Τα Παναθήναια – Η εορτή των Αγώνων των θεών

στις

Στο μεσοκαλόκαιρο, ενάμιση μήνα μετά την εορτή του αλωνισμού, τα Σκίρα, η θεά Αθηνά τιμάται και πάλι με μια εορτή αγώνων, τα Παναθήναια.  Μετά το -566 έτος, τα Παναθήναια είναι η  μεγαλύτερη εορτή της Αθήνας,. Κάθε τέσσερα χρόνια, εορτάζεται σε πανελλήνια κλίμακα, με πρόγραμμα εκδηλώσεων και με ένα πρόγραμμα βραβείων που προσελκύουν  τους διαγωνιζόμενους και τους θεατές από όλη τη χώρα και την επικράτεια της Ελλάδος. Η ονομασία Παναθήναια σηματοδοτεί αυτή την εξέλιξη. Τα «Αθήναια» δηλ. «οι τελετές για την Αθηνά»,  ήταν η  προηγούμενη ονομασία όπως θα ήταν φυσικό, παρόλο που ο καθ. Jacoby υποστηρίζει, εκλαμβάνοντας το απόσπασμα του Ίστρου (FGrHist 334F4), ότι είναι απλό μύθευμα. Τα Παναθήναια σημαίνουν τις «Τελετουργίες όλων των Αθηναίων», όπως και οι ανάλογες εορτές  Παμβοιώτια και Πανιώνια, αλλά σε αντίθεση με αυτές τις εορτές, τα Παναθήναια δύσκολα θα μας οδηγήσουν σε μια πρώϊμη περίοδο όπου οι άνθρωποι ενώθηκαν προσφάτως με σκοπό τη διεξαγωγή της εορτής.   Πιθανότατα, προοριζόταν για να ακούγεται πιο επιβλητικό. Η ονομασία της εορτής Πάνδια θεωρείται μερικές φορές ότι σημαίνει «Η Παν (κοινή) εορτή του Διός»— δηλ. η εορτή  που εορτάζεται από κοινού από πολλές κοινότητες, και παρέχει  μια διαφορετική αναλογία. Αλλά το αληθινό και πραγματικό νόημα της  είναι σίγουρα οι «Τελετουργίες του ολοφώτεινου ουρανού», αναφερόμενες  στην πρώτη πανσέληνο της άνοιξης. Πιθανότατα, και ο σκοπός του ονόματος Παναθήναια είναι  να ακούγεται επιβλητικά και να διαδίδει το κύρος και την αίγλη της εορτής.

Πριν από το -566, η εορτή ήταν πολύ μικρότερη, αλλά πάλι του ίδιου είδους, με παραδοσιακούς αγώνες.  Σε μεταγενέστερο πρόγραμμα της εορτής, που είναι το μόνο που γνωρίζουμε, δύο εκδηλώσεις έχουν τη μορφή ενός αρχαίου εθίμου και πρέπει να είναι αρχαιότερες  από τις υπόλοιπες· η  πυρρίχη ,η «χορεία του (ερυθρού) πυρός», στην οποία γυμνοί χορευτές αναπηδούν και στροβιλίζονται με ασπίδα και δόρυ, και ο «αποβάτης», «ο αποβάτης του ίππου», που κατά κάποιο τρόπο περιλαμβάνουν και οι δύο έναν αγώνα τέθριππων, αρμάτων με τέσσαρα άλογα και ένα διάστημα δρόμου με τα πόδια από τους «αποβάτες» που αποβιβάζονταν από τα άρματα και αμέσως μετά έτρεχαν κυνηγώντας τα κινούμενα άρματα για να ξανανέβουν από κάποιο σημείο και μετά. 

Και οι δύο εκδηλώσεις είναι διακριτικές της Αθήνας και είναι περιορισμένες μόνον για τους Αθηναίους πολίτες (Δημοσθ. 61  Ερωτικός 23, 27-29), ακόμη και στον πεντετηρικό εορτασμό.  Ο αποβάτης  (και ίσως  η πυρρίχη , αλλά δεν τεκμηριώνεται) έχουν ξεχωριστή ώρα  τέλεσης και τοποθεσίας·  τελούνται την ημέρα της μεγάλης πομπής, αναμφίβολα το επόμενο απόγευμα και κατά μήκος της διαδρομής της πομπής  μέσω της Αγοράς.  Οι αποβάτες δεν είναι μέρος της μεγάλης πομπής, όπως φαίνεται στη ζωφόρο του Παρθενώνος (εκτός και αν τελούνταν αμέσως μετά την μεγάλη πομπή). Το περισσότερο από το πεντετηρικό πρόγραμμα πραγματοποιείται τις υπόλοιπες ημέρες, στο Στάδιο και στον Ιππόδρομο, στο Θέατρο και στο Ωδείο.

Η εορτή των  αγώνων της Αθήνας, τα Παναθήναια, μνημονεύουν τον πόλεμο μεταξύ των Θεών και των Γιγάντων, και ειδικά την προσφορά  της θεάς Αθηνάς σε αυτόν τον αγώνα που περιλαμβάνει τον φόνο του  Εγκέλαδου ή Αστραίου  ή της  Γοργούς. Οι  σκηνές μάχης είναι υφασμένες στον πέπλο που μεταφέρεται στην πομπή και γίνεται προσφορά στην θεά Αθηνά.  Κυρίως, τα παραδοσιακά γεγονότα θεωρούνται ότι μνημονεύουν και επικαλούνται  εκείνον τον πόλεμο και τη νίκη των θεών επί των γιγάντων.  Η χορεία  πυρρίχη  πρωτοχορεύτηκε από την ίδια την θεά Αθηνά, όταν πανηγύρισε στη νίκη των θεών (Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, Ρωμαϊκές Αρχαιότητες 7.72.7). Ο αποβάτης επίσης θεωρήθηκε ότι θεσπίστηκε από τους θεούς, όπως μπορούμε να συνάγουμε από μια σειρά μελανόμορφων αγγείων τα οποία ακολουθούν την  τυπική σύνθεση.

Ανάμεσα στις διάφορες μορφές θεών και γιγάντων που ενώθηκαν στη μονομαχία,  η κεντρική ομάδα των θεών είναι σταθερή·   ο Ζευς και ο Ηρακλής βρίσκονται  μαζί σε ένα άρμα.

 Αν και η μάχη έχει προχωρήσει για τα καλά, και ένας από τους Γίγαντες είναι ήδη πεσμένος, ο Δίας παριστάνεται να ανεβαίνει στο  άρμα του,  ενώ το δεξί του πόδι είναι ακόμα στο έδαφος. Παίρνει τα ηνία, ενώ ο Ηρακλής, που έχει παρατήσει τα ηνία,  στέκεται στο μπροστινό μέρος του άρματος, τοξεύοντας με το τόξο του. Ο Δίας είναι ο  πραγματικός αποβάτης.   Άλλα αγγεία που απεικονίζουν τη μάχη  δείχνουν δύο συνηθισμένες μορφές  στο άρμα , τον οπλίτη πολεμιστή (κάποτε ο Ηρακλής ) και τον ηνίοχο· εκτός από τις παραστάσεις της μάχης  με τους Γίγαντες, ακόμη και άλλα αγγεία απεικονίζουν τον αποβάτη  σε μια πιο κυριολεκτική τάση·  είτε  την θεά Αθηνά είτε έναν ένοπλο άνδρα που τρέχει δίπλα σε ένα επιταχυνόμενο άρμα, και μερικές φορές  με εμφανές τη στήλη-όριο της στροφής.  Όταν η θεά Αθηνά αναπαριστάται ως αποβάτης τότε σημαίνει την νίκη που έχει κερδίσει ο αποβάτης.

Αυτή η μυθική αιτιολογία είναι πανάρχαια, πολύ παλαιότερη από τον αρχικό ισχυρισμό ότι το άρμα επινοήθηκε και ότι ο αποβάτης θεσμοθετήθηκε από τον ήρωα Εριχθόνιο (Πάριο Ιστ., FGrHist 239 A 10, κ.λπ.). Είναι αληθής ότι η μάχη μεταξύ θεών και γιγάντων, ως ένα επεισόδιο της ελληνικής ιστορίας της δημιουργίας, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αρχαϊκή ποίηση, με πρότυπο την μάχη με τους Τιτάνες, που η ίδια οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στον Ησίοδο.  Αλλά οι δύο μάχες, που συναγωνίζονται σε ενθουσιασμό με αυτές της Ηρωϊκής Εποχής, προέρχονται από πολύ παλαιότερες ιστορίες για τον θεό του καιρού, τον Δία, και τους τερατώδεις εχθρούς με τη μορφή δρακόντων (όφεων) ή Γιγάντων. Αυτοί οι αρχέγονοι αγώνες είναι στην πραγματικότητα το πιο κοινό θέμα του τελετουργικού μύθου σε όλη την αρχαία Εγγύς Ανατολή· οι μύθοι εξηγούν ή εξωραΐζουν τις εορτές του θεού του καιρού στις κύριες εποχικές μεταβάσεις της άνοιξης και του φθινοπώρου. Οι δράκοντες (όφεις), (πχ. Ḫedammu, Yam, Πύθων), κατοικούν στη θάλασσα ή την άνοιξη  ενσαρκώνουν τον χειμώνα, την υγρασία και το κρύο.  Οι Γίγαντες (π.χ Ullikummi , Mot, Τυφών), ξεπροβάλλουν από τη γη και φτάνουν σχεδόν μέχρι τον ουρανό, ενσαρκώνουν την καλοκαιρινή ζέστη, τον καύσωνα και την ξηρασία. Οι Έλληνες γίγαντες βρίσκονται όλοι στον οίκο τους στην Φλέγρα, την «Καιόμενη (γη)».

Τα Παναθήναια τελούνται στη χειρότερη ζέστη του καλοκαιριού. Το αθηναϊκό έτος αρχίζει στην πρώτη νουμηνία της σελήνης (Νέα Νουμηνία) αμέσως μετά την τροπή του ηλίου (ηλιοστάσιο). Στο τέλος του πρώτου μηνός, του Εκατομβαιώνα, η ώρα των Παναθηναίων, θα συμπέσει στα τέλη Ιουλίου με τις αρχές Αυγούστου σύμφωνα με την σύγχρονη αντιστοιχία. Είναι η εποχή όπου το άστρο του Κυνός,  κυβερνά τον ουρανό — «αυτό το δυνατό άστρο που αναγνωρίζεται από όλη την ανθρωπότητα » (Πλίνιος, Φυσική Ιστορία 18.269).  Στα ελληνικά,  αναφέρεται απλώς ως «ο αστήρ», αστήρ ή άστρον. Σε μια εκδοχή, ο Αστήρ (δηλ. ο Κύων), είναι ο Γίγαντας του οποίου ο φόνος  εορτάζεται και μνημονεύεται από τα Παναθήναια . Σε μια άλλη εκδοχή, είναι ο Εγκέλαδος , «με την μέγα κλαγγή», ένα όνομα που περιγράφει τη βοή αυτών των πολεμοφανών αγώνων, την χορεία πυρρίχη και τον αποβάτη  του άρματος.

Οι αγώνες είναι μια μορφή ιεροτελετουργίας και σαγήνης του καιρού, εμπνευσμένη από την πεποίθηση ότι τα πνεύματα της κακοκαιρίας, είτε ο ορατός Κύων-αστέρας είτε ο  πλασματικός Γίγαντας, μπορεί να ξεπεραστούν με την επίδειξη της τελετουργικής εκφοβιστικής βίας. Σε ορισμένα μέρη ήταν το έθιμο να τηρείται παννυχίς για την άνοδο του άστρου του Κυνός, γύρω στην 20η  Ιουλίου, ώστε να αντιμετωπιστεί η επίδρασή του αμέσως.

Στη Θεσσαλία, οι πομπείς  ανεβαίνουν στο Πήλιο ενδεδυμένοι και τυλιγμένοι  με προβιές θυμάτων της θυσίας (Διός κώδια), και  λέγεται ότι ήταν «οι αρχέγονοι  άνθρωποι»  (Ηρακλείδης, Περὶ τῶν ἐν τῇ ῾Ελλάδι πόλεων, 2.8).

Στην Κέω, ανιχνεύθηκαν οι περίεργες τελετουργίες με το άστρο του Κυνός που χρονολογούνται από τον ήρωα Αρισταίο, «περιμένουν την άνοδο του Κυνός με τα όπλα» (ο σχολιαστής στον Απολλώνιο, Αργοναυτικά 2.498-527).  Στην Κέω  είναι βέβαιο, και στο Πήλιο είναι πιθανό να υποδέχονταν τον αστέρα του Κυνός  με μια τρομακτική επίδειξη δύναμης.  Οι αγώνες των Παναθηναίων  και κάποιοι άλλοι αγώνες  την ίδια εποχή, προέρχονται ως μια πιο περίτεχνη προσπάθεια του ίδιου είδους.

Αν διερωτηθούμε πότε ξεκίνησε η εορτή, η μόνη εφικτή απάντηση είναι η μυκηναϊκή περίοδος.  Και τα δυο, και η πυρρίχη και ο αποβάτης είναι πολεμικοί αγώνες·  προέρχονται από το είδος του πολέμου  που ήταν κάποτε σε συνεχή ισχύ (δεν έχει σημασία αν οι αγώνες χρησίμευαν μόνο ως θέαμα ή και ως χρήσιμη άσκηση).  Για την πυρρίχη  μπορεί κανείς μόνο να πει ότι το είδος της  προηγείται κάθε είδους οπλιτών, οπλισμού και τακτικής. Ο αποβάτης είναι περισσότερο αποκαλυπτικός . Μεταφερόμαστε πίσω σε μια εποχή που τα ζεύγη των πολεμιστών έβγαιναν στη μάχη με άρματα, και ο ένας από αυτούς, ο καλύτερος άνδρας πολεμιστής,  κατέβαινε από το άρμα για να πολεμήσει. Τέτοιος είναι ο πόλεμος που περιγράφει ο Όμηρος, και όχι από πρόσφατη εμπειρία, αλλά ως κύριο συστατικό  της  επικής παράδοσης. Ανήκει στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, και μετά από αυτή τα άρματα δεν έπαιξαν ρόλο στους μεταγενέστερους πολέμους των προγόνων.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της εορτής είναι η μεγαλειώδη πομπή από την πύλη της πόλης στην Ακρόπολη και εκπροσωπεί ολόκληρη την κοινότητα.  Το σημείο εκκίνησης ονομάζεται  Λεωκόρειον , «αφιερωμένο στις κόρες του Λεώ», μια παλαιά λέξη που επέζησε μιας ριζικής αλλαγής στην τοπογραφία της εορτής. Το Λεωκόρειο που ξέρουμε ότι ήταν σε μια πύλη της πόλης στα βορειοδυτικά, όπου η πομπή ξεκινούσε σε καταγεγραμμένους χρόνους, και τουλάχιστον σε πρώιμη εποχή, ήδη από το -510 έτος, τότε που δολοφονήθηκε  ο Ίππαρχος εδώ . Ωστόσο, αυτή η πλευρά της πόλης, ο βορειοδυτικός τομέας, αναπτύχθηκε μόλις τον (-)έκτο αιώνα, και κυρίως στο δεύτερο μισό του –έκτου αιώνος, υπό των  τυράννων.  Η Πρώιμη Αθήνα βρισκόταν αλλού, και μέχρι τον (-)έκτο αιώνα η πομπή των Παναθηναίων ακολουθούσε εντελώς διαφορετική διαδρομή.

Όταν τελικά οι επιζώντες απόγονοι  της Μυκηναϊκής Αθήνας απομακρύνθηκαν από την Ακρόπολη και τα περίχωρά της, ένας νέος οικισμός σχηματίστηκε στα νοτιοανατολικά, ανάμεσα στην Ακρόπολη και τον Ιλισσό. Αυτή η περιοχή, μαζί με την αντίπερα όχθη του Ιλισσού, καλείται οι (αι)  Άγραι , «οι αγροί (καλλιέργειες)», και περιέχει σχεδόν όλα τα αρχαία ιερά στην κάτω πόλη· σχηματίστηκε πολύ πριν η κοινότητα της Σκοτεινής Περιόδου εξαπλωθεί περαιτέρω.  Η αρχική πομπή ξεκινούσε από κάποιο σημείο στην άκρη αυτού του οικισμού. Μπορεί ακόμα να εντοπιστεί μέσα από τον μύθο της Ωρείθυιας, της κανηφόρου σε αυτή την  πομπή.

Ο πατέρας της Ωρείθυιας είναι ο Ερεχθεύς, ο ήρως  της εορτής του αλωνίσματος, των Σκίρων — όπως αρμόζει, αφού οι κανηφόροι  φέρνουν  το αλωνισμένο κριθάρι για την ιεροτελεστία της θυσίας.  Η Ωρείθυια  μεταφέρθηκε από την Αθήνα στη Θράκη από τον Βορέα, τον  βόρειο άνεμο·  αρκετά παιδιά προήλθαν από αυτή την βίαια ένωση, συμπεριλαμβανομένου του Ζήτη και του Κάλαϊ, των μικρότερων θεών του ανέμου, και της Χιόνης «χιόνι», που αγαπήθηκε από τον Ποσειδώνα. Ο Βορέας παρουσιάζεται με το θύμα του στις αναπαραστάσεις, αλλά και με φιδίσιες ουρές αντί για πόδια, στη Λάρνακα του Κύψελου, περίπου η παλαιότερη γνωστή απόδοση  οποιουδήποτε αττικού μύθου (Παυσανίας 5.19.1).  Πρέπει να σκεφτούμε πού, και με ποια αφορμή την άρπαξε ο Βορέας. Οι λογοτεχνικές πηγές διαφέρουν και στα δύο σημεία, αλλά η αρχική ιστορία μπορεί ακόμα και σήμερα να αποκατασταθεί.

Ως προς το μέρος του συμβάντος, ήταν αναμφίβολα η όχθη του Ιλισσού, στην άκρη του πρώιμου οικισμού σύμφωνα με τον Πλάτωνα, τον Απολλώνιο και τον Παυσανία. Διαφορετικά είναι ο Άρειος Πάγος (από τον Πλάτωνα και πάλι) ή ο Βρίλησσος από τον Σιμωνίδη, ή η πηγή του Κιφησού από τον Χοίριλο.  Ένα ιερό του Βορέα ιδρύθηκε εδώ λίγο μετά το -480, όταν ο βοριάς άνεμος  βοήθησε την Αθήνα να καταστρέψει  τον Περσικό στόλο ( Ηρόδοτος 7.189.3). Η ιστορία της απαγωγής έγινε τότε η πλέον πιο δημοφιλής από ποτέ·  έγινε το θέμα της ερυθρόμορφης  ζωγραφικής και της  ανάγλυφης γλυπτικής, ακόμη και σε έναν ύμνο του Σιμωνίδη και στα  θεατρικά έργα του Αισχύλου και του Σοφοκλέους.  Στα αγγεία, που σώζονται, μια ομάδα άλλων προσώπων είναι συχνά παρόντα στην απαγωγή· η θεά Αθηνά, ο Κέκρωψ, ο Ερεχθεύς, η Πραξιθέα μπορεί να εμφανίζονται όπως και οι τρεις κόρες,  Άγλαυρος, Πάνδροσος, Έρση μπορεί να εμφανίζονται να τρέχουν τρομαγμένες. Ένας βωμός και μερικοί κίονες στις αγγειογραφίες μερικές φορές υποδεικνύουν ένα ιερό.  Η σκηνή θεωρείται  γενικά  η Ακρόπολη. Αλλά αυτό δεν είναι δυνατό· η  σκηνή της απαγωγής πρέπει να συμφωνεί με τη συνήθη μορφή της ιστορίας. Το  εικονογραφημένο ιερό είναι αυτό του Βορέως δίπλα στον Ιλισσό· οι εικονογραφημένες μορφές  συγκεντρώνονται για κάποια δρώμενα στο  ιερό.

Ως προς το συμβάν οι λογοτεχνικές πηγές  υποδηλώνουν κυρίως το συγκεκριμένο συμβάν, ότι η Ωρείθυια «έπαιζε» δίπλα στον Ιλισσό (Πλάτων Φαίδρ. 229c)· σε μια άλλη λέγεται ότι «μαζεύει άνθη» (Απολλόδ. Βιβλιοθ. 3. 199, Παυσ. 1. 19. 5)· (Χοιριλ. θρ. 321) και ξαφνικά «στροβιλίζεται στο χορό» (Απολλών. Αργον. 1. 215).  Καμμία από αυτές δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως ο αρχικός μύθος.

Οι πρώϊμες αγγειογραφίες  δείχνουν ότι η Ωρείθυια και οι άλλοι είναι απασχολημένοι με μια τελετή σε ένα ιερό. Το σχόλιο στον Όμηρο προσφέρει μια γενική περίληψη της ιστορίας, η οποία μπορεί να προέρχεται ή μη, από τον Ακουσίλαο, ο οποίος θεωρείται η πρότυπη πηγή της ιστορίας εξαιτίας της τάσης αυτών των σχολίων (FGrHist2F30). Ο Ερεχθέας, λέει το σχόλιο, ένθεσε την όμορφη κόρη του ως  «κανηφόρο», για να πάρει μέρος στην πομπή στην Ακρόπολη και να θυσιάσει στην Αθηνά Πολιάδα. Από αυτό δεν βγαίνει το συμπέρασμα, όπως συνήθως πίστευαν, ότι ο Βορέας την άρπαξε από την Ακρόπολη. Αντιθέτως, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι η πηγή του σχολίου έδωσε τη συνηθισμένη παράσταση, στην όχθη του Ιλισού . Επιπλέον, λέει το σχόλιο ότι κατά την απαγωγή της Ωρείθυιας ο Βορέας «απέφευγε εκείνους που την κοιτούσαν και την προστάτευαν». Η συγκέντρωση στην οποία η Ωρείθυια λάμβανε μέρος ήταν μια τελετουργική συγκέντρωση, όπως παριστάνεται στα αγγεία.

Το συμπέρασμά μας πρέπει να είναι ότι στην  πρωτότυπη ιστορία η Ωρείθυια είναι όντως κανηφόρος στην Παναθηναϊκή πομπή, και «απήχθη» από τον Βορέα όταν η πομπή περνούσε  δίπλα από τον Ιλισσό. Μετέπειτα, η διαδρομή της  πομπής άλλαξε. Μια τελετή όμως κάποιου είδους εξακολουθούσε να διεξάγεται στην αρχική τοποθεσία, και  αργότερα οριοθετήθηκε από το ιερό του Βορέως. Η περίεργη απεικόνιση του Βορέως ως αυλητή στο έργο του Αισχύλου (θρ. 281) είναι κάπως εμπνευσμένη από την τελετή στο ιερό.

Η ιστορία μας παραδίδει τον Βορέα, τον βόρειο άνεμο, την Ωρείθυια, δηλαδή «αυτή που μαίνεται ξαφνικά, ως καταιγίδα, προς τα όρη» και εξίσου οι φανεροί απόγονοι, οι θεοί του ανέμου και της «Χιόνης»· δείχνουν  την ίδια εποχική ανησυχία με την ιστορία του  φλογερού γίγαντα που νικήθηκε από την θεά Αθηνά.  Ως κανηφόρος, η Ωρείθυια ενσαρκώνει την ελπίδα που oι έφηβες κόρες της Ώρας του γάμου προσέλκυαν τον δροσερό άνεμο από το βορρά.  Το -480 έτος, όταν ο Βορέας όντως απάντησε στις προσευχές της Αθήνας, ήταν λίγο μετά  την εορτή των Παναθηναίων· ήταν τότε που διεξήχθη η μάχη του Θερμοπυλών περίπου την εποχή των Καρνείων (Ηρόδοτος 7.206.1)—δηλαδή στη μέση του επόμενου μηνός.

Εκτός από τον βωμό του Βορέως, η πομπή έχει αφήσει και άλλο ένα ορόσημο στην ίδια περιοχή, η πύλη της πόλης ονομάστηκε για την Αθηνά Ιτωνία . Το επίθετο της Αθηνάς «Ιτωνία» επαναλαμβάνεται στη Βοιωτία και στη Θεσσαλία, που τελούν επίσης μια εορτή με την ονομασία «Ιτώνια» και αντιστοιχεί στο όνομα του καλοκαιρινού μηνός Ιτώνιος. Αν και οι ειδικοί έχουν παραιτηθεί της εξηγήσεως της λέξης, μια τέτοια  λέξη θα έπρεπε να είναι εξηγήσιμη, αφού αναμφίβολα αναφέρεται σε κάποιο κορυφαίο χαρακτηριστικό της τελετουργίας της θεάς Αθηνάς. Tο επαναληπτικό ρήμα «ιτάω» (Ησύχιος ), από το είμι , «πηγαίνω», παράγει τελετουργικούς όρους όπως τα «εισιτήρια» δηλαδή  τις «ιεροτελεστίες της εισόδου» και τα «εξιτήρια» δηλαδή τις «τελετουργίες της εξόδου-αποχώρησης».  Μπορούμε με σιγουριά να αξιώσουμε  ένα ουσιαστικό «ιτών»  με τη σημασία «πηγαίνω πάντα», σε «πομπή» (ως προς τη μορφή, πρβλ. κλών < κλάω ή χλιδών < χλιδάω ). Τα ιτώνια είναι οι  «πομπικές τελετουργίες».  Στην Αθήνα η θεά παίρνει το όνομά της  από την Παναθηναϊκή πομπή της πρώϊμης εποχής.

Τη νύχτα πριν από τη μεγάλη πομπή, κάποιοι άλλοι ιερείς αξιωματούχοι πήγαιναν από την Ακρόπολη στα νοτιοανατολικά των Αθηνών  σε μια τελετή που ανέφερε ο Παυσανίας ότι ανήκε  στην εορτή των Παναθηναίων (1.27.3).  Δύο μικρές παρθένες κόρες που ονομάζονται αρρηφόροι μεταφέρουν ένα μυστικό άχθος σε ένα καλάθι για το οποίο ονομάστηκαν. Δεν ήταν το ορθογώνιο καλάθι που λεγόταν κανούν , αλλά το κυκλικό που συχνά το ονόμαζαν κίστη. Το όνομα για αυτόν που το έφερε όμως δεν είναι κιστοφόρος (ο όρος δύσκολα εμφανίζεται σε οποιοδήποτε τελετουργικό πλαίσιο) αλλά αρρηφόρος , σχηματίζεται από το στέλεχος του ἄρριχος, μια άλλη κοινή λέξη για το  καλάθι. Οι αρρηφόροι εμφανίζονται και σε άλλες λατρείες της θεάς Αθηνάς, και ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς παραθέτει τις  κανηφόρους και τις αρρηφόρους δηλαδή τις  φορείς και των δύο, ορθογώνιων και κυκλικών καλαθιών, ως γενική κατηγορία των πομπικών καλαθηφόρων στον ελληνικό κόσμο, που αντιστοιχούν στις κόρες και τις συζύγους των Ρωμαίων,  τις γυναίκες  με την  κωνική κόμμωση που ονομάζεται tutulus (Ρωμαϊκές Αρχαιότητες 2.22.2).  Στα Παναθήναια οι αρρηφόροι εκτελούν την αποστολή τους τη νύχτα, και οι  κανηφόροι πέμπουν την επόμενη ημέρα.

Την εποχή του Παυσανία η αποστολή των αρρηφόρων ήταν ένα περίεργο λείψανο, «μη γενικά γνωστό»·  πράγματι ήταν ένα λείψανο από τη μεγάλη πομπή  που μεταφέρθηκε στα βορειοδυτικά.  Ο ίδιος ο όρος αρρηφόροι μπέρδεψε τους μεταγενέστερους  σχολιαστές στην αττική λογοτεχνία, και σύμφωνα με αυτούς  σχολιάζουν τον όρο με φανταστικές εξηγήσεις.  Οι αρρηφόροι,  γράφουν, «έφεραν ανείπωτα αντικείμενα», άρρητα και «μυστήρια». Τα αντικείμενα ή μυστήρια, γράφουν επίσης, ήταν φαλλικά σχήματα (τι άλλο θα ήταν για αυτούς;), και η περίσταση ήταν η ίδια όπως στα Σκιροφόρια και στα Θεσμοφόρια, όταν οι γυναίκες τελούσαν κάτι μυστικό.  Οι ίδιοι γράφουν ξανά ότι ένα άλλο όνομα για την περίσταση ήταν το Αρρητοφόρια , «η μεταφορά των ανείπωτων» ή αλλιώς Αρρηφόρια, θα συμφωνήσω με τον όρο αρρηφόροι, μόνον,  από όπου ξεκίνησε η συζήτηση μας. Επιτέλους λοιπόν,  η καλαθο-πομπή γίνεται εορτή από μόνη της,  και συνταυτίζεται με τα «Σκιροφόρια» που λέγεται ότι  τελούνται στον μήνα «Σκιροφοριώνα» — οι σχολιαστές δεν παραθέτουν εννοώντας τις πραγματικές ημερομηνίες, είτε των Σκιροφορίων είτε Θεσμοφορίων.

Αυτή η απίθανη και παράλογη εξήγησή τους έχει υιοθετηθεί σε σύγχρονα κεφάλαια και άρθρα για την «εορτή» τα Αρρηφόρια. Πράγματι, σήμερα οι εξηγήσεις έχουν βελτιωθεί.  Μας υποδηλώνεται ότι πρέπει να θεωρούμε ότι οι κόρες κατεβαίνουν μέσα από μια μυστική σχισμή στον ιερό βράχο της Ακρόπολης που κάποτε οδηγούσε στο μυκηναϊκό φρέαρ, και στη συνέχεια καθώς προχωρά κατά το μήκος του στη  βόρεια πλαγιά προς το κοντινό ιερό της Αφροδίτης και του Έρωτος. Και έτσι έρχονται σε μια συγκλονιστική αντιπαράθεση με το μυστήριο της γενετήσιας πράξης – οι κόρες είναι κοντά στην ηλικίας της ήβης, και πρέπει να υποβληθούν σε μια «ιεροτελεστία μύησης». Η ιεροτελεστία της «μύησης Αρρηφόρια» υποτίθεται συνήθως ότι  είναι «εορτή» του Σκιροφοριώνος  άσχετη με τα Σκιροφόρια, αλλά ο τελευταίος ερευνητής συντελεστής που γνωρίζω (G. J. Baudy) συμφιλιώνεται για άλλη μια φορά με τους αρχαίους σχολιαστές ερμηνεύοντας τα Αρρηφόρια και τα Σκιροφόρια ως δύο ταυτόχρονες τελετές μύησης για τα κορίτσια και τα αγόρια αντίστοιχα.

Απορρίπτοντας κάθε τέτοια θεοσοφία, αρχαία και σύγχρονη, διερωτόμαστε  τι έκαναν πραγματικά  οι δύο κόρες. Ο  Παυσανίας γράφει  ότι στη νοτιοανατολική Αθήνα κατέβαιναν στην φυσική υπόγεια διάβαση εντός  ενός χωριστού περίβολου, «όχι μακριά από την «Αφροδίτη εν κήποις», ένα δημοφιλές ιερό στην άκρη της πόλης που αναφέρεται στην περιήγηση του Παυσανία στην περιοχή (1.19.2).

Εδώ στην υπόγεια διάβαση άφησαν  ότι είχαν μεταφέρει από την Ακρόπολη, και λάμβαναν  «κάτι άλλο που ήταν τυλιγμένο» και το μετέφεραν  επιστρέφοντας στην Ακρόπολη . Ο Παυσανίας γράφει επίσης ότι οι μικρές κόρες δεν ήξεραν τι ήταν αυτό που μετέφεραν από την Ακρόπολη, ούτε η ιέρεια της Αθηνάς που το  έδινε σε αυτές. Πρέπει να ήταν επίσης τυλιγμένο,  και στην Ακρόπολη όπως και στην υπόγεια διάβαση από κάποια άλλα χέρια που ασχολούνταν με το τύλιγμα.

Αλλού, οι κόρες  κορίτσια που εισέρχονται στην υπόγεια διάβαση πρέπει να ταϊσουν τον ιερό δράκοντα (όφις) — ή μάλλον να προσφέρουν τον άρτο με το μέλι  που υποτίθεται ότι απολάμβαναν οι όφεις, αλλά στην πραγματικότητα θα ήταν καλύτεροι τέτοιοι άρτοι για τα ποντίκια, όπως και αυτά με τη σειρά τους για τους όφεις. Αν οι άρτοι ήταν τυλιγμένοι, θα διαρκούσαν περισσότερο και θα έλκυαν περισσότερα ποντίκια· που θα σήμαινε μια εξαιρετική προσφορά για τον όφι.  

Ένας ιερός δράκων κατοικούσε επίσης στη  Ακρόπολη στον ιωνικό ναό, πιθανώς στο ονομαστό  Κεκρόπιον· έτσι το άχθος που  μετέφεραν στην επιστροφή τους οι κόρες πρέπει να ήταν μια τελετουργική αμοιβαία προσφορά.

Αυτή η κατανόηση του τελετουργικού είναι ισχυρή και υποστηρίζεται από την ιστορία του Εριχθόνιου και τις τρεις κόρες του Κέκροπος. Ο Εριχθόνιος ως ο ιδρυτικός ήρως των Παναθηναίων είναι το θέμα ενός αιτιολογικού μύθου που το επεξεργάστηκαν πάρα πολλοί διαμέσου των ετών, αλλά ξεκινά από την πομπή των μικρών παρθένων αρρηφόρων.  Στην περιγραφή της, η ιστορία μας λέει ότι ένα καλάθι που περιείχε ένα θαυμάσιο παιδί, τον Εριχθόνιο,  δόθηκε από την Αθηνά στη φροντίδα των τριών κοριτσιών. Το παιδί συνελήφθη από μια παράξενη συνάντηση μεταξύ της Αθηνάς και του Ηφαίστου·  αυτό θα το αφήσουμε στην άκρη για την ώρα. Στις  μικρές κόρες  ειπώθηκε να φυλάνε το καλάθι χωρίς να  κοιτάξουν τι έχει μέσα. Δύο από αυτές δεν υπάκουσαν, τρελάθηκαν και χάθηκαν. Ο Εριχθόνιος μεγάλωσε και επινόησε το άρμα και ό,τι άλλο συνοδεύει τα  Παναθήναια.

Ας δούμε πώς ταυτίζεται η ιστορία με την αποστολή των μικρών αρρηφόρων.  Το καλάθι που περιέχει τον Εριχθόνιο είναι μεγάλο και κυκλικό (κίστη), όπως βλέπουμε από τα ερυθρόμορφα αγγεία, που απεικονίζουν το καλάθι όπως είναι ανοιχτό ή λίγο πριν ανοιχτεί. Δίνεται στις μικρές κόρες  από την θεά Αθηνά, όπως ακριβώς και το τελετουργικό καλάθι που δίνεται στις αρρηφόρες από την ιέρεια της θεάς Αθηνάς Πολιάδος. Το καλάθι με τον Εριχθόνιο, κάποιες φορές φαίνεται να στέκεται σε βραχώδες έδαφος, το οποίο μπορεί να είναι ο περίβολος στη νοτιοανατολική Αθήνα.  Η αφήγηση και το τελετουργικό ως τώρα πάνε όσο πιο κοντά μπορούν. Οι μικρές κόρες προειδοποιούνται να μην ανοίξουν το καλάθι για να κοιτάξουν μέσα·  οι αρρηφόροι αγνοούν τι μεταφέρουν στο καλάθι, αφού είναι τυλιγμένο. Οι μικρές κόρες όμως το  ανοίγουν κοιτούν μέσα και επέρχεται η καταστροφή· οι αρρηφόροι διεξάγουν την ιεροτελεστία με έντονη ανησυχία, γιατί αν ο  ιερός δράκων (όφις) δεν εμφανιστεί, αυτό προμηνύει καταστροφή.  Όταν ο ιερός δράκων στην Ακρόπολη δεν έτρωγε τον γλυκό άρτο της προσφοράς, τότε οι Αθηναίοι ήξεραν ότι η πόλη τους ήταν καταδικασμένη να πέσει στα χέρια των Περσών (Ηρόδοτος 8.41.2-3). Το τάϊσμα του ιερού δράκοντος  στην Αμβρακία και στο Lanuvium εκλαμβάνεται  ως οιωνός για την κοινότητα.

Τα πρωταίτια της ιστορίας είναι οι δράκοντες (οι όφεις). Ο πατέρας των κοριτσιών είναι ένας δράκων (όφις) και το καθήκον τους είναι να φροντίζουν και ένα ακόμη. Ο  Κέκρωψ, του οποίου το όνομα είναι μια διαφοροποιημένη μορφή του κέρκωψ, δηλαδή «του ουροπρόσωπου», εμφανίζεται ή περιγράφεται συχνά ως μισός δράκων (όφις), και είναι γηγενής και κοινός πρόγονος όλων των Αθηναίων·  δηλαδή προσωποποιεί τον ιερό δράκοντα  στην Ακρόπολη. Όταν ανοίχτηκε το καλάθι, ένας όφις βγαίνει  έξω ή όφεις φαίνονται να κουλουριάζονται γύρω από το βρέφος, ή το βρέφος λέγεται ότι είναι μισός όφις ή ένα όφις ολόκληρος·  δηλαδή προσωποποιεί τον ιερό όφι στη νοτιοανατολική Αθήνα. Το όνομα Εριχθόνιος,  «αυτός που προέρχεται από την γη την ίδια, ο γη-γενής» (ερι-χθών), ταιριάζει σε έναν όφι πολύ περισσότερο  από το όνομα Κέκρωψ·  διότι οι δράκοντες (όφεις)  βγαίνουν από τη γη, ή αναζητούνται σε υπόγεια περάσματα. Έτσι, η ιστορία όπως το τελετουργικό σφυρηλατεί έναν σύνδεσμο μεταξύ του πατέρα δράκοντος πάνω στην Ακρόπολη, Κέκρωψ, και το βρέφος δράκων  Εριχθόνιο, στη νοτιοανατολική Αθήνα. Και ο Κέκρωψ και ο Εριχθόνιος μπορούν να θεωρηθούν ως αυτόχθονες πρόγονοι των Αθηναίων.  Αλλά ο Εριχθόνιος είναι αυτός που ιδρύει την εορτή  Παναθήναια , το ιερό τελετουργικό που συνδέει την Ακρόπολη με την νέα κοινότητα στη νοτιοανατολική Αθήνα.

Έτσι μέχρι στιγμής με την  αποστολή των αρρηφόρων και της αιτιολογίας τους. Υπάρχουν όμως περισσότερα στην ιστορία του Εριχθονίου.  Μαρτυρεί τη μεγάλη αλλαγή στη διαδρομή της  Παναθηναϊκής πομπής, από τον νοτιοανατολικό τομέα προς τα βορειοδυτικά. Πριν αναφερθούμε στις λεπτομέρειες, ας κάνουμε μια  παύση πάνω στο όνομα και το πρόσωπο του Εριχθόνιου και την έννοια των γεννημένων από τη γη προγόνων.

Στις αρχαίες πηγές ο Εριχθόνιος περιστασιακά συγχέεται με τον Ερεχθέα , και στα σύγχρονα βιβλία η σύγχυση αυτή εδραιώνεται και καθαγιάζεται, εσφαλμένα φυσικά,  ως δόγμα.  Το πιο γνωστό όνομα, «Ερεχθεύς», χρησιμοποιείται  μερικές φορές στη θέση του ονόματος «Εριχθόνιος» για να δηλώσει τους  απόγονους της Γης και του Ηφαίστου και την  ανατροφή της θεάς Αθηνάς·  η συγκεκριμένη έκταση της αρχαίας σύγχυσης  (δεν συμβαίνει το αντίστροφο) είναι κυρίως μια πολύ μεταγενέστερη εξέλιξη, περιορισμένη σε σχόλια και σε λεξικά. Γίνεται επίσης κατανοητό, ότι ο Όμηρος αναφέρεται στον Ερεχθέα που ξεπηδά από την οργωμένη με  άροτρο γη, αλλά  η σημασία αυτού χάνεται στη συνέχεια. Σε έναν κατάλογο  με μυθικά θέματα, ο Ξενοφών έχει «την  ανατροφή και γέννηση του Ερεχθέως, και τον πόλεμο που διεξήχθη στην εποχή του εναντίον ολόκληρης της παρακείμενης ηπειρωτικής χώρας» (Ξενοφών Απομνημονεύματα  3.5.10- λέγω γάρ, καὶ τὴν Ἐρεχθέως γε τροφὴν καὶ γένεσιν, καὶ τὸν πόλεμον τὸν ἐπ᾽ ἐκείνου γενόμενον πρὸς τοὺς ἐκ τῆς ἐχομένης ἠπείρου πάσης) — στην οποία το πρώτο  αντικείμενο μπορεί σχεδόν να ήταν ο ομηρικός Ερεχθεύς, αλλά είναι πιο πιθανή η πρώτη περίπτωση σύγχυσης.

Ο καθ. Wilamowitz υπέθεσε, και μερικές φορές  αναφέρθηκε ως γεγονός, ότι ο Ερεχθεύς του Ευριπίδου έδειξε τον Ερεχθέα να  μετατρέπεται σε δράκοντα (όφι), σαν να ήταν ο Εριχθόνιος. Τα θραύσματα του παπύρου του έργου έχουν εκτοξεύσει αυτή την ιδέα (Austin, 1970, 52). Μεταξύ των σύγχρονων μελετητών, μόνο ο καθ. Ermatinger, 1897, 37-62, προσπαθεί να καταδείξει την ισοδυναμία των δύο ονομάτων σε πρώιμη χρήση αλλά δεν το  καταφέρνει·  ο πίνακας των μυθικών επεισοδίων του (57) δείχνει ότι κανένα  δεν αποδίδεται και στα δύο εκτός μόνο το πηγάζουν από τη γη και τις προσοχής του Βορέα — αλλά το δεύτερο στην πραγματικότητα δεν ισχύει για τον  Εριχθόνιο της Αθήνας. Στην αθηναϊκή αγγειογραφία, που είναι μακράν η καλύτερη απόδειξη, ο Ερεχθέας και ο Εριχθόνιος είναι πάντα εντελώς διακριτοί. Ακόμη στο LIMC IV (1988) και τα δύο ονόματα λανθασμένα  υπάγονται στο απλό λήμμα «Ερεχθέας»!

 Ο Ερεχθέας είναι ένας γη-γενής πρόγονος, αλλά διαφορετικού είδους. Είναι ο «Αλωνιστής» που ξεπήδησε από τη οργωμένη με άροτρο γη και καθιερώθηκε  από την θεά Αθηνά  με  δικό του ιερό στην Ακρόπολη, και γύρισε στο οργωμένο πεδίο της γης για να δώσει μάχη εναντίον των εχθρών του αλωνίσματος.  Ο Ερεχθεύς προσωποποιεί την  γεωργία της κοιλάδας του Κηφισού, η πηγή της πόλεως των Αθηναίων, του πλούτου και το κλέος της Αθήνας στην πρώϊμη εποχή. Είναι πολύ πιο χαρακτηριστική μορφή από τον Κέκροπα  ή τον Εριχθόνιο . Πράγματι, ως ήρωας με πλήρες ανθρώπινο σώμα, και του μύθου και της λατρείας,  είναι σχεδόν μοναδικός, ένας φόρος τιμής στην ευφάνταστη δύναμη της αθηναϊκής θρησκείας. Δεν του αξίζει να μπερδεύεται με τον Εριχθόνιο. Ο γεννημένος από την γη πρόγονος είναι η αυτονόητη αρχή όλων. (Το επιφανές όνομα εμφανίζεται και αλλού, κυρίως ως πρόγονος του βασιλικού οίκου της Τροίας και ο πρώτος κάτοχος των απέραντων Τρωικών κοπαδιών αλόγων (Ιλιάδα Υ.219-30). Αρχικά ήταν ο γηγενής πρόγονος μιας γενεαλογικής γραμμής που κατεβαίνει μέσω επωνύμων όπως ο Tρως ο μυθικός βασιλιάς της Τροίας,   σε θρυλικούς βασιλείς και πρίγκιπες·  αντίστοιχο του Εριχθόνιου της Αθήνας ή του Κέκροπος.  Στη γενεαλογία που είναι ήδη γνωστή στον Όμηρο ή που επινοήθηκε από αυτόν, γίνεται υιός του Δαρδάνου, έτσι ώστε η τρωική γενεαλογική γραμμή τοποθετείται σε ένα μεγαλύτερο εθνοτικό πλαίσιο. Σύμφωνα με τον καθ.  Ermatinger, 1897, 40-44, «μια κοινή λαϊκή-πεποίθηση» στους πρώτους Ίωνες έδωσε αφορμή για τις δύο ιστορίες που ο Βορέας ζευγαρώνει με τις φοράδες του Τρώα Εριχθόνιου, και απαγάγει την κόρη του Αθηναίου Ερεχθέως.  Αλλά είναι μάλλον αυτές  και άλλες ιστορίες απεικονίζουν μια γενική πίστη στη γονιμοποιητική δύναμη του ανέμου. Εκεί δεν χρειάζεται να υπάρχει σύνδεση μεταξύ του Τρωικού και του Αθηναϊκού Εριχθόνιου).

Εφόσον  το όνομα και το πρόσωπο του Εριχθόνιου είναι τόσο προφανή, και αποδίδονται τόσο προσεκτικά για την Αθήνα από την ιστορία ενός βρέφους δράκοντος σε ένα καλάθι, οι άγριες λεπτομέρειες στις οποίες φτάνουμε τώρα γίνονται  όλο και περισσότερο εκπληκτικές. Ο θεός Ήφαιστος , πάντοτε μια ιδιόμορφη θεότητα, κυνήγησε την θεά Αθηνά με άτιμες προθέσεις, και όταν πάλεψαν μεταξύ τους εκείνος εκσπερμάτισε στο έδαφος·  όπου και δημιουργήθηκε ο γηγενής Εριχθόνιος. Έτσι, με πλήρη συμφωνία, επιβάλλεται το ολοφάνερο όνομα. Το πρώτο στοιχείο παράλογα λέγεται ότι είναι είτε, Έρις, για  την «διαμάχη», γιατί εκεί διεξήχθη αγώνας (πάλη), ή έριον , για το «μαλλί», επειδή το πόδι  της Αθηνάς ήταν λερωμένο και το σκούπισε με ένα κομμάτι μαλλί.

Είναι επίσης σημαντικό ότι οι λεπτομέρειες για τις κόρες του Κέκροπος, σχετικά με το ποια κρυφοκοίταξε τη λάρνακα και το ποια επέζησε, είναι διάφορα. Με λίγα λόγια η ιστορία του Εριχθονίου με τα χρόνια,  αλλάχτηκε προς διαφορετικό σκοπό.   Είναι ακόμη ένα αίτιον της παναθηναϊκής εορτής, αλλά της εορτής  όπως γινόταν μετά από εκείνη τη ριζική αλλαγή στη τοπογραφία .

Στην εορτή ξέρουμε, όλη η μεγάλη τελετή πραγματοποιείται στον βορειοδυτικό τομέα της πόλης· η μεγάλη πομπή ξεκινά από μια πύλη από αυτήν την πλευρά και πηγαίνει κατά μήκος της νέας Αγοράς μέχρι μια κεκλιμένη  δίοδο στη δυτική πλευρά της Ακροπόλεως. Το βράδυ πριν την πομπή, διεξάγεται λαμπαδηδρομία από το άλσος της Ακαδημίας, βόρεια της Αθήνας, πάνω από το δρόμο προς την πύλη και μετά στην ίδια διαδρομή προς την Ακρόπολη. Κάποιες από τις υποδομές μπορούν να καταγραφούν με βεβαιότητα είτε στα έτη γύρω στο -566 όταν οι Πανελλήνιοι αγώνες οργανώθηκαν για πρώτη φορά, είτε στην επακόλουθη περίοδο του τυραννικού οίκου (Ιππίας) που έκανε την Αθήνα τόσο ισχυρή και ευημερούσα.  Υπό την τυραννία ο βορειοδυτικός τομέας βελτιώθηκε ραγδαία, με την ανεσκαμμένη Αγορά ως νέα έδρα της κυβέρνησης.  Αυτή είναι η νεότερη περιοχή της Αθήνας, πολύ νεότερη από τον νοτιοανατολικό τομέα, και νεότερη επίσης από την περιοχή ανατολικά της Ακροπόλεως  που έχει την παλαιότερη αγορά και το παλαιότερο τμήμα  της Βουλής των αρχόντων.

Θα αναρωτιόταν  κανείς να μάθει για το πότε η τελετή άρχισε να τελείται στον βορειοδυτικό τομέα. Η τελετή σε αυτό τον τομέα περιλαμβάνει δύο εντυπωσιακές καινοτομίες· τη λαμπαδηδρομία, και επίσης τη μεταφορά, ιερή πομπή του πέπλου , έναν πανέμορφο πέπλο υφασμένο με παραστάσεις  Θεών που μάχονται Γίγαντες,  και παρουσιάζεται στην Αθηνά πάνω στην Ακρόπολη.  Ο πέπλος και τα προβλήματά του πρέπει να παραληφθούν προς το παρόν για τον σκοπό μας, το έθιμο της παρουσίασης του πέπλου δεν είναι αρχαιότερο από τον (-)έκτο αιώνα, αφού ο πρώτος πέπλος πιστώνεται σε δύο ιστορικές υφάντριες (Ζηνόβιος 1.56 κ.λπ.).  Η λαμπαδηδρομία για τον σκοπό της μελέτης μας είναι περισσότερο διαφωτιστική.

Μπορεί να υποτεθεί ότι κάποιου είδους τελετουργικού μεταφοράς πυρός στον βορειοδυτικό τομέα πολύ πριν από την Παναθηναϊκή λαμπαδηδρομία. Εκείνες τις ημέρες, η περιοχή γύρω από την μεταγενέστερη (σημερινή) Αγορά και πιο έξω, ήταν κατειλημμένη αποκλειστικά από αγγειοπλάστες και σιδηρουργούς, όπως βλέπουμε από τα στριμωγμένα υπολείμματα των οικιών και των εργαστηρίων αλλά  και από το όνομα Κεραμεικός. Αυτοί οι άνθρωποι χρησιμοποιούν την φωτιά (αυτός ήταν κύριος λόγος γιατί τοποθετούνται πάντα απομακρυσμένοι και χώρια από την κοινότητα),  και επειδή η φωτιά παλαιώνεται λόγω χρήσης, πρέπει να ανανεωθεί τελετουργικά. Τον πέμπτο αιώνα οι αθηναϊκές εορτές στις οποίες διεξάγονται οι λαμπαδηδρομίες περιλαμβάνουν τα Προμήθεια και τα Ηφαιστεία, είναι εορτές αγγειοπλαστών και σιδηρουργών. Αλλά  η παλαιότερη μεταφορά εργαστηριακού πυρός δεν ήταν αγώνας λαμπαδηδρομίας, όπως αντανακλάται στην ιστορία του Ησιόδου για το πώς ο Προμηθέας έκλεψε τη φωτιά, στην οποία δεν βρίσκουμε τίποτα που να μοιάζει με μια δάδα ή έναν αγώνα δρόμου. Οι λαμπαδηδρομίες δεν προέρχονται από την ενδοχώρα της Ελλάδος. Προέρχονται από το βορειοανατολικό Αιγαίο – όπως και η ιππική λαμπαδηδρομία της Βένδιδος – που συνδέονται με τη λατρεία του μη ιθαγενούς θεού Ηφαίστου (Ηρόδοτος 8.98.2).

Ο Ήφαιστος έφτασε στην Αθήνα μαζί με την λαμπαδηδρομία.  Στην Ακαδημία, όπου άναβαν οι δάδες και ξεκινούσε ο αγώνας, ένα αρχαϊκό ανάγλυφο δείχνει τον Προμηθέα και τον Ήφαιστο ως τους, μεγαλύτερο και  νεότερο,  θεούς  της φωτιάς (Απολλόδωρος , FGrHist 244 F 147). Η Ακαδημία, μπορούμε να συμπεράνουμε, ήταν πάντα το σημείο εκκίνησης πομπής για την πυρά των εργαστηρίων.   Η φωτιά παράγεται  από ξύλο, και αυτό το ευχάριστο άλσος ήταν μια ωραία και πλούσια πηγή νέας φωτιάς.

Το ερώτημα για το πότε η τελετή των Παναθηναίων μεταφέρθηκε σε αυτό το τμήμα της πόλης είναι επομένως η ερώτηση για το πότε  ο Ήφαιστος και η λαμπαδηδρομία μεταφέρθηκαν εδώ από την πατρίδα τους το βορειοανατολικό Αιγαίο. Γύρω στο (-)600 έτος η Αθήνα απέκτησε τον έλεγχο του Σιγείου (Τρωάδα) μετά από σκληρές μάχες.  Αργότερα χάθηκε πάλι, και ανακτήθηκε επί Πεισίστρατου,  την περίοδο περ.  (-)540-535.  Η δεύτερη συγκυρία είναι πολύ μεταγενέστερη· άρα πρέπει να ήταν  γύρω στο (-) 600 έτος που η Αθήνα υιοθέτησε τον θεό Ήφαιστο . Η πρόθεση των Αθηναίων ήταν να τιμήσουν την κύρια θεότητα  της  νέας επικράτειας τους. Αν και η Λήμνος τυγχάνει να είναι ο φημισμένος οίκος του Ηφαίστου, η Τρωάδα μοιράζονταν την γηγενή παράδοση των υπεράκτιων νησιών. Στον Όμηρο, Ήφαιστος παρεμβαίνει υπέρ του Τρώος ιερέως του Δάρη (ιθαγενές όνομα), του οποίου οι δύο υιοί έπεσαν θύματα του Διομήδη (Ιλιαδ Ε 9-24).

Η Αθήνα ήταν σχεδόν σίγουρα η πρώτη πόλη της Ελληνικής πατρίδος που τίμησε  τον Ήφαιστο· ίχνη της λατρείας του  είναι πολύ λίγα οπουδήποτε στην αττική χερσόνησο.  Ο Ήφαιστος απαντάται κυρίως στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, από την  Λέσβος προς την Ρόδο, αλλά και στην Εύβοια, όπως υποδεικνύεται με προσωπικά ιδιωτικά ονόματα που σχηματίζονται από το δικό του· και εορτάζεται δεόντως στην πρώιμη αιολική και ιωνική ποίηση — αν «εορτή» είναι η κατάλληλη λέξη για τις κωμικές περιπέτειες του. Αντιστοίχως, όταν έφτασε στην Αθήνα,  επινοήθηκε μια άλλη χαρακτηριστική ιστορία.  Θεωρούμε ότι ακόμη και στο (-) 600 περίπου έτος  το γηγενές βρέφος μέσα στο καλάθι ήταν από πολύ καιρό πριν οικείο· η αποστολή των  αρρηφόρων ήταν ένα σημαντικό θέμα στην αρχαία περίοδο.

Το βρέφος (Εριχθόνιος) παρήχθη θα λέγαμε όταν ο αιώνια απορριπτέος εραστής (Ήφαιστος) έστρεψε  την προσοχή του στην αιώνια ανένδοτη παρθένα (Αθηνά).

Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στην Ακαδημία, τον τόπο της  αφετηρίας για τη λαμπαδηδρομία.  Ο Ήφαιστος «κρύφτηκε σε ένα μέρος της Αττικής, λένε γι’ αυτό και ονομαζόταν Ηφαιστείον» (Ευριπίδης θρ. 1246α βλ. 1246b). Αυτή είναι μόνο η Ακαδημία, αφού εδώ λατρεύεται ο Ήφαιστος και πουθενά αλλού στην αττική επαρχία. Το βρέφος  λοιπόν  προσωποποιεί τώρα το νέο πυρ που μεταφέρεται από τους δρομείς. Τα δύο άκρα της λαμπαδηδρομίας, στην Ακαδημία και την Ακρόπολη, σηματοδοτούνται από τους βωμούς του Έρωτος και Αντέρωτος  αντίστοιχα, «της θεϊκής ερωτικής επιθυμίας (του Ηφαίστου)» και «και της μη ερωτικής επιθυμίας (της Αθηνάς)». Ο Έρως μερικές φορές παρευρίσκεται στη γέννηση του Εριχθονίου στην  αγγειογραφία . Σε μια εορταστική παράσταση αγγείου (ARV²1346/1) όπου το καλάθι του βρέφους υποδέχονται, ο Κέκρωψ, και ολόκληρη η συνέλευση των θεών, ο Ήφαιστος ξαπλώνει σε μια κλίνη, μοιάζοντας πολύ πιο όμορφος από ότι πραγματικά, δέχεται ένα κάνθαρο με οίνο  από τον Έρωτα.

Τοποθετώντας τον Ήφαιστο ως πατέρα του Εριχθόνιου, η ιστορία σηματοδοτεί τη μεγάλη αλλαγή στην τελετή των Παναθηναίων. Πριν από αυτή, τόσο η μεγάλη πομπή όσο και οι τελετουργίες της προηγούμενης νύχτας ανήκαν στη  νοτιοανατολική πλευρά (περιοχή παλαιάς αρχαϊκής Αγοράς)· τώρα ανήκουν στην  βορειοδυτική πλευρά της πόλης (στη περιοχή της νέας Αγοράς).  Πριν από αυτό, ο Εριχθόνιος επικαλούνταν στις μικρές κόρες και τον δράκοντα (όφι) στην νοτιοανατολική πλευρά· τώρα επικαλείται στη λαμπαδηδρομία στη  βορειοδυτική πλευρά. Μια τέτοια σκόπιμη αναθεώρηση συμβαίνει όταν ένας ποιητής ερμηνεύει το έργο του στην εορτή. Αργότερα, η ιστορία παραλαμβάνεται από το έπος «Δαναϊς», και απεικονίζεται  στη βάση του Αμυκλαίου θρόνου.  Πρώτα όμως πρέπει να είχε τεκμηριωθεί  μέσω κάποιου αθηναϊκού ύμνου ή κάποιου αθηναϊκού έπους.  Άλλες λεπτομέρειες της ιστορίας όπως την γνωρίζουμε, οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: ότι αναθεωρήθηκε σκόπιμα. Οι κόρες του Κέκροπος είναι τρεις. όμως οι αρρεφόροι θα προεικονίζονταν καταλληλότερα από δύο. Τα ονόματα των τριών επιλέγονται για τη συγγενική τους σημασία: Άγλαυρος, «Καθαρό ύδωρ». Πάνδροσος, «Ολόδροση»· Έρση, «Δροσιά». Είναι ένα όμορφο τρίο, αλλά όχι φυσικό για έναν τελετουργικό μύθο, αφού η Άγλαυρος  και η Πάνδροσος έχουν ξεχωριστά ιερά στην  Ακρόπολης και η Έρση είναι αρκετά εικονική. Η Άγλαυρος εξάλλου, εμφανίζεται και σε άλλους ρόλους και ως σύζυγος του Κέκροπος αντί για κόρη. Αν η αρχική ιστορία αφορούσε ένα ζεύγος από  κόρες, σίγουρα ήταν η Πάνδροσος και η Έρση.

Η ιστορία των Παναθηναίων καθρεφτίζει την ανάπτυξη της πόλης. Συμπληρώνει επίσης την ιστορία των Σκίρων, έτσι η εορτή των αγώνων των Παναθηναίων μεγάλωνε σε δημοτικότητα καθώς η εορτή του αλωνίσματος, των Σκίρων,  μειώθηκε σε δημοτικότητα.

Noel Robertson: Athenas Shrines and Festivals –  Διατριβή του 1996 του καθ. Noel Robertson στο πανεπιστήμιο του Wisconsin – μέρος αυτής περιλαμβάνεται στο βιβλίο Worshipping Athena της καθ. Jenifer Neils. 

Σχολιάστε