Η Εορτή του Αλωνισμού στην Αθήνα – τα Σκίρα

στις

Εισαγωγή

Στην Αθήνα και τους αττικούς δήμους, η τελευταία στη σειρά των εορτών της Δήμητρας που η κάθε μία αφορά  ένα στάδιο του κύκλου των σιτηρών είναι τα Σκίρα, που λαμβάνει την ονομασία της  από τη νέα σοδειά των καρπών της κριθής και του σίτου. Αφού καθαρθούν τα αλώνια αρχίζει το αλώνισμα των καρπών που έκανε «λευκό» τον νέο καρπό.

Η πολιτειακή εορτή της Αθήνας, τα Σκιροφόρια μαζί με τα Μαλοφόρια των Μεγάρων, είναι φημισμένες για τις πομπές που σηματοδοτούνται από τη μεταφορά των σιτηρών, ως προσφορές.  

Στην Αθήνα και σε άλλες Ιωνικές πόλεις τελείται η εορτή του καθαρμού (Πλυντήρια-Καλλυντήρια) στις αρχές του θέρους σύμφωνα με το ιερό Έτος και το κλίμα των Αθηναίων, λίγο πριν το αλώνισμα της κριθής και του σίτου. Η εορτή του αλωνίσματος της Αθήνας, τα Σκίρα,  φαίνεται να είναι η μοναδική που συνδέει τη θεά Δήμητρα και την θεά Αθηνά, στην ανάδειξη ενός αξιοσημείωτου ήρωα, του Ερεχθέως. Η εορτή είναι παραμελημένη ή παρεξηγημένη από την σύγχρονη έρευνα.

Τα σκίρα (ουδέτερο πληθ.) των ονομάτων των εορτών, είναι στην πραγματικότητα τα «λευκά», οι αλεσμένοι κόκκοι της κριθής. Το ίδιο το όνομα Σκιροφόρια δείχνει ότι οι πομπείς  επέστρεφαν στην Ακρόπολη φέρνοντας αλωνισμένα τα σιτηρά, τα σκίρα, από το Σκίρον·  αναμφίβολα αλέθονται  από τις μικρές δεκάχρονες ιέρειες στην υπηρεσία της θεάς Αθηνάς που ονομάζονταν αλετρίδες (αλετρίς) (Αρ. Λυσ. 644).

 Οι συνηθισμένες λέξεις σκίρος, σκιρός, σκιρόομαι, σκιραίνω, σκιρώδης, μεταφέρουν ως επί το πλείστον την έννοια «σκληρό», το οποίο αναμφίβολα λαμβάνεται στο σκιρ– κατ’ αναλογία. Η λέξη σκίρος, ωστόσο, αναφέρεται επίσης σε ένα από τα δύο, γη κιμωλίας ή γύψος·  Οι λέξεις σκίρρα και σκίρρος  έτσι ορίζονται στο λεξικό Σούδα. Αυτό το πιο σπάνιο νόημα είναι πιθανό να είναι και το αρχικό·  η σκληρότητα προτείνεται από την κιμωλία ή τον γύψο, αλλά όχι το αντίστροφο. Το σπανιότερο νόημα ήταν πάντα εκεί· οι σχολιαστές που τείνουν να επινοούν εξηγήσεις για τα Σκιροφόρια μιλούν για ένα λευκό σκιάδειο ή ένα άγαλμα από γύψο. «Ο ιερέας του Ερεχθέως φέρει ένα λευκό σκιάδειο, που ονομάζεται σκίρον» (σχολ. Aρ. Εκκλ. 18). Άλλες πηγές το κάνουν απλώς σκιάδειο. Ο Θησεύς «κρατούσε ψηλά μια Αθηνά (παλλάδιο) που έφτιαξε από γύψο» (σχολ. Παυς. Α.1.4).

Το λιχνισμένο κριθάρι ή σιτάρι οι πρόγονοι το ονόμαζαν και «σκίρον» δηλαδή  «κιμωλία», έτσι ώστε να το «μεταφέρουν» στην ύπαρξη.  Ο άνεμος της εποχής  αυτής που ονομάζεται  Σκίρων στην Αττική είναι γενικά γνωστός ως Αργέστης  δηλαδή «Λευκαντικός», αναμφίβολα για την επίδρασή του στο λίχνισμα της κριθής και του σίτου.  Αλλά η αττική ονομασία πρέπει να είναι δευτερεύουσα, με βάση την τελετουργική χρήση των λέξεων από σκιρ-.

Η μεταφορά του σκιαδίου ίσως να είναι αληθής, αφού είναι ο ήλιος αυτής της εποχής είναι δυνατός (τέλος του θέρους-Ιούνιος –Ιούλιος συγχ.), αλλά ο ισχυρισμός των μεταγενέστερων και  βυζαντινών σχολιαστών ότι σκίρον σημαίνει σκιάδιον και ότι τα Σκιροφόρια είναι μια εορτή που φέρουν σκιάδια είναι για γέλια, είναι απλές εικασίες βυζαντινών σχολιαστών ή μεταγενέστερων λεξικογράφων  και πρέπει να απορριφθούν. Από την ψευδή ετυμολογία προέκυψε τότε ο περαιτέρω ισχυρισμός ότι η εορτή Σκίρα του Σκιροφοριώνος τελείται για την οικοδόμηση οικιών (Αρποκρ. λήμ.).

Σε αυτό το μελέτημα θα πρέπει να κατανοήσουμε την πραγματική ιερουργία και σημασία της εορτής Σκίρα αλλά και  την ανάγκη του αγρότη για ορισμένες καιρικές συνθήκες της εποχής της εορτής, γιατί πάνω σε αυτές βασίζεται το αίτιον της εορτής και της ιστορίας του Ερεχθέως

Στο Αλώνι

Ο εποχικός κύκλος των εορτών της Δήμητρος ξεκινά με το όργωμα και την σπορά εννέα μήνες πριν, και συνεχίζει με τη βλάστηση, την άνθηση, το καλάμωμα, την ωρίμανση του κόκκου, το ξεστάχυασμα, τον θερισμό, μέχρι το αλώνισμα. Στην Αθήνα και στους αγρούς της Αττικής, οι ονομασίες είναι Θεσμοφόρια (με τα Προηρόσια στη συνέχεια), τα Χλοαία, τα Άνθεια, τα Καλαμαία, και τα Σκίρα. Το πρώτο και το τελευταίο της σειράς, τα Θεσμοφόρια και τα Σκίρα, είναι μακράν τα πιο σημαντικά, γιατί οι επακόλουθες εργασίες είναι δύσκολες και παρατεταμένες και εξαρτώμενες από τις καιρικές συνθήκες.  Το αλώνισμα και το λίχνισμα απαιτούν ηλιόλουστους ουρανούς και το λίχνισμα  επιπλέον απαιτεί έναν σταθερό άνεμο.

Ο ήλιος ωριμάζει την θερισμένη κριθή και το θερισμένο σιτάρι· οποιαδήποτε δυνατή βροχή αυτό το διάστημα θα τα καταστρέψει. Ο ιερεύς του Ήλιου, πηγαίνει με πομπή από την Ακρόπολη στον τόπο Σκίρον, μαζί με την ιέρεια της Αθηνάς και τον ιερέα του Ποσειδώνος (Λυσιμαχίδης, FGrHist366F3). Η πραγματική λατρεία της Ακροπόλεως δεν είναι του Ήλιου, το οποίο είναι ένα απλώς λογοτεχνικό όνομα, αλλά είναι του Διός Υπάτου, του οποίου ο βωμός βρίσκεται ακριβώς μπροστά από το ιερό του Ερεχθέως (βλέπε Παυσανία Α.26.2). Το επίθετο δηλώνει τη θέση του ήλιου στον φωτεινό ουρανό· το όνομα «Υπερίων» είναι η ισοδύναμη μορφή αυτής της θέσης του ηλίου αυτή την εποχή.  Στον Παυσανία  ο Δίας  Ύπατος δέχεται την ιδίου είδους νηφάλια προσφορά με  άρτους  όπως δέχεται ο Ήλιος σε άλλες πηγές. Η λατρεία της Αθήνας για τον Δία Ύπατο είναι αρκετά ξεχωριστή μετεφέρθη  στην Ελέα, η οποία έχει επίσης και λατρεία του Ζέφυρου, μιας συγγενικής θεότητας της εορτής Σκίρας – Ζηνός Υπάτου Αθηναίου.

Ο αγρότης λιχνιστής, παλαιά οι γυναίκες,  πρέπει να πετά ψιλά τον αλωνισμένο κόκκο με έναν σταθερό άνεμο, παράγοντας χωριστούς σωρούς από πυρήνες και ήρα. Αυτή την εποχή ο άνεμος πρέπει να είναι μόνο ο  δυτικός (ή βορειοδυτικός) άνεμος.  Το αρχαίο παράπηγμα του αγρότη του λέει να βασιστεί στον Ζέφυρο, και να πάρει θέση για να τοποθετήσει ανάλογα το αλώνι του.

Ένα λογοτεχνικό επίγραμμα καταγράφει έναν ομολογουμένως ναό που κτίστηκε για τον Ζέφυρο μετά από ένα εύκαρπο λίκνισμα (Βιργ. Γεωργ. 3. 134, Βακχυλ. Ελλ. Ανθ. 20.5).  Κάπου γύρω από τον τόπο Σκίρον,  δίπλα στο ιερό αρκετών θεοτήτων των Σκίρων, της Δήμητρας, της Αθηνάς και του Ποσειδώνος, ο Παυσανίας είδε και έναν βωμό του Ζέφυρου (Α.37.2)

Ο δυτικός άνεμος προμηθεύει την ονοματολογία της εορτής. Από τον ρόλο του στο λίχνισμα ονομάζεται Αργέστης ή με ένα όνομα που είναι χαρακτηριστικό της Αθήνας και της Αττικής, Σκίρων. Το όνομα Αργέστης είναι ένα ουσιαστικό που σημαίνει «Λευκαντικός» από τη λέξη «άργος»  ή μάλλον από τη συγγενική μορφή «άργης» (πρβ. εναργής). Το όνομα έγινε αργότερα κατανοητό ως «φωτεινός» ή «δροσιστικός», αλλά η αρχική έννοια είναι πιο πρακτική· είναι η επίδραση του ανέμου στο λίχνισμα.  «Λευκά» είναι το τυπικό επίθετο τόσο για τους κόκκους της κριθής όσο και για το κριθάρι, ευρυφανές κρί λευκόν, άλφιτα λευκά· η κριθή γίνεται «λευκή» καθώς πατιέται  στο αλώνι ― τριβέμεναι κρῖ λευκὸν ἐϋκτιμένῃ ἐν ἀλωῇ, (Ιλιάς Υ.496). Σε μια άλλη παρομοίωση του Ομήρου είναι ο σωρός της ήρας που «λευκαίνει» καθώς μεγαλώνει ―ὡς δ’ ἄνεμος ἄχνας φορέει ἱερὰς κατ’ ἀλωὰς
ἀνδρῶν λικμώντων, ὅτε τε ξανθὴ Δημήτηρ
κρίνῃ ἐπειγομένων ἀνέμων καρπόν τε καὶ ἄχνας,
αἳ δ’ ὑπολευκαίνονται ἀχυρμιαί·
(Ιλιάς Ε.500)., οπότε ο άνεμος είναι «λευκαντικός» με διπλή έννοια, λευκαίνει και τα δύο, και τα σιτηρά και την ήρα. Στην Αθήνα ο ίδιος άνεμος ονομάζεται Σκίρων, όπως και στον Πύργο των Ανέμων. Ο «Λευκαντικός» λοιπόν,  είναι ένα άλλο ενεργό ουσιαστικό  σαν το Αργέστης. Ο αλωνισμένος κόκκος είναι τα σκίρα, τα «λευκά (τα αντικείμενα της πομπής).»

Στον τόπο Σκίρον

Το κομμάτι του εδάφους που προορίζεται για ένα τελετουργικό αλώνισμα είναι το Σκίρον, το «Λευκό (ο τόπος)».  Τέτοια ευοίωνα ονόματα έχουν μια αθροιστική δύναμη να παράγουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Η ώρα που φυσάει δυτικός άνεμος σηματοδοτείται από την πρωινή ανατολή των Υάδων, φέτος την έκτη ισταμένου του Σκιροφοριώνος δηλαδή περί της 5ης του Ιουνίου.  Οι Υάδες όπως και οι γειτονικές Πλειάδες και ο Ωρίων παρατηρήθηκαν από τους  πρόγονους από την πανάρχαια αρχέγονη εποχή (βλέπε Ομήρου Ιλιάς Σ.486, Ησίοδος, Έργα και Ημέρες 615), και αποκαλούνταν με τα ονόματα τόσων πολλών κορών ή νυμφών (θρ. 291 Ησίοδου, περί Αστρονομίας κ.τ.λ).  Σε μια ιστορία, πενθούν τον αδελφό τους Ύαντα σε μια άλλη είναι οι τροφοί του Διονύσου. Η αθηναϊκή ιστορία είναι και πάλι διαφορετική· εδώ οι Υάδες  είναι οι κόρες του βασιλέως Ερεχθέως.

Ερεχθεύς

Η ιστορία παρουσιάζεται στον Ερεχθέα του Ευριπίδη, κοντά στο τέλος της ομιλίας της από μηχανής θεάς Αθηνάς (θρ. 65 γραμμές 107-8). Όσο η μνεία της ιστορίας του Ερεχθέως του Ευριπίδη ήταν γνωστή μόνο από έναν σχολιαστή του Αράτου σε εμάς· ήταν φυσικό να υποθέσουμε ότι ο Ευριπίδης επινόησε την ιστορία. Τώρα που το κείμενο σε πάπυρο έχει έρθει στο φως, μπορούμε να δούμε ότι ο καταστερισμός αναφέρεται μόνο στη μετάβαση, ως παραδοσιακό στοιχείο το οποίο ο Ευριπίδης δεν χρησιμοποίησε αλλά μπορούσε  και δεν παραλείψε ακριβώς.  Υπήρχαν και άλλες εκδοχές πριν και μετά τον Ευριπίδη. Οι Υάδες ως αστερισμός έχουν μόνο ένα φωτεινό αστέρι στη μέση τους, τον Aldebaran (Λαμπαδίας ή οφθαλμός του ταύρου) έτσι ώστε ο συνολικός αριθμός που υπολόγισαν οι παρατηρητές διέφερε από δύο έως και επτά. Ο αριθμός των θυγατέρων του Ερεχθέως διέφερε, ως τώρα οι πηγές μας δείχνουν από τρεις έως έξι (ο Ευριπίδης κατέγραψε τρεις). Μπορούμε να υποθέσουμε ότι κατά κανόνα η κόρη που προσέφερε τον εαυτό της ως θυσία ήταν η πιο λαμπρή (ο Λαμπαδίας) και εκείνες που αυτοκτόνησαν (αυτοθυσιάστηκαν) από συμπάθεια ήταν τα σκοτεινά άστρα .

Κατά την διάρκεια πολλών αιώνων, οι Αθηναίοι αγρότες κοιτούσαν τον ουρανό του Σκιροφοριώνος (περί τον Ιούνιο) και μέτρησαν, ή μετρούσαν λειψές , τις κόρες του αλωνιστή ήρωά τους.

Ο ίδιος ο Ερεχθέας, στο όνομα και την ιστορία, χαρακτηρίζει το αλώνισμα. Το όνομα  είναι  ουσιαστικό του ρήματος ερέχθω, μια συχνή μορφή του ερείκω (αλέθω, κοπανίζω «κριθαὶ ἐρηριγμέναι»).

Το ερείκω μπορεί να σημαίνει και «διαχωρίζω» ή «σκίζω» ή «συντρίβω» διάφορα υλικά· αλλά κρίνοντας από τους πολλούς παράγωγους όρους για τα τρόφιμα, η αρχική του σημασία είναι «σκίζω» ή «κοπανίζω» ή «τρίβω», ειδικά τα όσπρια και τα σιτηρά, το κοπάνισμα της κριθής, του σίτου, της σόγιας, των φασολιών της φακής κτ.λ. Αν ερείκω σημαίνει «σκίζω, κάνω ρωγμή» κ.λπ., με ένα μόνο χτύπημα ή προσπάθεια, τότε ερέχθω  σημαίνει «κοπανίζω», «αλωνίζω», με  επαναλαμβανόμενα χτυπήματα.  Και έτσι είναι, αν και το ρήμα επιβιώνει μόνο στην ποίηση και με μεταφορική έννοια, η χρησιμοποιείται για το πλοίο -νῆα θοὴν ἰθύνει ἐρεχθομένην ἀνέμοισι- «χτυπημένο από τους ανέμους» (Ιλιάς Ψ 317) και ο Οδυσσεύς – θυμὸν ἐρέχθων
πόντον – «θραύοντας την καρδιά του με δάκρυα και στεναγμούς και θλίψεις» (Οδύσσεια ε 83,157).

Ερεχθεύς εδώ σημαίνει ο «Αλωνάρης – Αλωνιστής». Η σημασία του χάθηκε από την επιφάνεια  σε πάρα πολύ πρώϊμη εποχή,  πολύ πριν η εορτή Σκίρα πέσει στην αφάνεια. Ο λόγος για αυτό είναι η τεχνική αλλαγή.  Όταν αρχίζει η ιστορία, βρίσκομε τους πρόγονους να χρησιμοποιούν βόδια ή μουλάρια ή άλογα για να καταπατήσουν τα σιτηρά. Καμμιά πιο πρώϊμη πρακτική δεν μνημονευόταν· διότι ο  Καλλίμαχος λέει ότι το καταπάτημα των σιτηρών με τα βόδια το δίδαξε στον Τριπτόλεμο η θεά Δήμητρα (Ύμνος στη Δήμητρα 19-21).

Το προεδρεύον ιερατικό γένος στα Σκίρα είναι οι Βουτάδαι, ο οίκος των βοϊδοβοσκών» δηλαδή, παίρνουν την ονομασία τους από τα βόδια στο αλώνι (ο βους). Πιθανότατα στην πρώιμη σκοτεινή περίοδο αυτή η αθηναϊκή τελετουργία ανατέθηκε στα διάφορα γένη ως ομάδες μιας ειδικής κληρονομιάς. Έτσι το ποδοπάτημα από τα βόδια στα αλώνια προέρχεται από την αρχέγονη προγονική εποχή.

Ωστόσο, αυτός ο παλαιός τρόπος δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Το όνομα και η ιστορία του Ερεχθέως, και το εύρος των ρημάτων –ερείκω, ερέχθω-,  μας δείχνουν ότι το αλώνισμα έγινε κάποτε και χειρονακτικά, με ραβδιά ή παρόμοια. Αυτό φαίνεται ακόμη και από την κανονική λέξη «αλωάω» για το «αλώνισμα», που με τα παράγωγά του δηλώνει το πάτημα κάτω από την οπλή του βοδιού. Αλλά στην ποίηση, και με τον παλιό όρο «πατραλοίας»  «ο πατήρ-κτύπος», σημαίνει «χτυπώ» με το χέρι ή με ένα αντικείμενο χειρός, πατήρ, -τρός + -αλοίας < ἀλοιῶ, επικ. τ. του ἀλοῶ «χτυπώ, μαστιγώνω» < ἀλωή «αλώνι».

Συμπεραίνουμε ότι το να «αλωνίσω» ήταν κάποτε για να «χτυπήσω». Οι προϊστορικοί αλωνάρηδες  που ενέπνευσαν την ιστορία του Ερεχθέως ήταν ένα γένος ανδρών που κρατούσαν ραβδιά ή ένα πιο ιδιαίτερο εργαλείο ή σκεύος.

Το κύρος του Ερεχθέως δεν μειώθηκε.  Τον μνημόνευαν πάντα ως τον μεγαλύτερο βασιλιά και υπερασπιστή της πόλεως της  Αθήνας, η υπεροχή του αντικατοπτρίζει την εορτή του αλωνίσματος. Αυτός ο ήρως είναι αυτογεννημένος από το εύφορο άροτρο, υιοθετήθηκε από την Αθηνά και εγκαταστάθηκε στην Ακρόπολη. Μην ξεχνάμε ότι η θεά Αθηνά σε εκείνη την εποχή  κατέχει και χθόνιες γεωργικές ιερές πτυχές. Είναι η αντίστοιχη «Δήμητρα» των Αθηναίων.  Ως βασιλεύς ο Ερεχθεύς ορμά πάλι στο άροτρο και κάνει μάχη, ένα εικονικό αλώνισμα· παντού στον αρχαίο κόσμο, το αλώνισμα γεννά εικόνες και ιστορίες βίας και σύγκρουσης.  Εχθρός του είναι ο υγρός καιρός που χαλάει την κριθή και το σιτάρι την εποχή λίγο πριν το αλώνισμα, και προσωποποιείται από εχθρούς του Βορρά και από την οργή του Ποσειδώνος.  Ο Ερεχθέας είναι όμως ο νικητής, και η καλλιέργεια είναι και θα παραμείνει ασφαλής. Αλλά αμέσως μετά έρχεται η βροχή και η υγρασία· και ο  Ερεχθέας κεραυνοβολείται.

Τελετουργικός Μύθος

Η ιστορία όπως και η εορτή έχει γενικά παρεξηγηθεί. Θεωρείται ως ένας ακόμη θρύλος, ένα παραδοσιακό παραμύθι που διατηρεί μια ανάμνηση του παρελθόντος – μιας εποχής που η Αθήνα και η Ελευσίνα ήταν χωριστά κράτη και έκαναν πόλεμο μεταξύ τους, είτε αυτό συνέβη στη Μυκηναϊκή περίοδο, είτε στη Σκοτεινή περίοδο ή ακόμα στην Αρχαϊκή,  (η ιστορία μας δίνει επίσης τους εισβολείς βάρβαρους  Θράκες, οι οποίοι είναι πιο δύσκολο να τοποθετηθούν στο παρελθόν της Αθήνας). Αληθεύει ότι η Ελευσίνα, ως μια μεγάλη περιτειχισμένη πόλη κοντά στην Αθήνα, μπορούσε πάντα να αποτελεί απειλή, όπως έγινε το -403 με -401. Αν αποτελούσε μια απειλή σε οποιαδήποτε παλαιότερη στιγμή, και οι πιθανότητες είναι μεγάλες ότι αποτελούσε σοβαρή απειλή, τότε είναι ένα ακόμη πρόσθετο ορόσημο στη ιστορία. Αλλά το ερώτημα είναι μάλλον πώς προήλθε η ιστορία και γιατί απέκτησε τέτοια έννοια. Η απάντηση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί διότι αυτή η ιστορία δεν είναι θρύλος, αλλά ένας τελετουργικός μύθος.

Η ιστορία δεν μας δίνει καμία απολύτως εικόνα για τις σχέσεις της Αθήνας και της Ελευσίνας, όπως σίγουρα θα έκανε ένας θρύλος. Ο ίδιος ο πόλεμος δεν έχει κανένα κίνητρο, κάτι ως φιλονικία μεταξύ των βασιλέων. Η νίκη της Αθήνας δεν έχει καμία συνέπεια· δεν συνεπάγεται την υποταγή της Ελευσίνας, ούτε καν κάποια αλλαγή στη βασιλική γραμμή των οίκων της, ή στη διεξαγωγή των Μυστηρίων, ή σε οποιοδήποτε άλλο θέμα. Στον Ερεχθέα του Ευριπίδη, τα Μυστήρια αναφέρονται στις κλειστές διαθέσεις της Αθηνάς, αλλά μόνο ως μελλοντική εξέλιξη και μετά από αρκετές γενιές (θρ. 65 σειρ. 100-114). Για τον  Θουκυδίδη, ο πόλεμος φανερώνει την πλήρη ανεξαρτησία των αττικών πόλεων την πρώϊμη εποχή πριν από τον Συνοικισμό του Θησέως (2.15.1). Πρέπει να περιμένουμε μέχρι  να γίνει γνωστό στον Παυσανία που λέει ότι  «ο πόλεμος συμπεριλαμβανόταν με αυτούς τους όρους, ότι η Ελευσίνα θα έπρεπε να υπόκειται στην Αθήνα σε όλα εκτός από τη διεξαγωγή των Μυστηρίων (1. 38. 3).

 Αντ’ αυτού, η ιστορία επικεντρώνεται εξ ολοκλήρου στην Αθήνα — στον Ερεχθέα και την Πραξιθέα ως εκπρόσωπους των λατρειών της Ακρόπολης, και στις εκδηλώσεις  στο Σκίρον  ως εκπρόσωπους του τελετουργικού των Σκίρων.

Η γειτονική Ελευσίνα δεν είναι ο μόνος εχθρός. Η Θράκη, εκείνη η μεγάλη βορεινή χώρα, πολλές φορές ο τόπος από τον οποίον προέρχονται οι εισβολείς· σε διαφορετική περίπτωση είναι ο τόπος από το οποίο η Ελευσίνα λαμβάνει αποτελεσματική βοήθεια. Η έμφαση βρίσκεται στα βόρεια, και επίσης στον θεό Ποσειδώνα. Ο Εύμολπος ως εχθρός υπερασπιστής μπορεί να είναι είτε Ελευσίνιος είτε Θρακιώτης· πάντα όμως είναι υιός του Ποσειδώνος, και η μητέρα του όταν μας αποκαλύπτεται το όνομά της  ονομάζεται πάντα «Χιόνη», (δηλ. το χιόνι). Οι σύμμαχοί του, ο Φορβάς και ο Ιμμάραδος, είναι επίσης υιοί του Ποσειδώνος, εκτός αν ο Ιμμάραδος είναι εγγονός, όντας υιός του Εύμολπου. Στον Ερεχθέα του Ευριπίδη κατά πάσα πιθανότατα ο Ποσειδώνας μιλά στον πρόλογο, και βεβαίως λέει  για τη διάσωση του Εύμολπου αμέσως μετά που η μητέρα  του τον πέταξε στη θάλασσα·  το βρέφος στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Αιθιοπία (δηλαδή, στο αντίπερα σημείο, στο ρέμα του Ωκεανού), και ανατέθηκε στην κόρη του Ποσειδώνος την Βενθεσικύμη (το κύμα της βαθιάς θαλάσσης, θρ. 39).  Σε όλα αυτά, ο εχθρός προσωποποιείται στη δύναμη του κρύου και του υγρού.

Ο Εύμολπος, πρέπει να θυμόμαστε, έχει έναν πιο θετικό ρόλο να παίξει στη φθινοπωρινή εορτή της Δήμητρας.  Ως επώνυμος του γένους των Ευμολπιδών και αρχέτυπος ιεροφάντης, είναι ο «γλυκοαοιδός» που άδει μια ιεροτελετουργική  ωδή  για να κάνει την κριθή ή τον σίτο να μεγαλώσει. Από μεσογειακής άποψης, η Θράκη είναι η χώρα του χειμώνος, η πηγή της γονιμοποιητικής βροχής και χιονιού. Στη σπορά, το τελετουργικό που προσωποποιεί ο Εύμολπος καλεί τη βροχή.  Στο αλώνισμα, ωστόσο, υπάρχει μια ίση προσπάθεια για να αποτραπεί η βροχή διότι  η βροχή θα καταστρέψει τη σοδειά. Ο Εύμολπος και η Θράκη είναι εχθροί.

Ο Ερεχθεύς σκοτώνει  τους πολέμαρχους μεμονωμένα – όχι μόνο τον Εύμολπο, αλλά και τον Φόρβα και τον Ιμμάραδο. Όμως αμέσως μετά ο Ποσειδώνας καταστρέφει τον Ερεχθέα με ένα χτύπημα της τρίαινας του, τον «αφανίζει» μέσα στο ρήγμα της γης.  Μια άλλη εκδοχή λέει ότι ο Ερεχθέας χτυπήθηκε από τον κεραυνό του Διός. Στην  πραγματική ζωή των προγόνων μας  ο Ζευς  φέρνει τη βροχή και ο Ποσειδών βγάζει τα ορμητικά νερά από τη γη.

Και στις δύο περιπτώσεις, το υγρό στοιχείο πλέον επικρατεί, αλλά μόνο μετά την επικράτηση της Αθήνας όταν κερδίζει τη νίκη. Άλλος ένας μύθος εμπνευσμένος από την εορτή του αλωνίσματος αλλά στην Αίγινα αυτή τη φορά, έχει την ίδια σημασία. Ο Ηρόδοτος λέει πώς οι Αθηναίοι, στην προσπάθειά τους να μεταφέρουν εκτός τα λατρευτικά αγάλματα  της  Δαμίας και Αυξησίας — τα οποία αντιστάθηκαν πέφτοντας στα γόνατά τους, μια στάση που κράτησαν από τότε — όταν ξαφνικά δέχθηκαν επίθεση από βροντές και σεισμούς δηλ. από την αλλαγή του καιρού και στα δύο, και στον ουρανό και στη γη (5.85.2, 86.4).

Αυτό θα αρκεί για να τοποθετηθούν ο Ερεχθεύς και τα Σκίρα στο αγροτικό λατρευτικό τους πλαίσιο. Θα ήταν επίσης σαφές ότι η εορτή  του αλωνίσματος ήταν κάποτε ανάμεσα στις σημαντικότερες εορτές σε όλο το ιερό Έτος (ημερολόγιο) των αθηναϊκών εορτών. Δεν γνωρίζουμε πώς ο εορτασμός των Σκίρων της Αθήνας σχετιζόταν με τους εορτασμούς και τις εορτές  στην αγροτική εξοχή. Η εορτή είναι αρκετά εμφανής στα ιερά έτη των δήμων (ημερολόγια) και τις τοπικές τελετές που βεβαιώνονται είτε ως συμπληρωματικοί είτε ανεξάρτητοι από αυτούς της πόλεως των Αθηναίων στο ιερό  Σκίρον.

Noel Robertson: Athenas Shrines and Festivals –  Διατριβή του 1996 του καθ. Noel Robertson στο πανεπιστήμιο του Wisconsin – μέρος αυτής περιλαμβάνεται στο βιβλίο Worshipping Athena της καθ. Jenifer Neils. 

Σχολιάστε