ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ

ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΕΡΟ ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΕΤΟΣ

Το ημερολόγιο ενημερώνεται καθημερινά μέχρι την ολοκλήρωση του. Εδώ έχετε τη δυνατότητα να ενημερώνεστε για τις εορτές, τα ήθη και τα έθιμα των προγόνων μας καθημερινά, για την κάθε μια ημέρα ξεχωριστά. Το παρόν έργο επιμελείται ο Ορέστης Πυλαρινός.

Στην ενότητα Μελέτες παρουσιάζονται Μελέτες από Διατριβές, Έρευνες, Διαλέξεις, Συγγράμματα, καταξιωμένων κλασσικών ερευνητών πάνω στην Ελληνική Θρησκεία καθώς και πολλά άρθρα πάνω στην μέτρηση των τοπικών Ετών των πόλεων της Ελλάδος, τις τοπικές λατρείες και τους πάτριους θεούς των Ελλήνων.

Μια τελετή, σε μια εορτή Ελλήνων γίνεται για τους θεούς και την μνημηϊα ημέρα σε αυτήν την εορτή, καλούμε τους θεούς να παρευρεθούν μαζί μας, να ευφρανθούν από τα εδέσματα και τις πρόσφορες, τις σπονδές του οίνου, το μέρισμα του κόπου της εργασίας μας από τον χρόνο που πέρασε, τους προσφέρουμε και μοιραζόμαστε μεταξύ μας μερίδες ίσες, ζητούμε από τους θεούς την Χάρη τους, την Προστασία τους, την Γονιμότητα, την Εύνοια , την Υγειά, την Ασφαλεία, και ανταποδίδουμε με Ευσεβεια…χαιρομαστε στην εορτή επειδή οι θεοί στην εορτή,προς τιμήν των όποιων, θα χαρούν, θα ανταποδώσουν και θα παρευρεθούν μαζί μας….
ο θεμέλιος λίθος των πατριών τελετών είναι η ιδία η γη, η πατρίδα των θεών και η δική μας, χωρίς αυτήν καμμια τελετή δεν γίνεται αποδεκτή από τους θεούς.
Χθόνιοι και Ουρανιοί ονομάζονται οι θεοί , στους πρώτους αποδίδουμε με γυμνά πόδια στην γη, στους δεύτερους τους επικαλούμαστε κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό, την κνίσα και το θυμίαμα, να προσφέρεται σε αυτούς.
Μαζί στην ζωή μας, θα πορευθούν όλες οι δευτερεύουσες θεότητες και Μνήμες των Ηρώων που θα εμπνεύσουν και θα γεννήσουν τους Έλληνες που θα έρθουν..
οι εορτές Ελλήνων δεν τελούνται σε διαμερίσματα και ταβέρνες

Εορτές, Ιερουργία, Ιεροπραξία, Ήθη, Έθιμα, Επιγραφές, Ακριβείς Χρονολογήσεις, Ιστορικές ημέρες, Σχόλια, Καθημερινός οδηγός της λατρευτικής παράδοσης κατά τα Πάτρια των Ελλήνων.

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ


Ο τόπος και ο χρόνος (το που και το πότε) αποτελούν τις συνιστάμενες του ιστορικού γίγνεσθαι. Η ταύτιση και αποκατάσταση του ιστορικού τοπίου είναι έργο της τοπογραφίας και της (ιστορικής) γεωγραφίας. Η χρονική και αιτιολογική σύνδεση και αλληλοεξάρτηση των γεγονότων δεν είναι ωστόσο δυνατή χωρίς τη χρονολόγηση τους, που σημαίνει τη διαπίστωση της συγκεκριμένης απόστασης που μας χωρίζει από αυτά. Τούτο είναι δυνατόν μόνο κάτω από δύο προϋποθεσεις. Η πρώτη αφορά στον τρόπο μέτρησης του χρόνου: η χρονολόγηση εμποδίζεται από την απουσία μιάς απόλυτης ταύτισης του αρχαίου με το σύγχρονο έτος, τόσο ως προς τη φύση του, όσο και ως προς την έναρξη και τη διάρκειά του. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά στην αποκατάσταση εκείνων των χρονογραφικών σειρών, γύρω από τις οποίες θα οργανωΘούν οι ιστορικές πληροφορίες. Τα προηγούμενα δίνουν το πλαίσιο της σύντομης έκθεσης που ακολουΘεί. Για περισσότερες πληροφορίες μπορεί να συμβουλευτεί κανείς το εγχειρίδια του A.E. Samuel, Greek and Roman Chronology, Calendars and Years in Classical Antiquity στη σειρά Handbuch der Altertumswissenschaft (Mijnchen 1972) και το συντομότερο αλλά πολύ κατατοπιστικό βιβλίο του EJ. Bickerman, Chronology of the Ancient World, αναθεωρημένη έκδοση (London 1980).


Ι. ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η ΕΠΙΝΟΗΣΗ και η πρώϊμη χρήση ημερολογίων, στην προγονική ελληνική κοινωνία, είναι μια προσπάθεια να συστηματοποιηθούν και να ρυθμιστούν οι εορτασμοί των θρησκευτικών εορτών μέσα στην πόλη – κράτος. Τα ημερολόγια, τα οποία διέφεραν από την μία πόλη-κράτος στην άλλη, είναι θρησκευτικοί θεσμοί. Αυτά τα ημερολόγια είναι επιτακτικά σε αυτά που διακηρύττουν στις συγκεκριμένες θρησκευτικές εορτές και θυσίες που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο σε συγκεκριμένες ημέρες και συγκεκριμένους μήνες. Ο αρχικός σκοπός αυτών των ημερολογίων αποτυπώνεται στα σωζόμενα αποσπασμάτια των ιερών ημερολογίων της πολιτείας της Αθήνας και των δήμων της. Αλλά αυτά τα ημερολόγια, παρείχαν, επίσης, ένα βολικό πλαίσιο από το οποίο κάποιος θα μπορούσε να καταγράψει πολιτικές δραστηριότητες όπως συνελεύσεις και οικονομικές συναλλαγές.
Και έτσι στην αρχαιότητα οι Έλληνες χρησιμοποιούν τα ημερολόγια τους και για τα δύο, και για ιερούς αλλά και για πολιτικούς σκοπούς, για να καταγράψουν συγκεκριμένες ημερομηνίες πολιτικών δραστηριοτήτων. Το ενδιαφέρον μου στην Ελληνική Θρησκεία, στις Αθηναϊκές λατρείες και τις θρησκευτικές εορτές, ήταν αυτό που με οδήγησε στη μελέτη του Ιερού Αθηναϊκου Σεληνιακού ημερολογίου.

1. Το αρχαίο έτος
Το Έτος (ημερολόγιο, ο ετήσιος Κύκλος και η μέτρηση του χρόνου) προσδιορίσθηκε πάντοτε από τα μεγάλα ορατά ουράνια σώματα, τον ήλιο και τη σελήνη: για τους αρχαίους διακρίνεται έτσι ένα ηλιακό και ένα σεληνιακό έτος (Geminus, Elementa Astronomiae).


1.1.Το ηλιακό έτος
Ο ήλιος προσδιορίζει τους ρυθμούς της ζωής επάνω στη γη σε ημερήσια, όπως και σε ετήσια βάση: είναι αυτός που ορίζει την εναλλαγή της ημέρας και της νύχτας, τις ώρες της ημέρας, τις εποχές και τη σταθερή διάρκεια του έτους.

Η ημέρα ορίζεται αρχικά ως το διάστημα από την ανατολή έως τη δύση του ηλίου, ταυτίζεται δηλαδή με το χρόνο που μπορεί κανείς να εργαστεί με φυσικό φως, και διαιρείται αντίστοιχα, σύμφωνα με τους σταθμούς της πορείας του ήλιου (αυγή, ηλιοβασίλεμα) η με συνήθειες της καθημερινής, όπως π.χ. τις ώρες των γευμάτων, η της στρατιωτικής (όπως οι 4 ημερήσιες και 4 νυχτερινές βάρδιες η φυλακές) ζωής. Αργότερα, μόλις στα μέσα του -4ου, εμφανίζεται η διαίρεση της ημέρας σε 12 ώρες, διάρκειας, ανάλογα με την εποχή και το γεωγραφικό πλάτος, από 45′ έως 75′.
Έτσι, η εργασία σταματά την έβδομη ώρα, που συμπίπτει με τη μέση της ημέρας, ενώ η ένατη, μεταξύ 1.30′ και 2.30’, είναι η ώρα του δείπνου. Παρόμοια, από τους αρχαιότατους χρόνους, και σε πολλά μέρη έως σήμερα, ο αγρότης, ο ναυτικός η ο στρατιωτικός συνηθίζουν να ορίζουν το φυσικό έτος και την εναλλαγή των εποχών, που καθορίζουν το ρυθμό των δραστηριοτήτων τους, με βάση τις μεταναστεύσεις των πτηνών (Ησ. Έργα και Ημέραι 448, 566) και τον κύκλο της βλάστησης (βλ. π.χ. τις αναφορές στην έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στον Θουκυδίδη (4.1, 7.16.2, 8.39.1) η στον Διόδωρο (29.65, 20.69)), όπως και με την πρώτη και την τελευταία εμφάνιση των αστερισμών: την ανατολή και τη δύση των Πλειάδων (Έργα και Ημέραι 283) η του Αρκτούρου (Σοφ. Οιδ. Τύραν. 1137).
Με την κατάρτιση από τους Βαβυλωνίους του ζωδιακού Κύκλου, η εμπειρική αυτή γνώση πήρε ενωρίς τη μορφή ενός συγκεκριμένου ημερολογιακού συστήματος. Το έτος διαιρέθηκε σε 12 μέρη, που ονομάσθηκαν σύμφωνα με τους αστερισμούς που διαδοχικά συναντά ο ήλιος στη φαινομενική πορεία του, αρχίζοντας από τον Κριό την εποχή της εαρινής ισημερίας. Με τη σειρά του κάθε
δωδεκατημόριο μοιράσθηκε σε 30 μοίρες, αντίστοιχες με τον καθημερινό (φαινομενικό) κύκλο του ήλιου. Το σύστημα ήταν γνωστό στην Ελλάδα από τον -5ο αι. Η ομοιόμορφη διαίρεση της ημέρας σε 12 ώρες των 60 λεπτών εφαρμόσθηκε όμως μόλις από τους αστρονόμους της ελληνιστικής εποχής.
Το ηλιακό ημερολόγιο αποτέλεσε τη βάση όλων των ελληνικών και του ρωμαικού ημερολογίου. Με αυτό καθορίζονται πλέον η αρχή και οι εποχές του χρόνου, οι οποίες συνήθως συμπίπτουν με τις ισημερίες η τα ηλιοστάσια.

1.2. Το σεληνιακό έτος
Η επιλογή της 12μερούς διαίρεσης του ηλιακού έτους είχε ως σκοπό την προσαρμογή του ημερολογίου στην αρχαία μέτρηση του χρόνου σύμφωνα με τον κύκλο της σελήνης. Ο μήνας (μην = σελήνη) αρχίζει με την εμφάνιση της νέας σελήνης (γι αυτό και η ημερολογιακή ημέρα, π.χ. στην Αθήνα, υπολογίζεται από εσπέρας σε εσπέρα) και κρατά όσο αυτή (30, για την ακρίβεια 29.26-29.80 ημέρες). Σε τούτο βασίζεται η θεωρητική (λέμε δε θεωρητική γιατί η ημέρα της νέας σελήνης διαφέρει ανάλογα με την εποχή, το γεωγραφικό μήκος και πλάτος) αντιστοιχία ανάμεσα στους μήνες των ελληνικών πόλεων (π.χ. Πλουτ. Νικίας 28: Καρνείου μηνός, όν Αθηναίοι Μεταγειτνιώνα προσαγορεύουσι). Αντίστοιχα, οι υποδιαιρέσεις του μήνα ακολουθούν τις φάσεις της σελήνης, τα στάδια εμφάνισης και εξαφάνισής της: οι πρώτες 1O ημέρες αναφέρονται στην αύξηση της σελήνης, π.χ. δευτέρα του δείνα μηνός ισταμένου, οι 10 τελευταίες στη μείωσή της (του μηνός φθίνοντος).
Ο μήν αποτελεί την αρχαιότερη και κύρια υποδιαίρεση του χρόνου: για τους Έλληνες η πρώτη του έτους δεν έχει καμία ιδιαίτερη σημασία, ενώ αντίθετα εορτάζεται η ημέρα της νέας σελήνης (η νουμηνία). Η σελήνη προσδιορίζει το Θρησκευτικό Έτος (ημερολόγιο). Σε κάθε θεό είναι αφιερωμένη μία συγκεκριμένη ημέρα του μηνός, π.χ. η 7η είναι η ημέρα του Απόλλωνος, η 2η ή 12η σε ορισμένους μήνες, του Διονύσου, η 3η, η 15η, η 28η της Αθηνάς. Αντίστοιχα, οι μεγάλες εορτές που αναφέρονται άμεσα στα στάδια της γεωργικής παραγωγής, και στις οποίες γίνονται οι ανανεώσεις συνθηκών, οι αποδόσεις λογαριασμών και οι εκλογές των αρχόντων, εορτάζονται αμετακινήτα σε συγκεκριμένους μήνες, στους οποίους συνήθως δίνουν το όνομά τους. Η
πρώτη δυσκολία στην εφαρμογή ενός ημερολογίου που βασίζεται στην παρατήρηση της σελήνης έγκειται στη διαφορά των ημερών από μία ημέρα το Μάρτιο έως τρεις το Σεπτέμβριο – που μεσολαβούν ανάμεσα στη σύμπτωση (σύνοδο) σελήνης και ηλίου και την εμφάνιση της νέας σελήνης. Τούτο οδήγησε αναγκαστικά στην ουσιαστική αντικατάσταση στην Ελλάδα της κατά σελήνην νουμηνίας από μία συμβατική πρωτομηνιά ανά 29 και 3O ημέρες, που είναι πλέον ουσιαστικά ανεξάρτητη από τις φάσεις της σελήνης, και στην αντίστοιχη διαίρεση του έτους σε 6 κοίλους και 6 πλήρεις μήνες.
Το κυρίως πρόβλημα προκύπτει όμως από την ασυμφωνία του σεληνιακού έτους με το ηλιακό, το οποίο ακολουθεί τις πραγματικές εποχές.
Πράγματι, η διαίρεση του έτους των 365 1/ 4 ημερών σε [2 μήνες των 3O ημερών αφήνει ένα περίσσευμα 11 ημερών. Η ανάγκη διατή ρησης του συγχρονισμού των εορτών με τις αντίστοιχες εποχές (του Θρησκευτικού με το ηλιακό ημερολόγιο) υποχρέωσε συνεπώς τους Έλληνες (oi Αιγύπτιοι, όπως και οι Ρωμαίοι των ιστορικών χρόνων, αγνοούν τον σεληνιακό μήνα) σε συνεχή κατά διαστήματα διόρθωση του ημερολογίου, με την προσθήκη κατά περιόδους εμβολίμων ημερών ή μηνών. Η πιο φυσική αντιμετωπιση (όπως αυτή του μακεδονικού ημερολογίου) συνίστατο στην
προσθήκη σε κάθε δεύτερο έτος ενός εμβόλιμου μήνα, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα μία διαφορά 6 1/2 ημερών Κάθε διετία. Το αρχαιότερο σύστημα που χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες για την περιοδική διόρθωση της διαφοράς αυτής ήταν η οκταετηρίς, μία περίοδος 8 ετών, στην οποία το 3o, 50 και 8o έτος είχαν ανά έναν εμβόλιμο μήνα, έτσι ώστε η διαφορά να περιορίζεται πλέον σε 3 μόνον ημέρες μέσα σε 16 χρόνια. Το σύστημα τελειοποιήθηκε το
-432 από τον αστρονόμο Μέτωνα, τον οποίο για το λόγο αυτό γελοιοποιεί ο Αριστοφάνης στους Όρνιθες (στ. 995), με τη δημιουργία ενός 19ετούς κύκλου με 7 εμβόλιμους μήνες σε κανονικά διαστήματα. Τούτο δεν σημαίνει τη γενική αποδοχή (η οκταετήρίδα διατηρείται ακόμη τον -3ο αι. σε ορισμένες πόλεις) η ακριβή τήρηση (για την Αθήνα βλ. W.B. Dinsmoor, The Archons of Athens in the Hellenistic Age, Cambridge, Mass. 1931, 297-440, B.D. Meritt, Hesperia 37, 1968, 235 κε. και Hespcria 38, 1969, 107- 113) του μετωνικού Κύκλου. Oι άρχοντες που είχαν το καθήκον του συντονισμού του θρησκευτικού με το πολιτικό ημερολόγια, όπως είναι στην Αθήνα ο επώνυμος άρχων, διατήρησαν την ευχέρεια προσθήκης εμβολίμων ημερών και μηνών η και περικοπής των ημερών Κάθε φορά που το έκριναν σκόπιμο, ακόμη και αλλαγής της σειράς των μηνών. Αποτέλεσμα υπήρξε η αδυναμία καθορισμού σταθερών (προβλεψίμων) προθεσμιών -τούτο φαίνεται π.χ. στη διατύπωση των δρων των συμβολαίων- και κυρίως η σύγχυση ως προς την ημερολογιακή αντιστοιχία όχι μόνο των μηνών αλλά ακόμη και των ημερών των διαφόρων πόλεων.
Τα τοπικά ημερολόγια (έναρξη έτους και ονόματα μηνών), όπως π.χ. και oi διαφορές στα μέτρα και τα σταθμά, ήσαν τόσο στενά συνυφασμένα με την έννοια της αυτονομίας της ελληνικής πόλης, ώστε στον μεγαλύτερό τους αριθμό να διατηρηθούν ακόμη και μετά από τη (σταδιακή από το -45. κε.) προσαρμογή στο ηλιακό ιουλιανό ημερολόγιο (βλ. πίνακα στο τέλος του κειμένου) δεν είναι δε λίγες οι επιγραφικά έως τον 3o αι. μαρτυρούμενες περιπτώσεις της παράλληλης αναφοράς των πηγών στο ιουλιανό καί στο αρχαίο, ηλιακό και σεληνιακό, έτος.

1.3. Το αττικό ημερολόγιο
Το αττικό Θρησκευτικό έτος (βλ. J.D. Mikalson, The Sacred and Civil Calendar of the Athenian Year, Princeton 1975) αρχίζει την ημέρα της νέας σελήνης μετά το θερινό ηλιοστάσιο, επίσημα τη Νέα Νουμηνία (1η) του Εκατομβαιώνος, και έχει 12 μήνες, που ονομάζονται σύμφωνα με τις μεγάλες εορτές του μηνός ως εξής

1. Εκατομβαιών (ο οποίος αντιστοιχεί περίπου με τον Ιούλιο)

2. Μεταγειτνιών

3. Βοηδρομιών

4. Πυανεψιών

5. Μαιμακτηριών

6. Ποσιδεών και ο εμβόλιμος Ποσιδεών β΄

7. Γαμηλιών

8. Ανθεστηριών

9. Ελαφηβολιών

1O. Μουνιχιών

11. Θαργηλιών

12. Σκιροφοριών.

Το αυστηρά σεληνιακό (κατά Θεόν) ημερολόγιο είχε, ωστόσο, μικρή λατρευτική πρακτική και εφαρμογή στήν κλασική Αθήνα. Όλες oι εορτές ακολουθούν το κατ᾿ άρχοντα ονομαζόμενο ημερολόγιο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε,χαρακτηρίζεται από τη συνεχή προσπάθεια συμβιβασμού (μέ συνεχείς μετατοπίσεις των ημερών και προσθήκες εμβολίμων) του σεληνιακού με το ηλιακό έτος. Οι μήνες έχουν εναλλάξ 29 και 30 ημέρες. Η αρίθμηση των ημερών γίνεται σε τρείς διαδοχικές ομάδες, που ονομάζονται σύμφωνα με τις φάσεις της σελήνης η πρώτη ημέρα του μηνός είναι η νουμηνία, η τελευταία ονομάζεται ένη καί νέα. Η πρώτη δεκάδα (2α-10η) αναφέρεται στην αύξηση του μήνα
(δευτέρα, τρίτη κλπ. ισταμένου), oι ημέρες της δεύτερης δεκάδας προστίθενται στις προηγούμενες δέκα (ενδεκάτη, δωδεκάτη, τρίτη μεσούντος ή επί δέκα κλπ.), η τρίτη δεκάδα περιλαμβάνει το φθίνον τμήμα τού μήνα ή – από το τέλος του -4ου αι. οι ημέρες αυτές απλώς προστίθενται στις είκοσι προηγούμενες, και στις δύο όμως περιπτώσεις η μέτρηση γίνεται αφαιρετικά από το τέλος: δηλαδή δεκάτη φθίνοντος ή δεκάτη υστέρα, ενάτη φθίνοντος κλπ. η δεκάτη προτέρα ή υστέρα, ενάτη μετ᾿ εικάδας, ογδόη μετ᾿ εικάδας κλπ.

Η ΑΤΤΙΚΗ ΜΕΤΡΗΣΙΣ ΤΩΝ ΕΤΩΝ : Εισαγωγή στα αττικά ημερολόγια

Οι πρόγονοι Αθηναίοι χρησιμοποιούν τρία (3) πρωτογενή και ξεχωριστά και, για μια περίοδο, εντελώς ανεξάρτητα ημερολόγια για να υπολογίσουν τα έτη, τα οποία εμφανίστηκαν πριν ακόμα από την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου (-432):

α’. Το Πολιτειακό ημερολόγιο: Ένα σεληνιακό έτος που αποτελείται από δώδεκα ή δεκατρείς σεληνιακές περιστροφές (ή σεληνιακούς κύκλους) που ορίζονται από το όνομα του «άρχων επώνυμος». Οι πρόγονοι Αθηναίοι χρησιμοποιούν αυτό το ημερολόγιο για να ρυθμίσουν τον μηνιαίο και ετήσιο εορτασμό των εορτών τους, καθώς και όλες τις «δυσοίωνες» ημέρες.

β’. Το ημερολόγιο των Πρυτανείων: Ένα σχεδόν ηλιακό έτος που αποτελείται από δέκα εναλλασόμενες «φυλαί πρυτανεύουσαι», από την Βουλή των πεντακοσίων, που ορίζεται από τον «πρώτο γραμματεύς της Βουλής». Οι Αθηναίοι πρόγονοι χρησιμοποιούν αυτό το ημερολόγιο για να καταγράψουν τις υποθέσεις της πόλης (κυρίως οικονομικά).

γ’. ) Η «Εννεακαιδεκατηρίς (κύκλος 19 ετών) ή αλλιώς το Μετωνικό ημερολόγιο: Μια επαναλαμβανόμενη περίοδος 19 ηλιακών ετών, που ισούται με 235 σεληνιακούς μήνες, και, μόλις στρογγυλοποιηθεί (κλείσει ο κύκλος), και τα δύο μετρούν ανεξάρτητα 6.940 ημέρες.

Και τα τρία ημερολόγια καταμετρούν (ουσιαστικά) από το μέσον του θέρους (θέρους) έως το επόμενο μέσον του θέρους, , έτσι οι κλασικιστές και οι ιστορικοί ορίζουν ισοδύναμα τα Ιουλιανά έτη χρησιμοποιώντας την κάθετο: -454/3 ή -430/29.

Το Πολιτειακό Έτος ξεκινά με την 1η Νέα Σελήνη (δηλαδή, πρώτη εμφάνιση μιας ορατής ημισελήνου, του αύξοντος μηνίσκου) μετά την θερινή τροπή του ηλίου – ωστόσο, αυτός ο υπολογισμός υπολείπεται, και έτσι παρασύρει τον αριθμό ημερών και των διαδοχικών ηλιακών ετών του Τροπικού.

Το έτος των Πρυτανείων ξεκινά περίπου μια δεκάδα μετά την θερινή τροπή του ηλίου.

Το Μετωνικό έτος βασίζεται αποκλειστικά σε μαθηματικούς υπολογισμούς, ξεκινά στην δύση του ηλίου πριν από την θερινή τροπή του ήλιου του -432 ενώ (πιθανώς) άρχεται με την 1η Σύζευξη της Νέας Σελήνης που ακολουθεί.

Οι ακριβείς σχέσεις μεταξύ των τριών ημερολογίων παραμένουν κάπως ασαφείς μέχρι τουλάχιστον το -407/6, όταν οι πρόγονοι Αθηναίοι ρύθμισαν δύο από τα τρία ημερολόγια (Πολιτειακό και Πρυτανείων), δηλαδή ξεκινούσαν την ίδια ημέρα. Ακόμα και τότε, οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ αυτών των δύο ημερολογίων μέσα σε ένα συγκεκριμένο έτος διατηρούν αβεβαιότητες ανάλογα με, για παράδειγμα, εάν οι πρόγονοι Αθηναίοι χρησιμοποίησαν κάθε μέτρηση ταυτόχρονα ή πραγματικά σε συνδυασμό μεταξύ τους (ειλικρινά, αυτό παραμένει κάπως ασαφές).

Το Μετωνικό ημερολόγιο φαίνεται όντως να ξεχωρίζει από τα άλλα δύο από την αρχή του (και αυτή η ανεξαρτησία κάποτε στάθηκε σημείο μείζονος σύγχυσης). Τα επιγραφικά στοιχεία, από την άλλη πλευρά, δείχνουν ότι οι πρόγονοι Αθηναίοι τελικά θεωρούσαν τα ημερολόγια των Πρυτανείων και τα Πολιτειακά ημερολόγια ως ένα είδος «μοναδικού υπολογισμού» κατά την καταγραφή γεγονότων.

Κατά συνέπεια, η ανασύσταση ισοδύναμων ημερομηνιών μεταξύ των δύο τελευταίων και η κατασκευή ενός σχήματος ημερολογίου απαιτεί (χωρίς άμεση μαρτυρία) χρονολόγηση δύο ή περισσότερων συμβάντων που καταγράφονται από ένα ημερολόγιο και στη συνέχεια, στις περισσότερες περιπτώσεις, υπολογισμό ευθυγραμμίσεων με βάση τον αριθμό των ημερών μεταξύ αυτών των συμβάντων. Τέτοιες ευθυγραμμίσεις μεταξύ των πολιτειακών και πρυτανικών ημερολογίων δημιούργησαν τις ημερολογιακές εξισώσεις.

Για παράδειγμα, έχουμε μια (πρακτικά) αναμφισβήτητη εξίσωση ημερολογίου· ο Αριστοτέλης σημείωσε ότι η Πρυτανεία I.1 (πρυτανείων) ισούται με την 14η Σκιροφοριώνος μηνός κατά τη διάρκεια της θητείας του Άρχοντος Καλλία (πολιτειακό), έτσι Πρυτ. I.1 = Σκιρ. 14η (-412/11 ) .

Επιπλέον, οι μελετητές μπορούν να αποδώσουν τις αντίστοιχες ημερομηνίες, ή ένα πιθανό εύρος ημερομηνιών, από το Αθηναϊκό Πολιτειακό Ημερολόγιο έως το Ιουλιανό Ημερολόγιο χρησιμοποιώντας ένα γνωστό (και υπολογίσιμο) ουράνιο γεγονός.

Για παράδειγμα, ο σχολιαστής στις Νεφέλες του Αριστοφάνη 584 σημειώνει ότι η σεληνιακή έκλειψη που αναφέρεται στην κωμωδία συνέβη στον αττικό πολιτειακό μήνα Βοηδρομιώνα κατά τη διάρκεια της θητείας του Άρχοντος Στρατοκλέους.

Αυτή η Σεληνιακή Έκλειψη έλαβε χώρα στις 9 Οκτωβρίου του – 425, υψώθηκε πάνω από τον Γεωμετρικό Ορίζοντα σε ± 17. 44. 30. Κατά συνέπεια, αφού η έκλειψη έλαβε χώρα 14 ημέρες μετά τον 1ο ορατό μηνίσκο, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ήταν η 1η Βοηδρομιώνος επί Στρατοκλέους = 26 Σεπτεμβρίου -425 έτος.

Δυστυχώς, δεν υπάρχουν τέτοιες άμεσες αποδόσεις από το ημερολόγιο των Πρυτανείων στο ημερολόγιο του Ιουλιανού, επειδή το Πολιτειακό ημερολόγιο παρέμεινε λειτουργικά γραφειοκρατικό και, πιθανώς, εκτός από την θερινή τροπή, χωρίς άλλες αστρονομικές παρατηρήσεις.

Πρέπει λοιπόν να υπολογίσουμε πρώτα τις ευθυγραμμίσεις μεταξύ συγκεκριμένων πρυτανικών και πολιτειακών ημερομηνιών και στη συνέχεια να τις χρησιμοποιήσουμε για να τις αποδώσουμε σε πιθανές ημερομηνίες του Ιουλιανού ημερολογίου. Με άλλα λόγια, η διαδικασία παραμένει η ίδια αλλά με ένα πρόσθετο (και μάλλον λίγο περίπλοκο) βήμα.

Το ΜετωνικόΗμερολόγιο, στάθηκε «αυτόνομο». Είχε απλώς δύο αρχικές ουράνιες αναφορές· την θερινή τροπή η οποία συνέβη κατά τη διάρκεια της Αρχοντίας του Αψευδούς (28 Ιουνίου -432), και στη συνέχεια ξεκίνησε με την πρώτη Σύνοδο της Νέας Σελήνης, η οποία συνέβη στις 15 Ιουλίου -432. Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει κάποια μικρή σύγχυση, επειδή ο Μέτων επέλεξε να χρησιμοποιήσει την ονοματολογία του Αττικού Πολιτειακού Μήνα, όταν δημιούργησε τον 19χρονο κύκλο του. Οι μήνες του, ωστόσο, δεν ευθυγραμμίστηκαν ακριβώς με τους συνακόλουθους Αττικούς Πολιτειακούς Μήνες (π.χ. όταν ξεκίνησε η 1η του Εκατομβαιώνος στο Μετωνικό τότε ισούταν με την 28η του Σκιροφοριώνος στο Πολιτειακό ημερολόγιο.

Τα μη τεκμηριωμένα στοιχεία που δείχνουν είτε το Πολιτειακό είτε το Μετωνικό ημερολόγιο δεν αποδεικνύονται πάντα σαφή. Η αφάνεια καθίσταται ιδιαίτερα προβληματική όταν λαμβάνεται υπόψη η παρεμβολή, η οποία συμβαίνει και στα δύο ημερολόγια. Επομένως, θα εξετάσουμε το ημερολόγιο του Μέτωνος τελευταίο.

Πρώτον, θα αναλύσουμε τα δύο κύρια ημερολόγια των προγόνων Αθηναίων με περισσότερες λεπτομέρειες και στη συνέχεια θα περιγράψουμε τις πολυπλοκότητες και τις δυσκολίες που είχε το καθένα. Στη συνέχεια, μετά την αναθεώρηση του Μετωνικού ημερολογίου, θα προτείνω τη μεθοδολογία και τις διαδικασίες που απαιτούνται για να ξεκλειδώσω τα συνεχιζόμενα προβλήματα που εξακολουθούν να προκαλούν τόσο τα Αρχαία Αττικά Πολιτειακά όσο και τα ημερολόγια των Πρυτανειών, καθώς και να περιγράψω πώς αλληλεπιδρούν τα δύο.

Όπως θα δούμε, τόσο οι καθηγητές Meritt όσο και ο Pritchett προσπάθησαν να καθορίσουν την κανονικότητά τους με εσκεμμένα ακανόνιστους υπολογισμούς χρόνου – σαν να επιδιώκουν σταθερότητα σε έναν μεταβαλλόμενο αμμόλοφο.

Η λύση, λοιπόν, δεν στηρίζεται στην προσπάθεια να καταλάβουμε γιατί οι Αθηναίοι μπορούσαν να αλλάζουν ή να παρεκκλίνουν από τα ημερολόγιά τους, ούτε προκύπτει χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε τέτοια απόκλιση για να δημιουργήσουμε κάποιον γενικό κανόνα ή ένα σύνολο κανόνων.

Η λύση έγκειται μάλλον στο πώς οι Αθηναίοι είχαν πάντα τη δυνατότητα να αναιρέσουν αυτές τις αποκλίσεις και γνώριζαν την κατάλληλη διαδικασία για να τις διορθώσουν.

Τούτου λεχθέντος, οποιοσδήποτε σπουδαστής της αττικής μέτρησης των ετών και των Αθηναϊκών ημερολογίων, που επιθυμεί να αποκαλύψει πιθανές ισοδύναμες Ιουλιανές ημερομηνίες, πρέπει πρώτα να κατανοήσει τη βασική σχέση μεταξύ των Πολιτειακών και ημερολογίων των Πρυτανείων , καθώς και τη μεθοδολογία που απαιτείται για την απόδοση μιας αποδεκτής ημερολογιακής Εξίσωσης .