +630 έτος). Σχετικά με το γν αντί του δν βλ. L. Threatte, Grammar of Attic Inscriptions I, Berlin-New York 1980, σελ. 565-566 και Ch. Naour, “Inscriptions du Moyen Hermos”, ZPE 44, 1981, σελ. 11-44, εικ. Π. 32.
[58] Βλ. E. Mayser, H. Schmoll, ό.π. πάνω από σ. 39, σελ. 84. Βλ. Γορπιεῖος στην επιστολή του Πτολεμαίου και της Κλεοπάτρας προς την Κυρήνη (SEG 9, 5, 60, -108 έτος· πρβλ. IG Cyr 011100 https://igcyr.unibo.it/igcyr011100 Η ίδια ορθογραφία μαρτυρείται σε διάταγμα της πόλης της Ξάνθου από τις αρχές του -2ου αι. χρησιμοποιώντας τη χρονολόγηση των Σελευκιδών (SEG 46, 1721, 2). Αργότερα είναι ο Γορπιαῖος που χρησιμοποιείται (πρβλ. SEG 46, 1723, 3, -1ος αι.;).
[59] Για επεξήγηση αυτής της μορφής βλ. Υ. Ε. Μεϊμάρης, Κ. Ι. Κρητικάκου Νικολαροπούλου, ό.π. ανωτέρω από την σ. 55, σελ. 59. Επιπλέον, το Δύσιος μαρτυρείται στη Λυδία (SEG 34, 1209, 2).
[60] Πρβλ. Ὑπερβετταίου (ΤΑΜ V 3, 1563, 4 · SEG 49, 1562, 1-2 · SEG 35, 1180, 4-5), Ὑπερβαιταίου (ΤΑΜ V 3, 1777), Ὑπερτετταίου (ΤΑΜ V 3, 1843), Ἑπεβετέος (SEG 48, 1434, 249
[61] V. Pisani, «Η γλωσσική θέση του Μακεδονικού», Revue internationale des études balkaniques 5, 1937, σελ. 8-32, εικ. Π. 16.
[62] Για το ρινικό, βλέπε, M. Peters, Untersuchungen zur Vertretung der indogermanischen Laryngale im Griechischen, Βιέννη 1980, σελ. 218-220
[63] Τα αρχαία παραδείγματα ἀ- ιδιωτών πριν από φωνήεν (πρβλ. ομ. ἄουτος vis-a-vis ἀνούτατος, ἄοκνος «επιμελής» στον Ησίοδο) είναι μεμονωμένα και δύσκολα εξηγήσιμα.
[64] Δείτε επίσης την εναλλαγή σε Μακεδών (Ομ. Μακηδών), Μακέτας αντί του μακεδνός (μῆκος), ἀτεράμων αντί του ἀτέραμνος, Ἀμύμονες αντί του Ἄμυμνοι, γείτων αντί του γειτνία, Μεταγείτνιος/Πεδαγείτνιος, ποιμήν αντί του ποίμνη, σίφων αντί του σιφνεύς, κ.τ.λ. Βλέπε F. Solmsen, Beiträge zur griechischen Wortforschung, Strasbourg 1909, σελ. 44-46.
[65] Ένα θηλυκό *Αὖδνα (πρβλ. ομ. πότνα έναντι του πότνια) είναι απίθανο.
[66] Σύμφωνα με τον D. Kölligan, «Expressivität oder Lautgesetz? Drei griechische Etymologien», International Journal of Diachronic Linguistics and Linguistic Reconstruction 14, 2017, σελ. 36-39, το *HυC- γίνεται *υC- στα Αρχαία Ελληνικά, ενώ οι μορφές του τύπου *HυεC γίνονται *VυεC-. Υπό την επίδραση του *VυεC-, το *υC- γίνεται *VυC-.
[67] πρβλ. ἁγνός : ἅζομαι, σεμνός : σέβομαι, στεγνός : στέγων, etc., και τα θηλυκά ουσιαστικά φάτ-νη, πάθ-νη; βλ. E. Dieu, Ο τονισμός των ουσιαστικών σε *-ᾱ (*-εh2 ) στα αρχαία ελληνικά και στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες: μια μορφολογική και σημασιολογική μελέτη, Innsbruck 2016, σελ. 201
[68] πρβλ. αυτμήν σε αυτμή «αναπνοή» Βλ. M. Fritz, “Ελληνικό ἀϋτμή ‛Dampf, Scent’”, HS 106, 1993, σελ. 288-301; Ε.Dieu, ό.π. σελ. 67, σελ. 180-1
[69] Για αυτή τη μορφή της ρίζας, βλέπε D. Kölligan, άρθ. πάνω από την σημ. 66, σελ. 38
[70] Εφόσον ο Αὐδναῖος προηγείται χρονολογικά του Αὐδυναῖος, αποκλείουμε παράγωγο *h2 υ(ε)δH-υν-εh1 – > *Αὐδ-υν-ᾱ έναντι του * h2 υ(ε)δH-u̯on-, με την κατάληξη * -υον- -/*-υν- που είναι μέσα στο h1 εδ-υν-εh1 > αιολ. acc. pl. ἐδύνας (ουσ. *ἐδύνα ;), ιων. ὀδύνη ; βλέπε J. Schindler, « Armenisch erkn, griechisch ὀδύνη, irisch idu », KZ 89, 1975, σ. 53-65.
[71] Μια ανακατασκευή *ἀν(α)-ϝιδ-νο- > ἀϝϝιδνο- «που είναι ορατή (από κάτω) προς τα πάνω» είναι θεωρητικά δυνατή, με την εξέλιξη του hom. αὐέρυσαν, αὐέρυον, arg. ἀϝρήτευε κ.λπ., αλλά το επίθετο δεν μαρτυρείται αλλού. Για λόγους χώρου, δεν μπορώ να αναλύσω εδώ τα επιχειρήματα που με οδηγούν στην απόρριψη μιας άρρεν επίκλησης *Ἀϝιδνας (προφορά;) ή *Ἀ(ϝ)ιδναῖος.
[72] Βλ. βλέπε P. Kretschmer, Review of E. Schweizer, Grammatik der pergamenischen Inschriften, 1898, στο Wochenschrift fur Klassische Philologie, 1899, σελ. 1-6, εικ. Π. 5-6; L. Threatte, ό.π. cit. πάνω από σ. 57, σελ. 395-396. Για κεβλήπυρις, κεβλή (Καλλ., θρ. 657 Pfeiffer), Κεβληγόνου (Ευφορίων, θρ. 108), κτλ, βλέπε O. Hoffmann, ό.π. παραπάνω σημ. 2, σελ. 50, E. Crespo, “Γλώσσες και διάλεκτοι στην αρχαία Μακεδονία” σε Γ.Κ. Γιαννάκης ed., ό.π. σημ. 35, σελ. 53-64, εικ. Π. 59, και, “The Softening of Obstruent Consonants in the Macedonian Dialect” στο Γ.Κ. Γιαννάκης κ.ά. επιμ., ό.π. σημ. 1, σελ. 329-348, Π. 333
[73] Πρβλ. η επίκλησις Βλουρεῖτις (Αρτεμις), σε EKM 2, n° 120 (Σκύδρα, +106 ), η οποία θα εξελισσόταν σε Φιλωρεῖτις. Δείτε για αυτήν την εξήγηση AI Thavoris, « Συμβολή στην ελληνική διάλεκτο των αρχαίων Μακεδόνων » σε Αρχαία Μακεδονία V. Ανακοινώσεις κατά το Πέμπτο Διεθνές Συμπόσιο (Θεσσαλονίκη, 10-15 Οκτωβρίου 1989), Θεσσαλονίκη 1993, τομ. 3, σελ. 1473-1485, ιδίως σελ. 1484-1485
[74] Στα θεσσαλικά το /ι/ εξαφανίζεται όταν προηγείται του φωνήεντος το /ρ/ και ακολουθεί το /ς/, βλ. Ἀριστ (ο) °> ἀσ (σ) τ (ο) °, λαρισαῖος> λασ (σ) αῖος, περιστάντας> πεστάντας, ἀριστερᾶς> ἀστερᾶς. Βλ. M. Leumann, “Ἀστο- für Ἀριστοauf thessalischen Inschriften”, Glotta 18, 1929, σ. 65-66; J. Vendryes, “On a fact of thessalian phonetics” BSL 37, 1936, p. 13-16; E. Fraenkel, “Zur griechischen Wortforschung”, Glotta 35, 1956, σελ. 82-84; W. Blümel, Die aiolischen Dialekte. Phonologie und Morphologie der inschriftlichen Text aus Generativer sicht, Göttingen 1982, σελ. 56. Η πτώση του άτονου / ι/ μετά το -ρ- είναι συχνή στην ιστορία της ελληνικής: ατ. ἔρημος > έρμος, κορυφή > κορφή, περιβόλιον > περβόλι, κ.λπ. Ένα έλασμα από τη Δωδώνη (DVI 3921) προσφέρει τώρα ένα παράδειγμα στην επονομαστική (ἄσστα). βλέπε JV Méndez Dosuna, «The Language of the Dodona Oracular Tablets: The Non-Doric Inquiries» στο GK Giannakis et al. επιμ., ό.π. σημ. 1, σελ. 265-296, ειδ. Π. 282. Στη Λάρισα, ο ἀριστερᾶς εναλλάσσεται με τον ἀστερᾶς στην ίδια επιγραφή των αρχών του -3ου αιώνα; βλ. B. Helly, “Upheavals and reorganization of sanctuaries”, Mnemosyne 23, 1970, σ. 250-296, ειδ. 261-262, γραμμές 20 και 27. σχόλιο σελ. 266). Άλλες περιπτώσεις συγκοπής στα θεσσαλικά συμμορφώνονται με τον «κανόνα του Κρέτσμερ»: Ἀπόλλων > Ἄπλουν και ξενοδόκοι > ξένδοκοι.
[75] Πρβλ. a-sa-ta-ko-ra /Astagorā/ και a-ra-to-ke-ne-so-ko-o-[se] /Aρτογενής/. Βλέπε O. Masson, «Une inscription chypriote syllabic inscription from Dora (Tel Dor) and the avatars of Greek names in Aristo-«, Kadmos 33, 1994, σσ. 87-92, σελ. 91-92, και M. Egetmeyer, The Ancient Greek Dialect of Cyprus I: Γραμματική, Βερολίνο-Νέα Υόρκη 2010, σ. 84-85 (§ 68).
[76] Δεν νομίζω ότι θα πρέπει να υποθέσουμε μια συλλαβοποίηση *Ἀυιδνά, όπως στα αιολικά: ἀυάτα, αὔελλα. Λέσβ. Κλεῦις, κλεῦις, θεσσ. Κλεύας (< *Kλευάς) εξηγούνται ίσως από την εκφραστική αύξηση του -ϝ-. Βλέπε A. Alonso Déniz, J. V . Méndez Dosuna, «The Mystery of the Stolen Wool: a Neglected Oracular Enquiry from Dodona», Journal
of Epigraphic Studies 4, υπό έκδοση 2021.
[77] CEG 121, 3 (περίπου -450 έτος). Για την απόδοση, βλέπε B. Helly, «Argoura, Atrax et Crannon: réattribution». de quelques documents épigraphiques», ZPE 35, 1979, σ. 241-253, spec. σ. 251. Για το δίγαμμα, πρβλ. μυκ. a-wi-todo-to /Awisto-dotos/ (βλ. J. L. García Ramón, «Anthroponymica Mycenaea, 5. a-wi-to-do-to /Awisto-dotos/ und die unsichtbaren Götter im Alph.-Griechischen. 6. we-re-na-ko /Wrēn-āgos/ oder /Wrēn-[ăkos]/ und Myk. /wrēn-/*: alph.- gr. °ρρην, [αρην] ‘Lamm’*’, ŽA 55, 2005, σσ. 85-97, spec. σσ. 85-91)- ἀυϊδέτου- ἀφανοῦς, ἀοράτου (Ησύχ., α 8276 Latte και Cunningham). Η ερμηνεία του μυκ. o-wi-de-ta-i ως /owidetā-hi/ (< *n̥-u̯id-et-), που προτάθηκε από τον B. Vine, Aeolic ὄρπετον and Deverbative *-etó- in Greek and Indo-European, Innsbruck 1998, σσ. 33-35, παρουσιάζει δυσκολίες.
[78] IG 9 2, 236, 1 (Φάρσαλος· -5ο αι.). Η συγκοπή δεν θα επηρέαζε το τονισμένο φωνήεν του *Δίϝιος, το οποίο καταλήγει σε Δῖος.
[79] Το ρήμα (°)νεβεύω γίνεται στα μακεδονικά (°)νεύω, πρβλ. νεύσασα και ἀρχινεύσασαι στο Λέτε (περ.- 350) , βλ. Μ. Χατζόπουλος, Λατρείες και τελετές διάβασης στη Μακεδονία, Αθήνα-Παρίσι 1994, σ. 44 και Ι. Άτραξ 56, με το σχολιασμό (σ. 65 και σ. 153-154). Στη μακεδονική η πτώση του /e/ στο (°)νεύω συνέβη μετά την εξαφάνιση του -ϝ- και συνεπάγεται από τη δίφθογγο /eu̯/ που ακολουθεί- πρβλ. την εξέλιξη της ακολουθίας -εει- στο Ἀντικλέ(ϝ)εια > Ἀντίκλεια, και *νηλέ(ϝ)εϊ > ομοτ. νηλέϊ. Σε μεταγενέστερες μορφές Λυκολέαινα > Λυκολένα (Ι. Λευκόπετρα 95, 9- 241 μ.Χ.), Αἰγεαῖος > Ἐγἑος(Ι.Λευκόπετρα 73, 6; +229 ), πρόκειται για πτώση φωνήεντος σε ακολουθία /εε/.
[80] Βλέπε P. Chantraine, La formation des noms en grec ancien, Παρίσι 1933, σ. 193-194.
[81] Πρβλ. ἀΐδηλον δὲ παρὰ τὸ ἀϊδνόν (σχολ. Ομηρ., Ιλ. β, 455)- ἀϊδνόν- μέλαν ἢ ἀφανιστικόν (Ησύχ., α 1780 Cunningham)- πρβλ. επίσης σημ. 86. Για τη σημασιολογική αυτή εξέλιξη, βλ. σχετικά A. Blanc, ‘Non-vision, non-perception and destruction in Greek: a vocabulary study» στο L. Villard, ed. in Études sur la vision dans l’Antiquité classique, Montpellier, France. l’Antiquité classique, Mont-Saint-Aignan 2005, σ. 21-28.
[82] Ιλ.ε, 880 (Αθηνά), Ιλ. ε, 897 (Άρης).
[83] Πρβλ. ἀϊδής ‘αόρατος’, αλλά και ‘τυφλός’ στην Επίδαυρο (IG IV 12 125, -350/-300).
[84] Για μια ενεργητική έννοια, πρβλ. γαλαθηνός ’ρουφάει γάλα’, στιλπνός ‘λάμπει’, κ.λπ. Pace H. F, E. W. Whittle, The Suppliants, 1980, τόμ. III, σ. 131-132, η ενεργητική σημασία ‘που δεν βλέπει’ > ‘τυφλός’ δεν μπορεί να εξηγήσει τη σημασιολογική μετατόπιση σε ‘που κάνει αόρατο’. δεν μπορεί να εξηγήσει τη σημασιολογική μετατόπιση σε ‘που κάνει αόρατο’.
[85] οὔρεος ἐν βήσσῃσιν ἀιδνῇς παιπαλοέσσῃς (Ησ., Θ. 860)- πρβλ. ταῖς ἀφανέσιν ἢ ἃς ἠφάνισεν ἡ φλόξ (σχόλ. σε Ησ., Θ. 860 di Gregorio). Βλέπε M. L. West, Theogony, Oxford 1982, ad loc. Στο θραύσμα SLG 519B (P.Oxy. 2624), θρ. 4, 5, το ἀϊδνά, σε ένα λυρικό απόσπασμα αμφίβολης απόδοσης, εμφανίζεται απομονωμένο και η σημασία του δεν μπορεί να συναχθεί από τα συμφραζόμενα.
[86] Πρβλ. ἀϊδνόν· τὸ ἀφανιστικόν. οὕτως Αἰσχύλος (α 541 Θεοδωρίδης, πρβλ Αισχ., θρ. 407a Radt).
[87] μέλας γενοίμαν καπνὸς / νέφεσσι γειτονῶν Διός, / τὸ πᾶν δ᾿ ἄφαντος ἀμπετὴς ἀιδνὸς ὡς / κόνις ἄτερ πτερύγων ὀλοίμαν (Αισχ. Ικέτ. 779-782).
[88] περὶ δέ σφιν ἀιδνὴ κήκιε λιγνὺς βριθοσύνῃ «γύρω ἀπὸ τοὺς παπύρους ἔτρεχαν οἱ σκοτεινὲς λιγνὲς λόγω το βάρος» (Απολ. Ρόδ. I, 389-390)- πρβλ. ἀιδνή- σκοτεινή (σχόλ. σε Απολ. Ρόδ. I, 389 και Ησύχ. α 1781 Latte και Cunningham). Για το απόσπασμα, βλ. το σχόλιο του N. B. Rankov, «Slipping and launching» στο D. J. Blackman et al. eds, Shipsheds of the Ancient Mediterranean, Cambridge 2013, σ. 116.
[89] ἀϊδνήεντά τε καπνόν (θρ. 137 Lightfoot). Ο σχηματισμός θα μπορούσε να ανταποκρίνεται σε ένα θέμα σε -εσ- (πρβλ. ομ. τελήεις, θυήεις), αλλά βρίσκουμε ήδη στον Όμηρο φοινήεις δίπλα σε φοινός χωρίς καμία διαφορά στη σημασία.
[90] Opp., H. 4, 245, πρβλ. SH θρ. 1097, où πηλὸς ἀϊδνής (Πλουτ. Θησ. 1) Βλέπε επίσης ἀϊδνής· ὁ μὴ βλεπόμενος (Σουϊδα, α 674 Adler) σε ἀϊδνές· ἀφανές, τὸ μὴ ὁρώμενον· ἀϊδές καὶ κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ν ἀϊδνές (σε Γεν., α 271 Lasserre et Livadaras, πρβλ. σχόλ. σε Ησίοδ Θεογ. 860) ; λέγουσι δὲ καὶ τὸν ὠκεανὸν πηλὸν ἀϊδνόν (Ησύχ. α 1780 Latte et Cunningham) σε περὶ τὴν Λιβύην ἐστὶ τόπος. καὶ τὸν ὁρίζοντα ὠκεανόν (Ησύχ., π 2192 Hansen).
[91] Ορφ., A. 1029, πρβλ. κῆρα μέλαιναν (Ομηρ. Ιλ. β, 858), Κῆρες κυάνεαι (Ησ. 248), Κῆρες μέλαιναι (Μιμν. θρ. 2, 4 West), κτλ.
[92] Κακὰν ἐλπίδ᾿ ἔχων / ἔτι μέ ποτ᾿ ἀνύσειν τὸν ἀπότροπον ἀΐδηλον Ἅιδαν «με την κακή προοπτική ότι στο μέλλον μπορεί να φτάσω στον Άδη, αποτρόπαιο και αόρατο» (Αίας. 606-608). Voir N. Wecklein, Σε Παρανοήσεις παλαιότερων εκφράσεων στους Έλληνες ποιητές, ιδίως στους τραγικούς, Μόναχο 1911, σ. 16-17 ; P. Finglass, Ajax, Cambridge 2011, σ. 317-318. Για την ενεργητική και παθητική αίσθηση, βλ. ἀϊδής «αόρατος» και «τυφλός».
[93] Βλέπε O. Gruppe, F. Pfister, « Unterwelt » dans W. H. Roscher éd., Ausführliches Lexikon der griechischen und römischen Mythologie VI, Leipzig 1924-1937, σελ. 35-95, σελ. 63-64, με παραλληλισμούς σε άλλους ανατολικούς πολιτισμούς.
[94] *ν-υιδ- > ομηρ. γεν. Ἄϊδος, ότι. Ἄϊδι (πρβλ. και νηϊδ- «άπειρος») → Ἀ(ϝ)ίδ-ας. Βλ. E. Risch, «On the Origin of Greek Mascullines in -ας», BSL 69, 1974, σ. 109-119, Π. 183 , A. Leukart, The latest nomenclature on -tās and -ās, Βιέννη 1994, σελ. 127 , R. S. P. Beekes, «Hades and Elysion» στο J. H. Jasanoff et al. εκδ., My Curad. Studies in Honor of Calvert Watkins, Innsbruck 1998, 17-28, 17-1. Αυτή η ετυμολογία είναι αρχαία, βλ. Πλατ., Φαιδ. 80d (αλλά πρβλ. Κρατ. 404b, όπου το Ἅιδης σχετίζεται στενά με το εἰδέναι).
[95] κελαιναὶ δ’ Ἐρινύες […] / τυχηρὸν ὄντ’ ἄνευ δίκας […] / τιθεῖσ’ ἀμαυρόν, / ἐν δ’ ἀίστοις τελέθοντος οὔτις ἀλκά (Αισχ., Αγ. 462-466).
[96] . εἰ θέμις ἐστί μοι τὰν ἀφανῆ θεὸν / καὶ σὲ λιταῖς σεβίζειν, / ἐννυχίων ἄναξ, Αἰδωνεῦ (OC 1556-1559). Πρβλ. επίσης (Άδης) ἔννυχος (Σ., Τρ. 501), και στις «Ορφικές» πλάκες του Ιππώνιου (OF 474, 9, B10) και της Entella (OF 475, B11): Ἄϊδος […]ὀρφ‹ν›έεντος.
[97] PMG 996.
[98] Βλέπε J. L. García Ramón, art. cit. σ. 77, σελ. 85-91.
[99] Εκάτη μέλαινα (Λυκ., Αλεξ. 198)- SEG 39, 1380, E (κοιλάδα Altintas στη Φρυγία, +2ος-/+3ος αιώνας)- Δήμητρα μέλαινα (Παυσ. 8, 5, 8 και 42, 4).
[100] Βλ. Κ. Γ. Χατζηνικολάου, ό.π., ανωτέρω αρ. 23, σ. 133- Δ. Τσιάφης, ό.π., ανωτέρω αρ. 23, σ. 224-227 , K. G. Chatzinikolaou, op. cit. supra n. 23, pp. 216-217, αναφέρει τὴ λατρεία της θεὰς Πασικράτας σὲ μερικές αναγνώσεις του Suvodol των νεότερων χρόνων, η οποία μπορεί να έχει ταυτιστεί με την Κόρη (βλ. IG X 2 2, 18 A, B και C, με σχετική βιβλιογραφία).
[101] Υπόμν., Civ. 4, 105.
[102] Βλέπε Κ. Περιστέρη, «Οι πρόσφατες ανασκαφές του τύμβου Καστά και του λέοντος της Αμφίπολης (2012-2014)», RA 2016, σ. 163-171, οπ. σ. 166-171 και εικ. 11.
[103] ΟΦ. 495 F, b (Πέλλα, τέλη -4ου αιώνα) και OΦ 495 F, k (Αιγές, ελληνιστική περίοδος). Ως Περσεφόνη επικαλείται στα λεγόμενα «ορφικά» ελάσματα που βρέθηκαν αλλού στην Ελλάδα, βλέπε Γ. Ζ. Τζιφόπουλος, «From the Corpus of Inscriptions of Northern Pieria: Afterlife Beliefs in Macedonia and the Bacchic-Orphic Lamellae», στο Μ. Τιβέριος, Π. Νιγδέλης, Π. Αδάμ-Βελένη, επιμ. Μελέτες για την αρχαία Μακεδονία, Θεσσαλονίκη
Θεσσαλονίκη, 2012, σ. 544-563, εικ. 549. Σε ένα ενεπίγραφο χρυσό έλασμα που βρέθηκε στην ανατολική νεκρόπολη της Αμφίπολης και χρονολογείται περίπου στο
-300, αναφέρεται ο Διόνυσος Βάκχιος, βλ. P. Malama, Y. Z. Tzifopoulos, «Archeboule’s
epistomion from Amphipolis», Trends in Classics 8, 2016, σσ. 55-72. Για την εικονογραφία της Περσεφόνης σε ταφικά πλαίσια στα μακεδονικά εδάφη, βλέπε D. Gorzelany, Macedonia – Alexandria: Monumental Funerary Complexes of the Late Classical and Hellenistic Age, Οξφόρδη 2019, σ. 148-150. Οι πίνακες στο ιερό της Περσεφόνης προδίδουν τον πολύ σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η θεά στη θρησκευτική εμπειρία των μυημένων των μυστηριακών λατρειών και στις πεποιθήσεις τους για τη μετά θάνατον ζωή- βλ. M. Mertens-Horn, «Initiation und Mädchenraub am Fest der lokrischen Persephone», MDAI(R) 112, 2005-2006, σ. 7-77- H. Eisenfeld, «Life, Death, and a Lokrian
Goddess», Kernos 29, 2016, σσ. 41-72, οπ. σσ. 56-65.
[104] Βλέπε D. M. Robinson, Excavations at Olynthus VII. The Terra-Cottas of Olynthus Found in 1931, Baltimore 1933, σ. 49-50, αριθ. 174-175, πίν. 21 και σ. 12-13.
[105] Βλέπε A. C. Brumfield, The Attic Festivals of Demeter and their Relation to the Agricultural Year, Salem, N.H. 1981, σ. 117-126- I. Πατέρα, Α. Ζωγράφου, «Οι γυναίκες στη εορτή των Αλώων: το μυστικό του φανταστικού», Clio. Femmes, Genre, Histoire 14, 2001, σ. 17-46- A. Dimou, La déesse Korè-Perséphone : mythe, culte et magie en Attique, Turnhout 2016, σ. 165-175.
[106] Επιγρ. Ελευσίς 196, 9-10 (χρονολογείται -236/5 ) και Επιγρ. Ελευσίς 229, 6-7 (-165/4 ). Στην εορτή συμμετέχουν μερικές εκατοντάδες άτομα και εορτάζεται επίσης ένας ἀγὼν πάτριος- βλ. το σχόλιο του K. Clinton στο I. Eleusis, vol. II, 209-210.
[107] LSCG 96, 11-15 ; cf. CGRN 156 (http://cgrn.ulg.ac.be/file/156/).
[108] Οι εορτές Χλόϊα των αττικών δήμων εορτάζονται αργότερα, προς το τέλος του χειμώνα (Ανθεστήρια) ή στην αρχή της άνοιξης (Ελαφηβολίων). Βλ. Bref retour sur une question
question», Παλλάς 85, 2011, σ. 101-107.
[109] Βλέπε M. P. Nilsson, Greek Festivals of Religious Significance with the Exclusion of Attic Festivals, Στουτγάρδη 1906, σ. 328-329.
[110] LSCG 96, 16.
[111] Υμν. Δήμ. 398-404. Βλέπε N. J. Richardson, The Homeric Hymn to Demeter, Οξφόρδη 1974, σ. 284-285.
[112] Βλέπε L. Deubner, Attische Feste, Hildesheim 1932, σ. 65.
[113] Γῆ ἐγ γύαις (LSCG 20, col. 2, 9- πρβλ. CGRN 56, http://cgrn.ulg.ac.be/file/56/). Για τις θυσίες πλήρων ζώων, βλέπε Σ. Γεωργίδου, «Full beasts to Athena? Μια όχι και τόσο παράξενη θυσία», Παλλάς 100, 2016, σ. 91-102.
[114] Εκτός της Μακεδονίας, ο Αἰδοναῖος εμφανίζεται εκτάκτως σε ένα αργό επιτάφιο από
απροσδιόριστη τοποθεσία στη βορειοανατολική Λυδία (SEG 56, 1267, 1, -103/104), αλλά σε άλλα έγγραφα της ίδιας περιόδου μόνο από την ίδια περίοδο βρίσκουμε μόνο το Αὐδναῖος. Για άλλες εξαιρετικές παραλλαγές του ονόματος του μηνός στη Λυδία, βλ. σημ. 57 και σημ. 60 παραπάνω. ΑΥΔΑΙΟΥ (TAM V 3, 1634) και ΑΥΔΗΑΙΟΥ (TAM V 3, 1634) για το Αὐδναίου είναι σαφώς σφάλματα. Οι παραλλαγές Αἰδυναῖος (SEG 41, 1541bis, Συρία, 123 μ.Χ.) και ενδεχομένως Αἰδ̣[υ]νέου (IGLSyr 2, 468, 4-5- Koryphus, +109) είναι εξαιρετικές και δεν φαίνεται να μαρτυρούνται αλλού στις επιγραφές. Οι μορφές αυτές αντιστοιχούν στο Αἰδοναῖος στη Μακεδονία (βλ. παραπάνω), με την παραλλαγή -ο-/-υ-.
[115] νερτερία νυχία τε, ἀϊδωναία σκοτία τε «καταχθόνια, νυχτερινή, σύντροφος του Άδη και σκοτεινή» (Υμν. Μαγ. 18, 47- πρβλ. PMG IV, 2852). Οι περισσότεροι από τους ύμνους στο PMG IV θα είχαν συνταχθεί κατά τον +1ο/+2ο αιώνα.
[116] K. Dilthey, «Über die von E. Miller herausgegebenen griechischen Hymnen», RhM 27, 1871, σελ. 375-419, spec. p. 397- βλέπε επίσης R. Reitzenstein, «Inedita poetarum Graecorum fragmenta», Index lectionum in Academia Rostochiensi 1892-1893, 1892, σ. 26, για την οποία Ἀϊδωναία = Εκάτη χθονία.
[117] Πρβλ. Ἀθήνη → Ἀθηναία, Δαφνία → Δαφνιαία, Δίκτυννα → Δικτυνναία, Διώνη → Διωναία, Ἐλαφία → Ἐλαφαία, Σελήνη → Σεληναία, κ.λπ. Βλέπε H. Usener, Götternamen. Versuch einer Lehre von der religiösen Begriffsbildung, Bonn 1896, σ. 10 σε A. L. Covini, » L’Artemide ‘dei cervi’ e ‘dell’Alfeo’ in Elide «, Aevum Antiquum 14, 2014, σ. 29-49, οπ. σ. 39.
[118] Αν δεν κάνω λάθος, το θηλυκό *Ἀΐδαινα, το οποίο θα απαντούσε στο αρσενικό Ἀΐδων (βλ. παραπάνω σημ. 16), δεν μαρτυρείται.
[119] Ἀϊδων-ίς (Λήθη) «Λήθη του Αηδωνέα» (GVI 1874, 11; Κνίδος, -1ος αιώνας)- Ἀϊδών-ιος σε
Ἀϊδώνια- θανάσιμα-πένθιμα (Ησύχ., α 1805 Cunningham, με λεξικό του Κυρίλλου- πρβλ. Ετ. Μέγ. 30, 20 Kallierges).
[120] ἔνθα δ᾿ ἐοῦσα / δεσπόσσεις πάντων ὁπόσα ζώει τε καὶ ἕρπει (Υμν. Δήμ. 364-365). Για τις διάφορες ερμηνείες του ερμηνείες της φράσης, βλ. J. Richardson, ό.π., ανωτέρω αρ. 111, σ. 269.
[121] OΦ 488, 7 (Θούριοι, -4ος αι.)- για τον Άδη δεσπότης στη Μακεδονία, βλ. σημ. 24 και σημ. 25 ανωτέρω. Μια άλλη κόρη της Δήμητρας λατρευόταν ως Δέσποινα στη Λυκόσουρα της Αρκαδίας, αλλά είναι σαφώς διαφορετική βλέπε M. Jost, Sanctuaires et cultes d’Arcadie, Paris 1985, σ. 334- M. Jost, «La vie religieuse à Lykosoura», Ktèma 33, 2008, σ. 93-110, όπ. σ. 103.
[122] OΦ 474, 13 (Ιππώνιον, περίπου -400)
[123] OΦ 488, 1, 489, 1, 490, 1 (Θούριοι -4ος αι.- OΦ 491, 1 (Ρώμη, περίπου +261).
[124] IG XII 5, 310, 15 (Πάρος;, -2ος αιώνας). Πρβλ. E. Santin, Authors of Greek sepulchral epigrams σε πέτρα: υπογραφές περιστασιακών και επαγγελματιών ποιητών, Ρώμη 2009, σ. 209-222 (αρ. 5). Ευχαριστώ τον E. Santin που μου επισήμανε μου αυτό το επίγραμμα.
[125] SEG 44, 910- ep. imp. βλέπε Cl. Brixhe, Bull. Ep. 1996, αριθ. 395.
[126] Φλέγ, θρ. 10, A, 24, 26 σε B, 31 Stramaglia. Η ημερομηνία σύνθεσης αυτών των μαντικών εξαμέτρων αμφισβητείται, αλλά θα πρέπει να γράφτηκαν στη Ρώμη μεταξύ του τέλους του 3ου και των αρχών του 1ου αιώνα- βλ. για μια σύντομη περίληψη του ζητήματος, R. B. Buitenwerf, Book III of the Sibylline Oracles and its Social Setting, Leiden-Boston 2003, σ. 102 αρ. 36 και A. Stramaglia στην έκδοση του Φλέγοντος το 2011, σ. 34.
[127] Βλέπε Α Κοταρίδη «Η επιφοίτηση των θεών του Κάτω Κόσμου στη βασιλική νεκρόπολη των Αιγών» στο S. Descamps-Lequime ed, Peinture et couleur dans le monde grec antique, Paris 2007, σσ. 27-45, οπ. σσ. 38-44.
[128] Ύμνος. Μαγ. 21, 9 (βλ. PMG IV, 2725). Η διόρθωση δολόεσσα για τη λόεσσα του παπύρου κατέστη αναγκαία (βλ. PMG ad loc. για άλλες αποδόσεις).
[129] Βλέπε K. Dilthey, παραπάνω σ. 116, σελ. 397, H. D. Betz, The Greek Magical Papyri in Translation, Chicago-London 1986, σ. 89 σε σ. 337, C. Faraone, “Hymn to Selene–Hecate–Artemis from a Greek Magical Handbook (PGM IV 2714-83)” στο M. C. Kiley ed., Prayer from Alexander to Constantine. A Critical Anthology, Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1997, σελ. 196 με σ. 13, M. Bortolani, Μαγικοί Ύμνοι από τη Ρωμαϊκή Αίγυπτο. A Study of Greek and Egyptian Traditions of Divinity, Cambridge 2016, σελ. 312-313.
